Μαγεια

«Να σ’ αγναντεύω θάλασσα» – Ιστορίες του θέρους

Έξι του Αυγούστου η μεγάλη γιορτή του Σωτήρος, και μια τέτοια μέρα απαγορευόταν το μπάνιο στη θάλασσα, γιατί, όπως έλεγαν οι γερόντισσες στη γειτονιά, τότε έριχναν τα μάγια στα κύματα και οι ανήξεροι λουόμενοι μάζευαν όλο το κακό πάνω τους – σωματική και πνευματική αδυναμία, κακοτυχία, ερωτικές απογοητεύσεις και χωρισμούς, καθώς και κάθε λογής μεταδοτικές αρρώστιες. Οι μανάδες του Μάριου και του Άγγελου τα έπαιρναν υπόψη τους κάτι τέτοια και τους απαγόρευσαν αυστηρά να κατεβούν με το υπόλοιπο παιδομάνι στην παραλία· ας έπαιζαν κάπου ολόγυρα, δεν θα στέρευε δα και η θάλασσα μέχρι την επομένη.

Τα παιδιά άρχισαν να τριγυρίζουν με τα ποδήλατα στη γειτονιά και μετά σκοπίμως όλο και να ξεμακραίνουν, έτσι που έφτασαν αλητεύοντας στο ποτάμι, που ήταν αρκετά μακρινός προορισμός. Πέταξαν τα ποδήλατα καταγής· τα θρασεμένα χορτάρια της άνοιξης είχαν συρρικνωθεί και κιτρινίσει πια, και η εαρινή πανδαισία χρωμάτων που θυμούνταν είχε αντικατασταθεί με όλες τις διαβαθμίσεις της ώχρας, με μόνη εξαίρεση το χλοερό πράσινο των καλαμιών, που θρόιζαν φλύαρα, τη σκούρα, σχεδόν μαύρη, διάτρητη λάσπη της όχθης, όπου μπαινόβγαιναν στις τρυπούλες της διάφορα άγνωστα ζούζουνα, το σκούρο κόκκινο χώμα κάτω από τα πόδια τους στο δρομάκι, αλλά και κάτι μακρινά άσπρα σύννεφα, που κυνηγιούνταν στον γαλανό, διάφανο θόλο. Έτσι διάφανοι αισθάνονταν κι εκείνοι μέσα στο καταιγιστικό φως που τους έλουζε, που πύρωνε τα κουρεμένα κεφάλια τους και αντανακλούσε στο τενεκάκι που είχαν πάρει μαζί τους με τα σύνεργα της ψαρικής ή άστραφτε πάνω στις μπίλιες που έπαιζε πετώντας αριστοτεχνικά από χέρι σε χέρι ο Άγγελος, μέχρι που του έπεσαν και κύλησαν ανάμεσα στα ξερά χόρτα, διακόπτοντας το βιαστικό πηγαινέλα μιας ατέλειωτης σειράς μυρμηγκιών, ομολογουμένως πολύ φορτωμένων.

«Έχασες, έχασες», άρχιζε να τον περιπαίζει ο Μάριος και ύστερα πήρε να τρέχει με φόρα κατηφορίζοντας προς το ποτάμι, ενώ τον ακολούθησε καλπάζοντας ο Άγγελος.

 Πριν από λίγη ώρα είχαν ακούσει υπομονετικά τις βαρετές συμβουλές των μεγάλων, «Μην πάτε πολύ μακριά», «Προσοχή στα φίδια που παραμονεύουν παντού», «Να μαζευτείτε πριν απ’ το μεσημέρι, βγαίνει η Μεσημερού, μην τύχει και βρεθείτε στον δρόμο της, μια χαψιά θα σας κάνει». Μα ήταν πολύ μεγάλοι για παιδιάστικα φόβητρα κι απαγορεύσεις, θα πήγαιναν πια στην πέμπτη, ο κόσμος άλλαζε καταιγιστικά μέσα τους κι έξω τους, αφού πριν από τρία καλοκαίρια είχαν δει με τα ίδια τους τα μάτια στην τηλεόραση τον αστροναύτη που πάτησε στη Σελήνη.

Το ποτάμι είχε λίγο νερό, αργοσάλευε αχνοπράσινο, ένα σωρό έντομα βόμβιζαν από πάνω του, σφήκες, σκούρκοι, μυγάκια και λιβελούλες, μύριζε λυγαριά και μυρτιά. Οι πέτρες είχαν το πιο εκτυφλωτικό άσπρο που είχαν δει ποτέ και πιο μέσα οι μαύρες όχθες βάθαιναν απότομα.

