«Να σ’ αγναντευω θαλασσα» – Ιστοριες του θερους
«Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω,
απ’ το βουνό ψηλά
στρωτήν και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά. […]
Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι,
τ’ ακρόγιαλα σα μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδειά κάποτ’ ένα καράβι
ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί. […]
Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτινέ έρωτά μου,
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ’ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά. […]».
Κώστας Βάρναλης, «Να σ’ αγναντεύω θάλασσα».
1 Αυγούστου σήμερα, το καλοκαίρι μύρισε για τα καλά και ο νέος μήνας μάς υποδέχεται με την κορύφωση της θερινής ραστώνης. Με τις αμμουδιές να μας προσμένουν, τα κύματα της θάλασσας να μας θέλγουν και τους έρωτες να παραμονεύουν σε κάθε σκιερή γωνιά…
Όμως, ακόμα κι αν η καθημερινότητα ή οι δυσκολίες των καιρών μάς κρατούν μακριά από κάποια ονειρική ακροθαλασσιά –μακριά από το να αγναντέψουμε και να χορτάσουμε τη θάλασσα, όπως συλλογάται ο ήρωας του Κώστα Βάρναλη–, η λογοτεχνία είναι εδώ, παντοτινή μας συντροφιά. Κι όχι μόνο αυτή, γιατί για να ζήσουμε το ιδανικό καλοκαίρι, αρκεί να στρέψουμε το βλέμμα στον Άλλον. Να αναζητήσουμε στη ματιά των φίλων, των συντρόφων, της οικογένειας, μια συντροφιά.
Κι αυτό το καλοκαίρι, λοιπόν, στρέψαμε το βλέμμα μας προς τους Άλλους, τους οκτώ Άλλους συγγραφείς του λογοτεχνικού μας ενθέτου, που είναι συγκεκριμένοι και μοναδικοί, θεραπεύουν με έξοχο τρόπο τη γραφή και την τέχνη του λόγου, και, μέσω των μικροϊστοριών τους, μας προσκαλούν, με μια γενναία «βουτιά», να γευτούμε τα χρώματα του «βυθού», της συναρπαστικής ύπαρξης, στις θάλασσες της γήινης ζωής των ηρώων τους, στον δικό τους αποκλειστικό, αφηγηματικό χρόνο, καλοκαιρινό ή άλλο, με κατακαλοκαιρινό όμως ηδονικά, μέσω του λόγου τους, πλέον, τον δικό μας.
Χάρη στον συντονισμό και στη φροντίδα του Πασχάλη Κατσίκα, που συγκέντρωσε τις οκτώ θερινές ιστορίες των ομοτέχνων του, συνδέοντάς τους και με τον τόπο της ζήσης και της γραφής του, τη Ροδόπη, στις σελίδες που ακολουθούν μας συνεπαίρνει «Το φιλί» της Μαγδαληνής Θωμά και το μυστήριό του, η αίσθηση του ήρωα ότι δεν αρκεί μια ζωή για να σβήσει την ανάμνηση της μοναδικότητάς του, ο βασανισμένος αλλά ανθεκτικός Γιάννης «Πουλουδάς», που ζούσε στην Κομοτηνή κι ήταν εξπέρ στα πουλιά και τις παγίδες τού Πασχάλη Κατσίκα και ο «Οικουρός όφις» του Κώστα Κουτρουμπάκη, που σούρνεται στις αυλές αλλά και παραμονεύει εντός μας. Σε ένα οικείο καλοκαίρι, της αστικής κουφόβρασης ενός ζευγαριού ηλικιωμένων, που ο καθένας δραπετεύει στους δικούς του κουρασμένους δρόμους, μας μυεί ο Κωνσταντίνος Λίχνος με τη «Ρωγμή» του, στα απρόσμενα ευτράπελα που βιώνει «Ο παππούς στο φρεάτιο» ο Σωτήρης Παστάκας, αλλά και στη «Μαγεία» που κρύβουν… τα καβούρια, ως υδρόβιοι οργανισμοί για τα παιδιά, αλλά και ως φορείς μαγείας και μαγικών για τις γυναίκες της επαρχίας που τη διασχίζει ο ποταμός και μαζί κι ο φόβος της μαγικής σκέψης η Αλέκα Πλακονούρη. Η πανέμορφη, με την τραγική αλλά αξιοπρεπή πορεία ζωής και τον συνταρακτικό της, κατ’ επιλογήν, θάνατο «Ηλιοστάλακτη», «βασίλισσα της ομορφιάς», έξω και μέσα, πρωταγωνιστεί στην ιστορία της Γιούλης Χρονοπούλου, και η συνταρακτική ιστορία για τον «Τραπεζίτη», δίπλα στο διαρκές και εν δυνάμει «δολοφόνο» σκιάχτρο, με το μαχαίρι και κάτω στο χώμα, το πουγκί με τα χρυσά δόντια της γυναίκας που αγαπούσε και, κατ’ έθος, την έκανε χρυσόστομη, κόβει την ανάσα για το πτώμα της, με το ανοικτό και κατακρεουργημένο στόμα γεμάτο χώμα, δίπλα στο σκιάχτρο και στο πουγκί με τα χρυσά της δόντια, στο κατάξερο, από την πύρα του καλοκαιριού, χωράφι, στη short story της Ιφιγένειας Σιαφάκα.
Ευχαριστίες από καρδιάς στην κάθε μία και τον καθένα ξεχωριστά εκ των οκτώ Άλλων της γραφής και της τέχνης του λόγου για τις ιστορίες-δώρα τους, που θα μας ταξιδεύουν τούτο το καλοκαίρι «στον αγέρα», «νησάκια» ομορφιάς και «κάβοι» μαζί…
Επιλέγοντας, στην «άπλα» αυτών των ιστοριών, ας αγναντέψουμε, λοιπόν, συντροφιά το ιδανικό μας καλοκαίρι. Ακόμα κι αν μας βρει σε μια βεράντα, με μια φέτα καρπούζι και τυρί –μνήμες αισθήσεων και ζωής από τον παράδεισο της παιδικής μας ηλικίας, και στο εδώ και το τώρα, στο μπαλκόνι, με μια κουβέρτα πικέ να μας προφητεύει, κατά τον ποιητή Πασχάλη Κατσίκα και τις μέλισσές του…
Οι μέλισσες
Το ζαχαρούχο μού ’καιγε το λαρύγγι
Έσταζε μέλι ζεστό από την κόρα·
στα δάχτυλα κολλούσε το παγωτό,
δεν ξέπλενα τα χέρια
Οι πιπεριές μοσχοβολούσαν στο τηγάνι
Πλάι τους οι ντομάτες έπιναν λαίμαργα το λάδι
Κι ο μαϊντανός καυγάδιζε με τον βασιλικό,
του έκλεβε τη σειρά
στη σάλτσα
Γόνατα πληγωμένα
Ανάσες πίσω από τοίχους
Ποδήλατα στην κατηφόρα
Δρόσισε πάλι
Μια φέτα καρπούζι με τυρί
με περιμένει στη βεράντα
Βγήκε η πικέ να προφητέψει:
«αύριο είναι του Σταυρού»
Οι μέλισσες απόψε
δεν βουίζουν μπερδεμένες
ΚΑΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ
ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
