Το φιλι
Να σ’ αγναντεύω θάλασσα» – Ιστορίες του θέρους
«Μπορεί ένα φιλί να σου αλλάξει τη ζωή; Τη δική μου πάντως δεν την άλλαξε διόλου!» Λινή τραγιάσκα, λαχούρ μαντηλάκι, παλιά σπορ γραμμή. Απροσδιορίστων χρόνων, πολλών σεβάσμιων χιονιών. Αλλά τώρα είναι καλοκαίρι κι αυτός γελάει. Κουνιέται από τη θέση του στον ξύλινο πάγκο, το τρενάκι κάνει μια απότομη στροφή. Από την καμάρα κάτω, το βάραθρο μετράει τον ουρανό, άβυσσος και σύννεφο διαλύονται στα ουράνια. Ένα κοράκι κράζει. «Ψάχνει το ταίρι του», μου λέει και το μάτι του δοκιμάζει το κενό.

«Τι σας έλεγα; Α, ναι. Για εκείνο το φιλί…» Σταματάει. Το τρένο σφυρίζει στην τοξωτή γέφυρα ψηλά. Ένας ίσκιος μάς χτυπάει στο πρόσωπο, μπαίνουμε μέσα στη σκοτεινή σήραγγα. «Δεν μου άλλαξε τη ζωή, μα μου τη στοίχειωσε, το άτιμο, όλη!» Σκύβει στο αυτί μου ήσυχα, μαλακά, καθώς οι ομιλίες γύρω μας ζουζουνίζουν.
Ένα καλοκαίρι, λέει, ήταν όπως αυτό, θα πήγαιναν στον Πύργο του Αντωνάκη, στις Μηλιές, που θα έκανε η κόρη του, ανήμερα του Αγίου Προκοπίου, «γενέθλιο πάρτι». Ζέστη, ντάλα, μα μόλις ανέβηκαν λίγο στο βουνό, το αεράκι τούς ανακάτεψε το κεφάλι, «δροσερό σαν μενεξές…» Πήρε άλλη μία ανάσα.
Το τρένο έμπαινε όπως και τώρα στο τούνελ αυτό, κι από το φως στο σκοτάδι, τα μάτια τους δεν ξεχώριζαν καλά καλά μήτε τους ίσκιους. Οι φωνές χαμήλωσαν. Κάτι κορίτσια που κρατούσαν λουλούδια («ω, τι εύχαρις και ανέμελος κόσμος των εκδρομέων!») και που είχαν πιάσει κανονικά το τραγούδι, σώπασαν κι αυτά. Μονάχα το σίδερο ακουγόταν απ’ τις ράγες. Και τότε, σαν από το πουθενά, κάποια χείλια κόλλησαν μαλακά στο στόμα του. Στεκόταν όρθιος, κρατημένος από τις χειρολαβές και δεν είχε τρόπο με την παλάμη του να τη φτάσει. Μονάχα αισθάνθηκε το κορμί της, σφιχτό και ευωδιαστό, κι όπως έκανε ξαφνιασμένος να τραβηχτεί, τον χάιδεψε στο μάγουλο το κρόσσι απ’ τα μαλλιά της. Αφέθηκε παραδομένος σ’ αυτό που θα ’λεγες περίμενε σε όλη του τη ζωή: το φιλί της.
Ήταν ένα φιλί ατελείωτο ή τουλάχιστο ίσαμε το τέλος εκείνης της σήραγγας και διαφορετικό· όση διαφορά κάνει το φως απ’ το σκοτάδι. Και ήταν τόσο «μαλακό, θεσπέσιο και θείο» που δεν άφηνε κανένα περιθώριο διαφυγής. «Η γλώσσα της κύλησε, θα σας έλεγα, πρωτίστως στο μυαλό μου. Χάιδεψε τη γλώσσα μου παραλυτικά κι εγώ αφέθηκα να βουλιάξω στη ζεστή εκείνη δεξαμενή μέσα. Βούτηξα το κεφάλι μου βαθιά, κολύμπησα στα μισόνερα. Κι ύστερα, πετάχτηκα έξω από το νερό, να ανασάνω. Το τρένο έκανε μια στροφή και βγήκε στη μέρα. Ο ήλιος χτύπησε τα μάτια μου πονετικά. Γύρισα να κοιτάξω γύρω, θολά, ζαλισμένος. Μια γυναίκα στραβομουτσουνιασμένη έκανε από απέναντι αέρα με τη βεντάλια της, κάτι παιδιά έπιασαν, κάτω από τα πόδια μου, να χτυπούν παλαμάκια. Ο ηλικιωμένος κύριος άνοιγε πάλι την εφημερίδα του να διαβάσει. Και τίποτα δεν ήταν, πουθενά, που να προδίδει ή να δείχνει αυτό που έγινε. Κανένας.