«Λες να βρούμε και χέλια, λες να βρούμε και χέλια;» ρωτούσε ξανά και ξανά σε έναν παροξυσμό αδημονίας ο Άγγελος, πηδώντας από πέτρα σε πέτρα, ενώ ο Μάριος προσπαθούσε ευσυνείδητα να ετοιμάσει τα σύνεργα της ψαρικής, όπως είχε δει να κάνουν κάποιοι πολύ μεγαλύτεροί τους και έμπειροι.

Και τότε είδαν και οι δύο συγχρόνως το καβούρι· ένα τεράστιο, σκούρο καφετί καβούρι, με μεγάλες, αεικίνητες δαγκάνες, που όταν τους αντιλήφθηκε, άρχισε να τρέχει παραλογισμένο πάνω στις πέτρες.

«Ο βασιλιάς των καβουριών!» φώναξε ο Άγγελος. «Έλα, παράτα την ψαρική, πρέπει να πιάσουμε τον βασιλιά όλων των καβουριών!» ούρλιαξε.

Ο Μάριος ακολούθησε τον Άγγελο, που έτρεχε πίσω απ’ το καβούρι, κι εκείνο ανεβοκατέβαινε στις πέτρες με τα λοξά, παράξενα βήματά του, παραπατώντας πανικόβλητο, σαν να έβλεπε με τα δύο σκούρα μάτια του ‒στα κουρεμένα κεφάλια των παιδιών, στα άκρα τους που κινούνταν πυρετικά, στα ορθάνοιχτα μάτια τους, στα φθαρμένα τους πέδιλα και στα πόδια τους με τις πολλές αμυχές και τις πληγούλες στα γόνατα‒ τον μεγαλύτερο εχθρό που είχε ποτέ συναντήσει σε όλη την καβουρίσια ζωή του. Το κυνήγησαν πάνω στις λείες, στεγνές πέτρες, του έκοψαν τον δρόμο προς το ποτάμι, το στρίμωξαν ανάμεσά τους, αφού πρώτα κατατρόμαξαν δύο βατράχια, που πήδησαν πανικόβλητα στο νερό, και τελικά ο Μάριος με μια απεγνωσμένη κίνηση ‒ή τώρα ή ποτέ‒ κατάφερε να το βουτήξει. Τον βούτηξε όμως με τη φαραωνική δαγκάνα του και το καβούρι, πριν καταλήξει στο τενεκάκι, δίνοντάς του μια γερή τσιμπιά στον δεξή του αντίχειρα, απ’ όπου έτρεξε αίμα. Ο Μάριος το έβρισε με όλες τις απαγορευμένες λέξεις που ήξερε και ύστερα κάθισαν κι οι δυο τους στις πέτρες της όχθης να ξαποστάσουν.

Μιλούσαν ακατάπαυστα για το καβούρι, κι εκείνο έκανε διαρκώς θόρυβο, προσπαθώντας να σκαρφαλώσει στα τοιχώματα και να βγει απ’ το τενεκάκι, αντιδρώντας ωστόσο μάταια στη στυγερή αιχμαλωσία του, αφού το είχαν καπακώσει γερά εκεί μέσα. Οι δύο φίλοι, λες κι αυτό το μεγάλο κατόρθωμα έκανε να εκπνεύσουν όλα τα υπόλοιπα όνειρά τους για ψάρεμα στο ποτάμι, αποφάσισαν να επιστρέψουν. Πήραν τον δρόμο του γυρισμού με πολύ λιγότερο κέφι, σαν να μην ήταν μια τεράστια νίκη το πιάσιμο του καβουριού, και η ένδοξη μέρα τους σταδιακά τώρα κατρακυλούσε απ’ το ζενίθ της πιο μεγάλης χαράς σε ένα ναδίρ απόλυτης βουβαμάρας μεταξύ τους. Όταν έφτασαν κοντά στα σπίτια τους, πριν χωρίσουν, ο Μάριος γύρισε και είπε στον φίλο του:

«Πάρ’ το εσύ το καβούρι. Με δάγκωσε το βλαμμένο… Δεν το θέλω καθόλου».

