Θεατες μιας γλωσσικης «ανασκαφης», ως πραξης αντιστασης στη ληθη

Υπήρξαν οι Κομοτηναίοι στην παρουσίαση του πρώτου βιβλίου της Κωνσταντίνας Καλλιντζή, «Ένι ανιτσhιφαλάδα να πιτάξ ντ γκαρπουζουφλάδα;», στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κομοτηνής

―Στα διαλεκτικά γλωσσικά και άλλα «μνημεία» της Αγίας Παρασκευής Λέσβου μάς «ταξίδεψαν», οι κ. Πηνελόπη Καμπάκη-Βουγιουκλή,  Αγγελική Ευθυμίου και η συγγραφέας, καθώς και οι κ. Θεοδώρα Μάλαμα και Γιώργος Καζαντζής με τις αναγνώσεις τους,  αμέσως μετά τον ζεστό χαιρετισμό της  κ. Δόμνας Τερζοπούλου  

«—Θέλω να μάθω να μιλώ τη γλώσσα των προγόνων μου.

—Τσhι δε ντ μαθαίν’ς; Ποιος σι βαστά;

—Μα δεν μπορώ μόνη μου!

—Γιατί, ουλ’ μεις τίλουγια ντ μάθαμι;

—Πρέπει να πάω ιδιαίτερο, θεία.

—Ε, άμα θελ’ς να πας στου ιδιαίτιρου, τράβα, τι μας του λεγ’ς;

—Μα πρέπει να μου το βρείτε εσείς!

—Τι να σ βρούμι μουρ ξhλουμέν;’ Του αναγκαίου;

—Αυτό ακριβώς λέω θεία, είναι αναγκαίο να μου βρείτε ιδιαίτερο.

—Δίνι μ Θε μ απουμουνή μι τουτ ντ φουσκουμλιά που κβανίσhτσhι απά στου τσhιφάλ’ μ! Μπίστσα!»

Κωνσταντίνα Καλλιντζή, «Ένι ανιτσhιφαλάδα να πιτάξ ντ γκαρπουζουφλάδα;

Διάλεκτος της Αγίας Παρασκευής Λέσβου», β΄ έκδοση,

εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2025, 39-40.

Μεταξύ αγαλματιδίων, αρχαιολογικών ευρημάτων και κάποιων σύγχρονων κεραμικών και γυάλινων έργων των Εφης Καραπούλη και Άγγελου Γεωργίου, το απόγευμα της Πέμπτης που μας πέρασε είχαμε την ευκαιρία να περιδιαβούμε στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κομοτηνής και σε διαφορετικού είδους «μνημεία», γλωσσικά αυτήν τη φορά, και να επιδοθούμε σε ένα διαφορετικό «ιδιαίτερο μάθημα», στη διάλεκτο της Αγίας Παρασκευής Λέσβου. Γιατί οι διάλεκτοι των τόπων μας, όσο κι αν τα παλαιότερα χρόνια προσπάθησαν να τις εξοστρακίσουν, πλέον, εδώ και μερικές δεκαετίες, θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικές. Εξ ου και η επιστημονική και μη κοινότητα καταβάλλει αξιέπαινες προσπάθειες για την καταγραφή, την ανάδειξη και διαφύλαξή τους στις επόμενες γενιές.

οι κ. Θεοδώρα Μάλαμα και Γιώργος Καζαντζής μας πρόσφεραν, με την παραστατικότητα των αναγνώσεών τους, ένα ανοιχτό παράθυρο στις καθημερινές διαλεκτικές συζητήσεις των Αγιαπαρασκευωτών

