«Το βιβλιο της Κ. Καλλιντζη αποτελει μια ουσιαστικη πραξη πολιτιστικης αντιστασης απεναντι στην ομοιομορφια»
Σας ευχαριστώ θερμά για την ευκαιρία που μου δίνεται να μιλήσω για το βιβλίο «Ένι ανιτσιφαλάδα να πιτάξ ντ γκαρπουζουφλάδα;» της Κωνσταντίνας Καλλιντζή. Πρόκειται για ένα έργο μικρό σε έκταση, αλλά ιδιαίτερα σημαντικό για τα γλωσσικά και πολιτισμικά ζητήματα που αναδεικνύει.
Το βιβλίο είναι γραμμένο στη διάλεκτο της Αγίας Παρασκευής Λέσβου, μια επιλογή που το καθιστά εξαρχής ξεχωριστό. Δεν έχουμε μπροστά μας μόνο μια λογοτεχνική αφήγηση, αλλά και μια μορφή καταγραφής και διάσωσης ενός πολύτιμου στοιχείου της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού.
Η υπόθεση είναι απλή αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Η ηρωίδα του βιβλίου, η Νίκη, φοιτήτρια γλωσσολογίας με καταγωγή από τη Λέσβο, επιστρέφει στο νησί για να μελετήσει τη διάλεκτο του τόπου της. Αν και Αγιαπαρασκευώτισσα, η ίδια δεν μιλά τη διάλεκτο. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο χωριό των γονιών της και της φιλοξενίας της στο σπίτι της θείας της, έρχεται αντιμέτωπη με λέξεις και εκφράσεις που δυσκολεύεται να κατανοήσει ή να αποδώσει στην κοινή νεοελληνική. Σταδιακά, η Νίκη συνειδητοποιεί ότι μια διάλεκτος δεν είναι απλώς ένα διαφορετικό λεξιλόγιο. Είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος να αντιλαμβάνεται κανείς τον κόσμο, μια διαφορετική πολιτισμική ματιά στην πραγματικότητα.
Αυτό που κάνει το βιβλίο ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι η αναζήτηση της Νίκης δεν είναι μόνο επιστημονική. Είναι ταυτόχρονα και βαθιά προσωπική. Προσπαθώντας να κατανοήσει τη γλώσσα του τόπου της, αναζητά ουσιαστικά και ένα κομμάτι της δικής της ταυτότητας.
Η συγγραφέας δεν είναι επαγγελματίας λογοτέχνης. Είναι αρχαιολόγος, γεννημένη και μεγαλωμένη στην Αγία Παρασκευή Λέσβου. Και θεωρώ ότι αυτή η πληροφορία έχει ιδιαίτερη σημασία για την ανάγνωση του έργου. Ο αρχαιολόγος αναζητά, καταγράφει και προστατεύει τα υλικά ίχνη του παρελθόντος. Στο βιβλίο αυτό η συγγραφέας μοιάζει να επιχειρεί κάτι ανάλογο: να διασώσει ένα άυλο μνημείο πολιτισμού, τη γλώσσα του τόπου της. Γιατί και η διάλεκτος είναι ένα μνημείο
Η συγγραφέας δεν είναι επαγγελματίας λογοτέχνης. Είναι αρχαιολόγος, γεννημένη και μεγαλωμένη στην Αγία Παρασκευή Λέσβου. Και θεωρώ ότι αυτή η πληροφορία έχει ιδιαίτερη σημασία για την ανάγνωση του έργου. Ο αρχαιολόγος αναζητά, καταγράφει και προστατεύει τα υλικά ίχνη του παρελθόντος. Στο βιβλίο αυτό η συγγραφέας μοιάζει να επιχειρεί κάτι ανάλογο: να διασώσει ένα άυλο μνημείο πολιτισμού, τη γλώσσα του τόπου της. Γιατί και η διάλεκτος είναι ένα μνημείο. Όχι χτισμένο από πέτρα ή μάρμαρο, αλλά από τις φωνές, τις εμπειρίες και τις ζωές των ανθρώπων που έζησαν σε έναν τόπο. Και όπως ακριβώς ένα αρχαίο μνημείο χρειάζεται προστασία για να μη χαθεί, έτσι και μία διάλεκτος χρειάζεται ανθρώπους που θα την καταγράψουν, θα την αγαπήσουν και θα τη μεταδώσουν στις επόμενες γενιές. Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του βιβλίου είναι ακριβώς αυτή η καταγραφική του διάσταση. Μέσα στις σελίδες του διασώζονται λέξεις, προφορά, τρόποι έκφρασης και στοιχεία της καθημερινής ζωής που αποτελούν μέρος της ζωντανής γλωσσικής παράδοσης της Λέσβου.