Ο Άγγελος, στερεώνοντας στον τοίχο της μάντρας του σπιτιού του το ποδήλατο, κατάλαβε πως ούτε εκείνος το ήθελε. Τι να το κάνει; Το βλέμμα του έπεσε στο κηπάκι της γειτόνισσας, όπου είχε φυτέψει ντομάτες, μελιτζάνες, φασόλια και πιπεριές. Εκεί λοιπόν θα το άφηνε, και το καβούρι θα έβρισκε σίγουρα άλλο σπιτάκι. Πλησίασε τον φράχτη ‒ε, όχι, τον ίδιο δεν θα τον δάγκωνε‒, ξεκαπάκωσε το τενεκάκι και αναποδογύρισε προσεκτικά το καβούρι πάνω στο παχύ, ποτισμένο κοκκινόχωμα.

Πέρασαν οι μέρες κι ο Άγγελος ξέχασε το συμβάν. Ούτε με τον φίλο του ξαναμίλησαν για τον βασιλιά όλων των καβουριών που αιχμαλώτισαν και την τύχη του. Εξάλλου ήταν τόσα τα παιχνίδια στη θάλασσα με τους φίλους τους, είχε φτάσει κι ο Δεκαπενταύγουστος με το πανηγύρι του και τα σπίτια τους γέμισαν με φιλοξενούμενους συγγενείς από την Αθήνα. Κάθε μέρα ήταν και μια ατέρμονη περιπέτεια με βουτιές απ’ τα βράχια και παιχνίδι ώρες ατέλειωτες στην αλάνα.

Ήταν Σεπτέμβριος πια, τρυγούσαν τα αμπέλια, σε λίγο θα άνοιγαν τα σχολεία, όταν μια μέρα ο Άγγελος, που τριγύριζε στην αυλή, άκουσε τη γειτόνισσα να λέει χαμηλόφωνα στη μητέρα του:

«Μάγια μού έκαναν, σου λέω, με μάγια με έδεσαν! Άλλο κακό να μη με βρει… Τι γύρευε ένα καβούρι θρεφτάρι στον κήπο μου ανήμερα του Σωτήρος; Δεν έχεις ξαναδεί τέτοιο καβούρι! Είδα κι έπαθα να το πιάσω. Τρεις φορές χρειάστηκε να πάω δύο ώρες δρόμο με το λεωφορείο για να μου λύσει τα μάγια μια γυναίκα που ξέρει απ’ αυτά. Κι άλλες τόσες ήρθε εκείνη εδώ για να κάνει τις αναγκαίες γητειές στο κηπάκι μου… Ένα σωρό λεφτά! Μα να φοβάμαι να φάω απ’ το μποστάνι μου;… Μόνο να ’μάθαινα ποιος μου έριξε τα μαγιλίκια και θα σου έλεγα εγώ. Που να στέρξουν στην κεφαλή του όλης της οικουμένης οι συφορές…»

Ο Άγγελος έμεινε άλαλος. Μπήκε μέσα στο σπίτι δίχως να πει τίποτα, έτοιμος να βάλει τα γέλια, ή μπορεί και τα κλάματα. Το σκεφτόταν για μέρες και ύστερα προσπάθησε να το ξεχάσει. Ωστόσο καθόλου δεν το ξέχασε, η κατάληξη της ιστορίας ήρθε κι έμεινε, με όλο το άπλετο φως εκείνης της καλοκαιριάτικης μέρας που βρήκαν το καβούρι, κάπου στα βάθη του κήπου. Περνώντας τα χρόνια, κατάλαβε πως η μαγεία είναι κάτι πολύ παράξενο, που δημιουργείται, έτσι τυχαία, από παράταιρα πράγματα. Μπορεί κι από λάθη.

*Η Αλέκα Πλακονούρη γεννήθηκε στα Φιλιατρά Μεσσηνίας. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του ΔΠΘ στην Κομοτηνή και στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως επιμελήτρια εκδόσεων.

Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορούν οι συλλογές διηγημάτων της: «Οι δαίμονες του Αρέτσο» (2021) και «Τρύπα στο ταβάνι» (2024). Είναι μέλος του Δικτύου γυναικών συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών «Η φωνή της» και συμμετέχει στις συλλογικές εκδόσεις του «Η φωνή της» (Καστανιώτης, Αθήνα 2023) και «Εκατό και είκοσι φωνές» (Καστανιώτης, Αθήνα 2025). Το θεατρικό της «Φιλαινίδα, Φιλαρέτη, Φωτεινή» ανέβηκε στο θέατρο «Τόπος Αλλού». Η ποιητική της συλλογή «Το μεγάλο της Έψιλον» πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Θράκα. Διηγήματα, ποιήματα και κριτικά κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.