Ο τραπεζιτης

«Να σ’ αγναντεύω θάλασσα» – Ιστορίες του θέρους

    Στη Χριστίνα Καραντώνη

Ο ήχος απ’ το πουγκί με τα χρυσά δόντια άφησε ένα κοφτό σούρσιμο στο χώμα και ύστερα έγινε σιωπή. Ένα κοράκι μόνο έκανε μια φευγαλέα επιθεώρηση γύρω απ’ το χωράφι, περνώντας σύρριζα πάνω απ’ το ψάθινο καπέλο του Μηνά, του σκιάχτρου που μόλις είχε βάλει στη γη ο Ταξιάρχης. Το χώμα διψούσε εγκλωβισμένο σε κοκκινωπούς σβώλους σαν χοντροκομμένα ξεροκόμματα, ενώ μες στα στιλπνά κενά παρήλαυναν ορδές από μυρμήγκια, βρίσκοντας πάνω σε φρέσκιες σβουνιές από γελάδες, που άφηναν τη χαρακτηριστική οσμή τους στην ατμόσφαιρα. Σαν να διέκρινες εδώ κι εκεί φρεσκοβγαλμένα υγρά σκουλήκια γύρω απ’ τις μπότες του άντρα, που τσαλαπατούσαν κομμάτια από ύφασμα, μισοκαλυμμένα από κοκκινόχωμα. Ο Μηνάς αγνάντευε πέρα, κατά τη θάλασσα, μ’ ένα κοκκινόμαυρο καρό πουκάμισο, ένα κίτρινο παντελόνι κι ένα υψωμένο χασαπομάχαιρο που αντανακλούσε τις γύρω βουνοκορφές και τα καλάμια. Για πρόσωπο και σώμα είχε την αρρενωπή φιγούρα ενός μοντέλου που ο Ταξιάρχης είχε πρόσφατα περισώσει απ’ τη διάλυση ενός μαγαζιού στη Χώρα και είχε φροντίσει να φουσκώσει με μπόλικο άχυρο και πλαστικές σακούλες· ύστερα είχε βιδώσει κάμποσα σίδερα στο σκιάχτρο, και το ’χε καρφώσει γερά στο χώμα. Οπωσδήποτε είχε γίνει μερακλίδικη, σκέφτηκε, δουλειά, παίρνοντας μια γενναία ανάσα ανακούφισης σαν ένα καλοφτιαγμένο σχέδιο να έβρισκε τον δρόμο του επιτέλους. Έπειτα, χαμήλωσε το βλέμμα προς το χώμα που μόλις είχε φτυαριστεί και, σέρνοντας τα κακοφορμισμένα δάχτυλα στην τσέπη, χούφτωσε λίγες ξερές σταφίδες, που τις κατέβασε αμάσητες σχεδόν πάνω σε μια κίνηση σπαστή, σπασμωδική, όπως αυτή των πετεινών όταν γυρνούν το βλέμμα προς τον ουρανό.

Η μέρα είχε μόλις καθίσει σαν τον Ξέρξη, μ’ έναν πορτοκαλή αραχνοΰφαντο μανδύα από ομίχλη στο αντικρινό βουνό, κι επισκοπούσε την αυγουστιάτικη αυγή. Κάμποσα μέτρα πιο πέρα απ’ το χωράφι του Ταξιάρχη, κάτω από μια μουριά και σε σημείο που δεν ήταν ορατό από τον άνδρα, σε δυο ανάλαφρες κίτρινες πετσέτες παραλίας με ήρωες της Disney, δύο κορίτσια με μπικίνι κι αξύριστες μασχάλες άνοιγαν τα μάτια τους, μ’ εκείνα τα εύσωμα χασμουρητά του τουρισμού και τα ανέφελα γελάκια πιτσουνιών, αναζητώντας τα πράγματά τους γύρω γύρω. Χαράματα σχεδόν είχε τελειώσει το πανηγύρι του Σωτήρα, στο διπλανό χωριό, κι όσοι είχαν ξεμείνει από οχήματα στον δρόμο προς τη Χώρα βρίσκονταν λιάρδα και γερμένοι με μιαν ηδονική εξάντληση μες στις ξερολιθιές και τα χωράφια. Λίγοι γιαρμάδες γινωμένοι, πέντε-έξι βερίκοκα κι ένα μισοφαγωμένο καρπουζάκι είχαν μετατραπεί πλέον σε μοντέλα για νεκρή φύση μες στην πλαστική σακούλα – ένα άντρο σκαθαριών και μυρμηγκιών που βόλταραν στις πληγές των φρούτων, έχοντας για γέφυρα ένα λουράκι από κόκκινο σανδάλι.