Η συγκεκριμένη περιδιάβαση στα ομιλούντα αυτή τη φορά «μνημεία» πραγματοποιήθηκε με αφορμή την παρουσίαση του λογοτεχνικού πονήματος της κ. Κωνσταντίνας Καλλιντζή, αρχαιολόγου και τ. Προϊσταμένης της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ξάνθης, με τίτλο «Ένι ανιτσhιφαλάδα να πιτάξ ντ γκαρπουζουφλάδα; Διάλεκτος της Αγίας Παρασκευής Λέσβου» (β΄ έκδοση, εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2025), για το story  της οποίας η συντονίστρια της εκδήλωσης Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη, σημείωσε ότι αφορά στο σήμερα και αναφέρεται σε με μια νεαρή φοιτήτρια Γλωσσολογίας, τη Νίκη, η οποία επιθυμεί να μελετήσει τη γλωσσική ποικιλία  που μιλούσαν στην οικογένειά της πριν την αποκλειστική καθιέρωση της κοινής νεοελληνικής. Μετά δε πολλές χαριτωμένες περιπέτειες ακατανοησίας και παρεξηγήσεων,   στο τέλος μαθαίνει να την ομιλεί και να την κατανοεί, «διασώζει»  μάλιστα, παράλληλα με τη γλώσσα, και πολλά στοιχεία από τον πολιτισμό της καθημερινότητας, τα ήθη και τις συνήθειες των Αγιαπαρασκευωτών. Ανέφερε επίσης ότι  για την  ενασχόλησή της με τα Αγιαπαρασκευιώτικα, η κ. Καλλιντζή έλαβε τον Ιούλιο του 2025 τιμητικό έπαινο από το πανεπιστήμιο Πατρών, στο πλαίσιο του πρώτου Διεθνούς Συνεδρίου για τη διάλεκτο της Λέσβου που πραγματοποιήθηκε στο νησί.

«Το βιβλίο συμβάλλει στην αναγνώριση της διαλέκτου και την απενοχοποίηση της χρήσης της. Για πολλές δεκαετίες επικρατούσε η άποψη ότι οι τοπικές διάλεκτοι ήταν λιγότερο σημαντικές από την επίσημη γλώσσα. Πολλοί άνθρωποι απέφευγαν να χρησιμοποιούν την ντοπιολαλιά τους, καθώς τη θεωρούσαν ένδειξη χαμηλότερης μόρφωσης ή κοινωνικού κύρους. Σε κάποιον βαθμό, η αντίληψη αυτή επιβιώνει ακόμη και σήμερα. Παρά τη μακρόχρονη επικράτηση αυτής της αντίληψης, τα πορίσματα της σύγχρονης γλωσσολογίας αποδεικνύουν το αντίθετο. Πλέον γνωρίζουμε ότι κάθε διάλεκτος αποτελεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα επικοινωνίας, με τη δική της ιστορία, τη δική της δομή και τον δικό της εκφραστικό πλούτο. Καμία μορφή γλώσσας δεν είναι ανώτερη ή κατώτερη από κάποια άλλη. Με αυτήν την έννοια, το βιβλίο της Κωνσταντίνας Καλλιντζή αποτελεί μια ουσιαστική πράξη πολιτιστικής αντίστασης απέναντι στην ομοιομορφία»

Στην εκδήλωση αυτή, που συνδιοργάνωσαν η Εφορεία Αρχαιοτήτων Ροδόπης, το Εργαστήριο Γλωσσολογίας +ΜόρΦωΣη και το Εργαστήριο Έρευνας και Διδασκαλίας της Ελληνικής Γλώσσας του ΔΠΘ, οι Νεότερες Θράσσες Συγγραφείς και οι εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης, ανέδειξαν τη λογοτεχνική και ιδίως γλωσσολογική αξία του βιβλίου με εισηγήσεις τους η κ. Πηνελόπη Καμπάκη-Βουγιουκλή, Ομότιμη Καθηγήτρια Γλωσσολογίας ΔΠΘ, στην ακάματη δράση της οποίας, για τη διάσωση των διαλέκτων πολλά οφείλουμε, χάρη στις συστηματικές ενέργειες που είχε υποκινήσει στο παλαιότερο Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας του ΔΠΘ και με συναδέλφους της, όπως τον κ. Ασημάκη Φλιάτουρα, Αν. Καθηγητή του ΤΕΦ, και άλλους καθηγητές και εντόπιους ερευνητές, συγγραφείς, αποφοίτους και φοιτητές του Τμήματος. Επίσης, στη σύναξη της Πέμπτης μίλησε η κ. Αγγελική Ευθυμίου, Καθηγήτρια Γλωσσολογίας στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΔΠΘ, μισή Κομοτηναία και μισή Λέσβια ως προς την καταγωγή της, καθώς και η ίδια η συγγραφέας. Την εκδήλωση διάνθισαν με τις αναγνώσεις τους, διαλεγόμενοι, δύο μέλη του Εργαστηρίου Θεατρικής Παιδείας του ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής, η κ. Θεοδώρα Μάλαμα, φοιτήτρια του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας του ΔΠΘ, και ο κ. Γιώργος Καζαντζής, φοιτητής του ΤΑΣ του ΔΠΘ, που αν και δεν ήταν εξοικειωμένοι με τη διάλεκτο, σε συνεργασία με τη συγγραφέα και την υποστήριξη της κ. Άννας Μαχαιροπούλου, ηθοποιού, σκηνοθέτιδας και υπεύθυνης του Εργαστηρίου, τα κατάφεραν άψογα και καταχειροκροτήθηκαν.