Πώς κάνω να γυρίσω το κεφάλι και βλέπω τότε στο παραδίπλα κάθισμα την ξαδέρφη μου, τη Δέσποινα, να κρατάει τα μάτια χαμηλωμένα. Γυρίζει, μου κλέβει από τα μάτια μια ματιά. Κι αμέσως γίνεται κατακόκκινη σαν παπαρούνα. Πιάνει να κοιτάει το πάτωμα ξανά. Κατάλαβες τώρα, αγαπητέ; Το λουλούδι έμπαινε στον μίσχο του πίσω!»
Αλλά τι άρωμα είχε αφήσει στο μεταξύ να αναδυθεί, τι ουράνια ευωδία… «Ουράνια και νοσταλγική ευτυχία, αγαπητέ…» Μισοκλείνει τα μάτια του. Τα σύννεφα που περνούν από μέσα τους, τα φωτίζουν. Αν μπορούσε να μου το εξηγήσει με λόγια, θα έλεγε πως ήταν ένα γλυκόξινο άρωμα, που ερέθιζε την όσφρηση, ακριβώς όπως μια πνοή πορτοκαλιάς. Αν μπορούσε βέβαια να το βάλει σε λόγια.
«Ω, Δέσποινα των λογισμών μου!» αναστενάζει. Καθώς έγερνε το κεφαλάκι της, ο ήλιος χρύσιζε το στεφάνι από τα μαλλιά της, που τα είχε μαζεμένα ψηλά σε κοτσίδες. Θυμότανε κάθε λεπτομέρεια τώρα: το άσπρο της φουστάνι, τα θεϊκά της σάνδαλα. Την καδένα με το σταυρουδάκι που έκοβε τον λαιμό της. Στη γιορτή μέσα, το σταυρουδάκι είχε κυλήσει μάλιστα προς τον ανοιχτό της ώμο, στραβά. Και πού να τολμούσε αυτός να της το ισιώσει… Την κοίταζε που τον περίμενε σαν ανθοδέσμη στο βάζο της, στη γωνία του βραδινού εκείνου κήπου, μέσα στη δροσιά. Το τριζόνι έτριζε πάνω από το κεφάλι τους, τα φυλλώματα φούσκωναν – άλλες φωνές τώρα. Ξηροί καρποί, βερμούτ και κονιάκ, «τα πυρομαχικά της νεότητος» και η μουσική από το πικάπ που έπαιζε εκεί, στο περβάζι, με το καλώδιο συνδεμένο.
«“Από δω η φίλη μου, η Αρετή, να σου τη συστήσω…” μου λέει τότε η Δέσποινα σε μια στιγμή και μου βάζει μπροστά μία άλλη. Την κοιτάζω, ένα ελαφοκόριστο ήτανε με κοντά μαλλιά και κάτι μεγάλα μαύρα μάτια, ζαλιστικά και αλλοπαρμένα. Ατίθασο παιδί. Κι όπως κάνω να πλησιάσω τη Δέσποινα, με προλαβαίνει αυτή η Αρετή να με ρωτήσει τι σπουδάζω. Να μάθει και τις προτιμήσεις μου στη μουσική. Πάει η Δέσποινα, φεύγει, χάνεται. Και μου μένει η Αρετή στον κήπο εκείνο, φάντης μπαστούνι. Να το πω αλλιώς αυτό που μου συνέβη; Αν η Δέσποινα ήταν πορτοκαλιά, η Αρετή θα ήταν, το δίχως άλλο, νεραντζιά. Μπορεί γι’ αυτό να προσπάθησα κι εγώ να την μπολιάσω. Μη με κοιτάτε καθόλου – το έκανα και αυτό». Σηκώνει τον ώμο του. «Πώς το ξέρω; Μα την παντρεύτηκα την Αρετή, καημένε…» Τώρα σηκώνει και τα χέρια του ψηλά: «Αφού το Δεσποινάκι ήταν πρώτη μου ξαδέρφη, τι να κάνω!» Τουλάχιστον η Αρετή ήταν φίλη της κολλητή, μπορεί κάτι να περνούσε από το κόλλημα εκείνο και στην άλλη.
Κουνάει το κεφάλι του. «Δεν τη γλέντησα τη ζωή μου, όσο η Αρετή, έχω να πω… Από την πρώτη κιόλας στιγμή, τα έφτιαξε με τον φωτογράφο που είχε τραβήξει τις φωτογραφίες του γάμου μας, στον θεό σου. Ύστερα κόλλησε στον Παπαναστασίου, τον αρχιτέκτονα που μας έκανε τα σχέδια. Στον Κοσμόπουλο, τον μηχανικό μας κατόπιν, α, μ’ αυτόν είχε ομολογουμένως μεγάλη σχέση, όσο κράτησε το χτίσιμο του σπιτιού. Με τον ηλεκτρολόγο και τον υδραυλικό, βεβαίως, τον καιρό που γίνονταν οι εργασίες, εναλλάξ και σταυρωτά. Και μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια, ποιος ξέρει και με ποιον άλλο. Αλλά μήπως ήρθαμε ποτέ κοντά; Ίσως γι’ αυτό. Δεν μοιραστήκαμε ποτέ τα δικά μας…» Σκουπίζει το μέτωπό του. Το φιλί που του είχε κάποτε χαρίσει τον ουρανό, του το είχε γυρίσει, ως φαίνεται, η γη πίσω. Η μπολιασμένη τζανεριά είχε βρει τη δική της φύτρα πάλι.