Για μια στιγμή ένα αεράκι θρόισε τα φυλλώματα του δέντρου, στο βάθος αναρίγησε η θάλασσα, ενώ μια επιπόλαιη αντανάκλαση χτύπησε το πρόσωπο του κοριτσιού με τις αφέλειες, που, ξαφνιασμένο από το φως, έβαλε το χέρι του στο πρόσωπο κι έστρεψε το κεφάλι προς το σκιάχτρο. Ο Μηνάς, με το χασαπομάχαιρο στο χέρι, ήταν χωρίς αμφιβολία ο σίριαλ κίλερ του νησιού, που θα έκανε, μες στις καλαμιές, τους ίδιους γύρους με αυτούς τού Τζακ Νίκολσον στη «Λάμψη», σκέφθηκε το ξανθό κορίτσι, που μάζευε πανικόβλητο τα πράγματά του πλέον· της θύμισε, μάλιστα, κι αυτόν τον μελαχρινό βαρκάρη, με το ίδιο ακριβώς πουκάμισο και τα χταπόδια στην ταβέρνα, που χθες βράδυ την πότισε, γελώντας τρανταχτά και σφίγγοντάς τη γερά στον σβέρκο, αμέτρητα σφηνάκια από τσίπουρο, «Γκεια μας! Γκεια μας, ώπα!» Το κορίτσι καιγόταν και πνιγόταν, αλλά εκείνος, ροδοκόκκινος, το έβρισκε αστείο και την τραβούσε να χορέψουν στο κέντρο της πλατείας. Να που τις ακολούθησε λοιπόν! Και πήρε να τρέχει ξυπόλητο προς τη δημοσιά. «Γκεια μας, γκεια μας!» βούιζαν τ’ αυτιά της· τα πόδια της δεν ένιωθαν τις πέτρες και τ’ αγκάθια, το αίμα από τις εκδορές, τους μώλωπες στα δάχτυλα· το κορίτσι πατούσε σε βατήρες πουπουλένιους, «Ώπα! Γκεια μας! Ώπα!», που το έφερναν όλο και πιο κοντά στην άσφαλτο, σ’ αυτήν τη Γη της Επαγγελίας, πόσο μάλλον τώρα που έπαιρνε τ’ αυτί της κι ένα αυτοκίνητο να κατηφορίζει απ’ το βουνό – ένα ταξί, αν είχε δει σωστά. Ωστόσο, το κορίτσι με τις αφέλειες έμενε στη θέση του ακόμη, παγωμένο· ο κόσμος κυλούσε σε στριγκούς ήχους ταινίας που τις μασάει κασετόφωνο· εικόνες έκαναν παράσιτα, και πεταλούδες τσιτσίριζαν χρώματα στα μάτια· το μαχαίρι σε λίγο θα την έβρισκε στο λαρύγγι ή τον σβέρκο· οι εφημερίδες θα πουλούσαν με τίτλους ηχηρούς, κι εκείνη, πρωτοσέλιδο, θα πόζαρε σε μια φωτογραφία αποφοίτησης, με τα μαλλιά μπανάνα, που τελικά δεν την κολάκευαν καθόλου· η οικογένειά της θα απαιτούσε αποζημιώσεις σε μια περιπέτεια από δίκες· ο πατέρας θα το ’ριχνε, κατά παράδοση, στ’ αλκοόλ, η μητέρα θα ξανάπαιρνε αγκαλιά τα ογδόντα της κιλά, ενώ τα αδέλφια της θα ’διναν συνεντεύξεις να εκτοξεύσουν την καριέρα τους. Ποιος ξέρει; Ίσως να γινόταν και ταινία με φόντο το νησί! Όταν όμως παρατήρησε πως ο δολοφόνος παρέμενε απλώς απειλητικός και στην ίδια πάντα θέση, η εκδοχή της επιστήμης πως ήταν ένας από αυτούς που είχαν βίτσιο να τρομάζουν τους ανθρώπους, με αυτήν τη διαστροφική επίδειξη δύναμης, υπερίσχυσε του φόβου και το ’βαλε στα πόδια.