Η κ. Δόμνα Τερζοπούλου, αναπλ. Προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ροδόπης και μακροχρόνια φίλη της συγγραφέα, καλωσορίζοντας τους Κομοτηναίους στον χώρο του Αρχαιολογικού Μουσείου της πόλης

Δόμνα Τερζοπούλου

«Η Ντίνα αξίζει τον θαυμασμό μας, όχι μόνο γιατί κατέγραψε τη μητρική της διάλεκτο, αλλά πρωτίστως γιατί κατάφερε να είναι μια πολύχρωμη πινελιά σε έναν μονόχρωμο κόσμο»

Αρχικά τον λόγο έλαβε η αναπλ. Προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ροδόπης κ. Δόμνα Τερζοπούλου, η οποία, αφού καλωσόρισε τους παρευρισκόμενους στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης μας και ευχαρίστησε τη συνάδελφό της κ. Νάγια Δαλακούρα, αρχαιολόγο – μουσειολόγο, που φρόντισε τις απαραίτητες διαδικασίες της διοργάνωσης και το φυλακτικό προσωπικό –με την ευκαιρία, τους ευχαριστούμε για μια ακόμη φορά θερμά  για την άψογη συνεργασία–,  μοιράστηκε στιγμές από τη μακρόχρονη φιλία της με την κ. Καλλιντζή, η οποία ξεκινά το 1989 και τις ιδιαίτερες «διαφωνίες» τους. Ιδίως όμως για το πόνημά της και για την ιδιαίτερη αγάπη της για τον γενέθλιο τόπο, ανέφερε: «Το βιβλίο για το οποίο θα σας μιλήσουν η κ. Καμπάκη-Βουγιουκλή και η κ. Ευθυμίου αφορά βέβαια πρωτίστως την Αγία Παρασκευή Λέσβου, γενέτειρα της κ. Καλλιντζή. Την πληροφορία αυτή στη δίνει η ίδια η Ντίνα αμέσως, ελάχιστα λεπτά αφότου τη γνωρίσεις. Κράτησε για δεκαετίες και συνεχίζει να κρατά γερά σφιγμένη στη χούφτα της την καταγωγή της, προασπίστηκε με κάθε τρόπο την ιδιαιτερότητα της ταυτότητάς της, είτε αυτή είχε να κάνει με τη διάλεκτο, τα ήθη, τα έθιμα της Λέσβου, τη μαγειρική είτε την αξεπέραστη και ανυπέρβλητη ποιότητα του λαδιού της. Και φυσικά πάντα είχε να διηγηθεί μια γλαφυρή ιστορία από το χωριό της, είτε πραγματική είτε –όπως μερικές φορές υποψιάζομαι– διανθισμένη με κάποιες δόσεις φαντασίας.

Αυτά που μόλις σας ανέφερα διακρίνονται εύκολα και στο βιβλίο της: αγάπη για τον τόπο της, προσοχή στη λεπτομέρεια, ισχυρή φαντασία και φυσικά χιούμορ. […]

Η Ντίνα αξίζει τον θαυμασμό μας, όχι μόνο γιατί κατέγραψε τη μητρική της διάλεκτο, αλλά πρωτίστως γιατί κατάφερε να είναι μια πολύχρωμη πινελιά σε έναν μονόχρωμο κόσμο. Και αυτό στις ημέρες μας δεν είναι καθόλου δεδομένο, γιατί σήμερα που μιλάμε όλοι τόσο πολύ και τόσο εύκολα για ταυτότητες και διαφορετικότητα, τείνουμε να γίνουμε όλο και ποιο ομοιόμορφοι και αδιάφοροι».

(Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο τον χαιρετισμό της κ. Τερζοπούλου ΕΔΩ)

Αγγελική Ευθυμίου

«Όπως ένα αρχαίο μνημείο χρειάζεται προστασία για να μη χαθεί, έτσι και μία διάλεκτος χρειάζεται ανθρώπους που θα την καταγράψουν και θα τη μεταδώσουν στις επόμενες γενιές»

Η κ. Αγγελική Ευθυμίου, η οποία, όπως προαναφέραμε, έλκει κατά το ήμισυ την καταγωγή της, από την πλευρά του πατέρα της, από τον Πολιχνίτο Λέσβου, σήμανε την αρχή των ομιλιών. Ούσα «εξοικειωμένη» με τις διαλεκτικές φωνές που καταγράφονται στο βιβλίο της κ. Καλλιντζή, μοιράστηκε τη συγκίνησή της γι’ αυτήν την ανάγνωση, που συνοδεύτηκε από ποικίλες παιδικές αναμνήσεις, και αναφέρθηκε στη σημαντική προσπάθεια της συγγραφέα να αναδείξει και να διαφυλάξει το «γλωσσικό» μνημείο των αγια­παρασκευώτικων. Μεταξύ άλλων τόνισε:

«Η συγγραφέας δεν είναι επαγγελματίας λογοτέχνης. Είναι αρχαιολόγος, γεννημένη και μεγαλωμένη στην Αγία Παρασκευή Λέσβου. Και θεωρώ ότι αυτή η πληροφορία έχει ιδιαίτερη σημασία για την ανάγνωση του έργου. Ο αρχαιολόγος αναζητά, καταγράφει και προστατεύει τα υλικά ίχνη του παρελθόντος. Στο βιβλίο αυτό η συγγραφέας μοιάζει να επιχειρεί κάτι ανάλογο: να διασώσει ένα άυλο μνημείο πολιτισμού, τη γλώσσα του τόπου της. Γιατί και η διάλεκτος είναι ένα μνημείο. Όχι χτισμένο από πέτρα ή μάρμαρο, αλλά από τις φωνές, τις εμπειρίες και τις ζωές των ανθρώπων που έζησαν σε έναν τόπο. Και όπως ακριβώς ένα αρχαίο μνημείο χρειάζεται προστασία για να μη χαθεί, έτσι και μία διάλεκτος χρειάζεται ανθρώπους που θα την καταγράψουν, θα την αγαπήσουν και θα τη μεταδώσουν στις επόμενες γενιές. Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του βιβλίου είναι ακριβώς αυτή η καταγραφική του διάσταση. Μέσα στις σελίδες του διασώζονται λέξεις, προφορά, τρόποι έκφρασης και στοιχεία της καθημερινής ζωής που αποτελούν μέρος της ζωντανής γλωσσικής παράδοσης της Λέσβου.

Συχνά θεωρούμε ότι η διάσωση μιας διαλέκτου είναι αποκλειστικά έργο των γλωσσολόγων και των ερευνητών. Ωστόσο, η λογοτεχνία έχει μια ξεχωριστή δύναμη. Δεν διασώζει μόνο τις λέξεις, αλλά και το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτές ζουν: το χιούμορ, τη συγκίνηση, τις σχέσεις των ανθρώπων, την καθημερινότητά τους.

«Το χιουμοριστικό βιβλίο της Ντίνας Καλλιντζή ξεχωρίζει σαν δροσερό μελτέμι που φυσά από τα ακρογιάλια της Λέσβου, κουβαλώντας μαζί του τη νοστιμιά της ντοπιολαλιάς και τη ζεστασιά της λαϊκής ψυχής. Με λόγο γλαφυρό και σπιρτόζικο, γεμάτο λέξεις και εκφράσεις του λεσβιακού ιδιώματος, κατορθώνει να στήσει σκηνές που προκαλούν αβίαστο γέλιο, χωρίς ποτέ να χάνουν την ανθρώπινη τρυφερότητά τους. Οι ήρωές της μοιάζουν να ξεπηδούν από τα σοκάκια και τα καφενεία του νησιού, ζωντανοί, αυθεντικοί και αξιολάτρευτα ατελείς»