«Τι τα θέλετε, άλλος ήταν για μένα ο απαγορευμένος καρπός. Το λάθος της ζωής μου με είχε στοιχειώσει. Πώς γλίστρησα στα χέρια ενός ανθρώπου απατηλού. Πώς βασανίστηκα άδικα, από έναν νόμο. Α, αν είχα κάνει τη σωστή επιλογή, αν δεν είχα στο κεφάλι μου όλες εκείνες τις κοινωνικές προκαταλήψεις… Και τι πείραζε που ήταν κοντινή μου ξαδέρφη η Δέσποινα, μου λέτε; Το πιο σωστό φιλί της ζωής μου εκείνη μου το είχε δώσει. Ένα αλάνθαστο φιλί για έναν λάθος δρόμο!»
Χρόνια μετά, είχε τολμήσει, λέει, και να της το πει. Βρίσκονταν στον κήπο του ίδιου αρχοντικού όπως και τότε. Βραδιά καλοκαιριού, γλυκιά και μεθυσμένη. Μεγάλοι πια και οι δύο, αλλά όχι τόσο για να έχουν ξεχάσει τα παλιά. Το εγγονάκι του παλιού τους τριζονιού έπαιρνε πάνω από το κεφάλι τους φόρα. Βέβαια, το θυμόταν κι εκείνη εκείνο το φιλί στο τρένο. Καταπίνει μια γερή γουλιά από το ποτό της.
«Δέσποινα…»
Μόνο που δεν ήτανε αυτή, τον προλαβαίνει.
«Δεν ήσουν εσύ;»
Σηκώνει τον ώμο της. Μα ποια ήταν τότε;
Η Δέσποινα ξεροκαταπίνει. Είχαν καταστρώσει ολόκληρο σχέδιο, λέει, για το περίφημο φιλί. Το φιλί που δεν την είχε ποτέ προδώσει.
«Ποια, στην ευχή; Ποια ήτανε; Ξαναρωτώ. Μπορείτε εσείς τώρα να καταλάβετε ποια στην οργή ήταν;»
Τάρτου (Εσθονία), 8 Ιουλίου 2026
*Η Μαγδαληνή Θωμά είναι Δρ φιλολογίας. Έχει διδάξει Ν. Γλώσσα στα Τμήματα Μητρικής Γλώσσας του Μπορντό και της Λίλλης, στο Liceo Classico “Marco Foscarini” της Βενετίας, στο Κλασικό Λύκειο της Βιτσέντσας, στο Κλασικό Λύκειο του Καστελφράνκο, στο Κέντρο Γλωσσών και στη Θεολογική Σχολή του πανεπιστημίου του Τάρτου (Εσθονία). Έχει δημοσιεύσει τα μυθιστορήματα: «Ο πόνος είναι μοναχικό ζώο» (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2014), «Θα ερχόσουν μαζί μου στη Νορβηγία;» (Βακχικόν, Αθήνα 2015), «Μες στη νύχτα του κόσμου» (Βακχικόν, Αθήνα 2018) και τη συλλογή διηγημάτων «Τον πατέρα στην πλάτη» (Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2025). Έχει καταπιαστεί και με τη μετάφραση της εσθονικής λογοτεχνίας από το πρωτότυπο και έχει εκδώσει τα βιβλία: «Ανθολογία εσθονικής ποίησης “…απ’ τον αμίλητο καιρό”» (Βακχικόν, Αθήνα 2018), Anton Hansen Tammsaare, «Ο θάνατος του παππού και άλλες εσθονικές ιστορίες» (Οροπέδιο, Αθήνα 2019), Jüri Talvet, «Ακόμα και η βροχή έχει ψυχή» (Οροπέδιο, Αθήνα 2021). Συμμετείχε, επίσης, στις συλλογικές εκδόσεις: «Ιστορίες στα όρια, 29 Ιστορίες που διακρίθηκαν στον 5ο διεθνή διαγωνισμό διηγήματος» (Παράξενες μέρες, Αθήνα 2015), και στα «Οι εκπαιδευτικοί γράφουν…», σε επιμέλεια της Ελένης Κ. Παπαδοπούλου (Γράφημα, Θεσσαλονίκη 2020, Α΄ τόμος) και Β΄ τόμος (2021). Διηγήματα και λογοτεχνικές κριτικές της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και στην εφημερίδα «Θεσσαλία».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