Ο Ταξιάρχης όλην αυτήν την ώρα είχε στυλώσει το βλέμμα του στην τσάπα, δίπλα ακριβώς απ’ το πουγκί με τα χρυσά δόντια, αφού είχε στρέψει, προηγουμένως, καχύποπτος το βλέμμα έναν γύρο μην κι εντοπίσει κάναν κίνδυνο – αν και ήξερε, βέβαια, πως ο Μηνάς δεν ήταν φύλακας μόνο για όρνια και για ζώα. Στο βάθος, πάνω στις στροφές του βουνού που ανέβαινε κατακόρυφα σχεδόν, φαινόταν να ξεμακραίνει ένα τζιπ που έσερνε μια βάρκα. Ένα ταξί είχε διασταυρωθεί στην κάθοδο μαζί του, σε μια κλειστή, επικίνδυνη στροφή, αλλά ο Ταξιάρχης δεν το είδε, καθώς το βουνό έριχνε μια βαριά, σκούρα σκιά σ’ εκείνο το σημείο. Στην άλλη πλευρά, ένα βυτιοφόρο κατακόκκινο, με κατεύθυνση τη Χώρα, είχε στη διαπασών πανηγυριώτικα τραγούδια, «τα σφάλματά σου πέλαγα/ που μ’ έπνιγαν και γέλαγα». Όταν ο Ταξιάρχης σιγουρεύτηκε πως όλα πήγαιναν ρολόι, έσφιξε με τα χέρια του την τσάπα, όπως είχε αρπάξει χθες το βράδυ απ’ τα μπράτσα τη μοιχαλίδα, λέει, αρραβωνιαστικιά του πάνω στον χορό, «μα όπου και να πάω χάνομαι/ σαν τον ναυαγό αισθάνομαι»–πως ήταν μοιχαλίδα η Ανεζίνα τού Λευτέρη, του τσαγκάρη, το ήξερε ο Ταξιάρχης–, την Ανεζίνα είχε λοιπόν αρπάξει άρον άρον, «μόνο από σένα πιάνομαι/ για να μη χαθώ», που την είχε χρυσοπληρώσει σε παραγγελιές στα πανηγύρια,σε μοδίστρες για τα λογοδόσματα, «κι εγώ να είμαι ο ναύτης σου/ καράβι το κορμάκι σου», σεαρραβώνες κι επετείους, τοπικές γιορτές, και την είχε γυρίσει σε άριστους οδοντογιατρούς να της φυτέψει τα χρυσά της δόντια. Έτσι ήταν, άλλωστε, το έθιμο σε όλη τη φυλή και τη φαμίλια του. Να έχουν χρυσόστομες γυναίκες! Τα μπροστινά δόντια της Ανεζίνας, επτά τον αριθμό –ένα για κάθε μήνα γνωριμίας–, ήταν ο καθρέφτης του Ταξιάρχη μες στον κόσμο: η τιμή, η μπέσα, ο πλούτος και η προκοπή του. Ένας χρυσοθήρας στο Αμέρικα, ένας κούκλος, εντέλει, και ήρωας γουέστερν υπήρξε ο Ταξιάρχης! Πριν από λίγες μέρες, μάλιστα, την είχε ετοιμάσει για το πανηγύρι και της ξερίζωσαν έναν τραπεζίτη – πραγματική επένδυση, μια και το δόντι ήταν μεγαλύτερο από τ’ άλλα. Στο πουγκί όμως ο Ταξιάρχης δεν μέτρησε παρά επτά.

Όταν κατέφθασε η Αστυνομία, το ταξί και τα κορίτσια, οι ντόπιοι δεν έβλεπαν δολοφόνο, παρά μόνο τον Μηνά· η Ανεζίνα ατένιζε τον ουρανό με μια τανάλια και κάμποσο χώμα στο ανοιχτό της στόμα, ξεθαμμένη, κι ο Ταξιάρχης σήκωνε ψηλά τα χέρια και παραδινόταν, προς απρόσμενη σύγχυση των παρισταμένων, που, από τη δημοσιά, δεν αντιλαμβάνονταν τον λόγο.

*Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το Τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει ασχοληθεί με το θέατρο και τη γραφιστική. Γράφει ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, δοκίμιο και βιβλιοκριτική. Έως σήμερα έχει εκδώσει δεκαπέντε βιβλία. Από το 2016 επιμελείται την περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου “diP generation”. Άρθρα της, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής έχουν δημοσιευτεί σε πολλά περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα, ενώ το έργο της έχει συμπεριληφθεί σε πολλές ανθολογίες. Ζει στις Βρυξέλλες.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.