Παράλληλα, το βιβλίο συμβάλλει σε κάτι ακόμη σημαντικό: στην αναγνώριση της διαλέκτου και την απενοχοποίηση της χρήσης της. Για πολλές δεκαετίες επικρατούσε η άποψη ότι οι τοπικές διάλεκτοι ήταν λιγότερο σημαντικές από την επίσημη γλώσσα. Πολλοί άνθρωποι απέφευγαν να χρησιμοποιούν την ντοπιολαλιά τους, καθώς τη θεωρούσαν ένδειξη χαμηλότερης μόρφωσης ή κοινωνικού κύρους. Σε κάποιον βαθμό, η αντίληψη αυτή επιβιώνει ακόμη και σήμερα. Παρά τη μακρόχρονη επικράτηση αυτής της αντίληψης, τα πορίσματα της σύγχρονης γλωσσολογίας αποδεικνύουν το αντίθετο. Πλέον γνωρίζουμε ότι κάθε διάλεκτος αποτελεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα επικοινωνίας, με τη δική της ιστορία, τη δική της δομή και τον δικό της εκφραστικό πλούτο. Καμία μορφή γλώσσας δεν είναι ανώτερη ή κατώτερη από κάποια άλλη. Η κοινή γλώσσα εξυπηρετεί τις ανάγκες της ευρύτερης επικοινωνίας, ενώ οι διάλεκτοι διατηρούν ζωντανή τη μνήμη, την πολιτιστική κληρονομιά και τη μοναδικότητα κάθε τόπου.

Με αυτήν την έννοια, το βιβλίο της Κωνσταντίνας Καλλιντζή αποτελεί μια ουσιαστική πράξη πολιτιστικής αντίστασης απέναντι στην ομοιομορφία. Αποδεικνύει ότι η διάλεκτος μπορεί να σταθεί επάξια μέσα στη λογοτεχνία και να αποτελέσει όχημα αφήγησης, συγκίνησης και καλλιτεχνικής έκφρασης».

(Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την εισήγηση της κ. Ευθυμίου ΕΔΩ)

Πηνελόπη Καμπάκη-Βουγιουκλή

«Το πόνημα ξεχωρίζει σαν δροσερό μελτέμι που φυσά από τα ακρογιάλια της Λέσβου, κουβαλώντας μαζί του τη νοστιμιά της ντοπιολαλιάς και τη ζεστασιά της λαϊκής ψυχής»

Στη συνέχεια, μία έτερη γλωσσολόγος ανέλαβε να μας διαφωτίσει σχετικά με τις γλωσσικές ποικιλίες, τις ιδιαιτερότητες των λεσβιακών ποικιλιών και του ιδιώματος της Αγίας Παρασκευής, αλλά και τη σχέση του και με τη Θράκη. Ενδεικτικά, η ίδια σημείωσε:

«Πιστεύω ακράδαντα ότι η χρήση του τοπικού ιδιώματος στη γραφή δεν αποτελεί απλώς μια πράξη πολιτισμικής μνήμης, αλλά και έναν τρόπο διατήρησης ιδιαίτερων γλωσσικών δομών που συχνά δεν αποτυπώνονται στην Κοινή Νεοελληνική. […] Παράλληλα, η γραφή στο τοπικό ιδίωμα ενισχύει τη σύνδεση της γλώσσας με την κοινότητα που τη δημιούργησε και τη διαμόρφωσε. Όταν το ιδίωμα περνά από τον προφορικό λόγο στο γραπτό κείμενο αποκτά μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στη γλωσσική ομογενοποίηση και καθίσταται προσβάσιμο στις νεότερες γενιές. Η πρακτική αυτή δεν αποσκοπεί στην απομόνωση από την κοινή γλώσσα, αλλά στον εμπλουτισμό του συνολικού γλωσσικού τοπίου μέσω της ανάδειξης της ποικιλίας και της πολυφωνίας που το χαρακτηρίζουν. […]

Το χιουμοριστικό βιβλίο της Ντίνας Καλλιντζή ξεχωρίζει σαν δροσερό μελτέμι που φυσά από τα ακρογιάλια της Λέσβου, κουβαλώντας μαζί του τη νοστιμιά της ντοπιολαλιάς και τη ζεστασιά της λαϊκής ψυχής.

Με λόγο γλαφυρό και σπιρτόζικο, γεμάτο λέξεις και εκφράσεις του λεσβιακού ιδιώματος, κατορθώνει να στήσει σκηνές που προκαλούν αβίαστο γέλιο, χωρίς ποτέ να χάνουν την ανθρώπινη τρυφερότητά τους. Οι ήρωές της μοιάζουν να ξεπηδούν από τα σοκάκια και τα καφενεία του νησιού, ζωντανοί, αυθεντικοί και αξιολάτρευτα ατελείς.

Αξιοθαύμαστη είναι επίσης η δεξιοτεχνία με την οποία η συγγραφέας μετατρέπει τα μικρά καθημερινά περιστατικά σε πηγή εύθυμης αφήγησης και λεπταίσθητης σάτιρας. Το λεσβιακό ιδίωμα δεν λειτουργεί απλώς ως γλωσσικό ένδυμα, αλλά ως οργανικό στοιχείο της αφήγησης, χαρίζοντας χρώμα, ρυθμό και γνησιότητα. Έτσι, το πόνημά της αποτελεί όχι μόνο μια απολαυστική αναγνωστική εμπειρία, αλλά και έναν μικρό φόρο τιμής στη γλωσσική και πολιτισμική παράδοση της Λέσβου, την οποία υπηρετεί με κέφι, ευρηματικότητα και ανεπιτήδευτη χάρη».

(Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την εισήγηση της κ. Καμπάκη-Βουγιουκλή ΕΔΩ)

Κωνσταντίνα Καλλιντζή

«Όταν πέρσι την άνοιξη έγραφα το βιβλίο αυτό, δεν φανταζόμουν ότι θα γινόταν ένα χαρτογράφημα της κοινωνίας της Αγίας Παρασκευής Λέσβου»

Ολοκληρώνοντας, τον λόγο έλαβε ο συνδετικός μας «κρίκος» με την Αγία Παρασκευή της Λέσβου, η κ. Κωνσταντίνα Καλλιντζή. Μέσα από την επιμελημένη παρουσίασή της, με ένα πλήθος φωτογραφιών, μας ξενάγησε στις ομορφιές της Αγίας Παρασκευής, σε σημαντικά κτήρια, όπως την Εκκλησία, το Σχολείο και το Δημαρχείο, σε αρχοντικά και κτήρια ειδικών χρήσεων, αναφέρθηκε δε και στις κοινωνικές τάξεις που είχαν διαμορφωθεί μέσα από τα επαγγέλματα, καθώς και σε παγιωμένα έθιμα, όπως στο Πανηγύρι του Αγίου Χαραλάμπους. Για τη συγγραφή του βιβλίου, μεταξύ άλλων, τόνισε:

«Όταν πέρσι την άνοιξη έγραφα το βιβλίο αυτό, δεν φανταζόμουν ότι θα γινόταν ένα χαρτογράφημα της κοινωνίας της Αγίας Παρασκευής Λέσβου. Και όμως, αυτό συνέβη, επειδή, εκτός από την εν πολλοίς παρωχημένη πλέον γλωσσική μορφή στην οποία είναι γραμμένο, αποτυπώνει ήθη και έθιμα, καταστάσεις και αντιλήψεις, επιθυμίες και προσδοκίες, γεύσεις και οικοτεχνικές δραστηριότητες. Όλα αυτά, βέβαια, αποτελούν στοιχεία της πλοκής της ιστορίας, δεν παύουν όμως να υπάρχουν ως «πραγματολογικά στοιχεία», που θα μας έλεγε παλιά ο δάσκαλος. […]

Η γλώσσα του βιβλίου είναι η μορφή εκείνη της διαλέκτου που μιλιόταν μέχρι τις δεκαετίες του 1960 και 1970. Τώρα, τα παιδιά σχεδόν δεν την γνωρίζουν. Τη μιλάνε ελάχιστοι ενήλικες και, πάντως, δύσκολα και με δισταγμό έξω από τα σπίτια τους. Επειδή ντρέπονται, επειδή αισθάνονται ότι θα χαρακτηριστούν άξεστοι. Επειδή η γλώσσα έχει εξελιχθεί. Επειδή, πλέον, είναι καταλυτική η επίδραση της Κοινής Νεοελληνικής. Τέλος, επειδή έχει διαμορφωθεί μια εντελώς άλλη μορφή.

Μια δυσκολία που συνάντησα είναι ότι η γραπτή απόδοση της προφορικής γλώσσας με τους ποικίλους φθόγγους που δεν υπάρχουν στην Κοινή Νεοελληνική είναι πολύ δύσκολη. Πολλοί γράφουν σε αυτήν βέβαια, βοηθούντων και των κοινωνικών δικτύων. Πώς; Ο καθείς κατά το δοκούν. Ανάλογα με τη μόρφωσή του, την άποψή του για το τι είναι το “ορθό”. Προσωπικά, με τη βοήθεια της Αγγελικής Ράλλη και της Πηνελόπης Καμπάκη-Βουγιουκλή, επέλεξα την καθαρά ακουστική απόδοσή της. Εκτός από την κυρίως ιστορία, στον πρόλογο επιχείρησα να αποδώσω και κάποιες πιο σύνθετες έννοιες στη διάλεκτο αυτή. […] Αν πέτυχε ή όχι το εγχείρημα, θα το κρίνουν οι αναγνώστες. Εγώ, πάντως, διασκέδασα πολύ τη συγγραφή του!»

(Μπορείτε να διαβάσετε τη συντομευμένη εκδοχή της εισήγησης της κ. Καλλιντζή ΕΔΩ)

Με την ολοκλήρωση της εκδήλωσης, οι παρευρισκόμενοι είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν κι ένα γευστικό «ταξίδι» στο νησί, με καλούδια από τον τόπο της συγγραφέα, για τα οποία φρόντισε με ιδιαίτερη αγάπη ο ακαταπόνητος σύζυγος και συνοδοιπόρος της σε επιστημονικά και λογοτεχνικά εγχειρήματα κ. Θανάσης Μπακαλίδης, προσφέροντας από κοινού στους παρευρισκομένους ούζο, λαδοτύρι και σπιτικό «τάραμα» της Θείας Κατίνας, μια πεντανόστιμη παραδοσιακή κολοκυθόπιτα.

Κομοτηναίες και Κομοτηναίοι… εντρύφησαν στα αγια­παρασκευώτικα

Οι Κομοτηναίοι στήριξαν, για μια ακόμη φορά, έμπρακτα την πολύτιμη προσπάθεια της συμπολίτισσάς μας να διαφυλάξει μια σημαντική διάσταση της πνευματικής παρακαταθήκης του τόπου της, της Αγίας Παρασκευής Λέσβου. Μεταξύ άλλων, το «παρών» έδωσαν ο πρωτοπρεσβύτερος του Καθεδρικού Ναού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Χρυσοβαλάντης Δήμου, ο οποίος απηύθυνε μάλιστα χαιρετισμό στην έναρξη της εκδήλωσης εκ μέρους του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μαρωνείας και Κομοτηνής κ. Παντελεήμονα, ο σύζυγος της κ. Καμπάκη, Ομότιμος επίσης Καθηγητής του ΔΠΘ και ποιητής κ. Θωμάς Βουγιουκλής, η συντ. καθηγήτρια και συγγραφέας κ. Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά, η ηθοποιός, σκηνοθέτιδα και υπεύθυνη του Εργαστηρίου Θεατρικής Παιδείας ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής κ. Άννα Μαχαιροπούλου, μέλη του Εργαστηρίου, ο Επίτιμος Έφορος Αρχαιοτήτων και συγγραφέας κ. Τριαντάφυλλος Διαμαντής, ο αρχαιολόγος κ. Ματθαίος Κουτσουμανής, ο κ. Δημήτρης Τσακιρούδης με τον γιο του Σάββα, οι κ. Σμαρώ και Καίτη Νικολαΐδου, και πολλοί πολλοί άλλοι…

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.