Συχνά θεωρούμε ότι η διάσωση μιας διαλέκτου είναι αποκλειστικά έργο των γλωσσολόγων και των ερευνητών. Ωστόσο, η λογοτεχνία έχει μια ξεχωριστή δύναμη. Δεν διασώζει μόνο τις λέξεις, αλλά και το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτές ζουν: το χιούμορ, τη συγκίνηση, τις σχέσεις των ανθρώπων, την καθημερινότητά τους.
Παράλληλα, το βιβλίο συμβάλλει σε κάτι ακόμη σημαντικό: στην αναγνώριση της διαλέκτου και την απενοχοποίηση της χρήσης της. Για πολλές δεκαετίες επικρατούσε η άποψη ότι οι τοπικές διάλεκτοι ήταν λιγότερο σημαντικές από την επίσημη γλώσσα. Πολλοί άνθρωποι απέφευγαν να χρησιμοποιούν την ντοπιολαλιά τους, καθώς τη θεωρούσαν ένδειξη χαμηλότερης μόρφωσης ή κοινωνικού κύρους. Σε κάποιον βαθμό, η αντίληψη αυτή επιβιώνει ακόμη και σήμερα.
Παρά τη μακρόχρονη επικράτηση αυτής της αντίληψης, τα πορίσματα της σύγχρονης γλωσσολογίας αποδεικνύουν το αντίθετο. Πλέον γνωρίζουμε ότι κάθε διάλεκτος αποτελεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα επικοινωνίας, με τη δική της ιστορία, τη δική της δομή και τον δικό της εκφραστικό πλούτο. Καμία μορφή γλώσσας δεν είναι ανώτερη ή κατώτερη από κάποια άλλη. Η κοινή γλώσσα εξυπηρετεί τις ανάγκες της ευρύτερης επικοινωνίας, ενώ οι διάλεκτοι διατηρούν ζωντανή τη μνήμη, την πολιτιστική κληρονομιά και τη μοναδικότητα κάθε τόπου.
Το “Ένι ανιτσιφαλάδα να πιτάξ ντ γκαρπουζουφλάδα;” αξίζει να διαβαστεί όχι μόνο ως λογοτεχνικό έργο, αλλά και ως μια πράξη αγάπης προς τη γλώσσα και τον τόπο. Μέσα από μια φαινομενικά απλή ιστορία συμβάλλει στη διατήρηση της λεσβιακής διαλέκτου, αναδεικνύει τη σημασία της τοπικής γλωσσικής κληρονομιάς και μας υπενθυμίζει ότι οι ρίζες μας συνεχίζουν να ζουν μέσα στις λέξεις που κληρονομήσαμε από τους ανθρώπους που προηγήθηκαν από εμάς
Με αυτήν την έννοια, το βιβλίο της Κωνσταντίνας Καλλιντζή αποτελεί μια ουσιαστική πράξη πολιτιστικής αντίστασης απέναντι στην ομοιομορφία. Αποδεικνύει ότι η διάλεκτος μπορεί να σταθεί επάξια μέσα στη λογοτεχνία και να αποτελέσει όχημα αφήγησης, συγκίνησης και καλλιτεχνικής έκφρασης.
Η ανάγνωση του βιβλίου είχε για μένα και μια βαθιά προσωπική διάσταση. Ο πατέρας μου κατάγεται από τον Πολιχνίτο Λέσβου, και από μικρή ηλικία επισκεπτόμουν το νησί σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Οι διακοπές εκεί ήταν πάντα συνδεδεμένες με τους ήχους της διαλέκτου. Άκουγα τους παππούδες, τις γιαγιάδες, τους θείους, τις θείες, τις ξαδέρφες και τους γείτονες να μιλούν με έναν τρόπο διαφορετικό από αυτόν που χρησιμοποιούσα στην καθημερινή μου ζωή. Τότε δεν καταλάβαινα πάντα τις λέξεις που άκουγα. Σήμερα όμως αντιλαμβάνομαι ότι καθεμία από αυτές κουβαλούσε ιστορία, εμπειρία και μνήμη.
Διαβάζοντας το βιβλίο, ένιωσα πολλές φορές σαν να ξανακούω αυτές τις φωνές. Σαν να επιστρέφω στις αυλές των σπιτιών, στα οικογενειακά τραπέζια και στις καλοκαιρινές βραδιές της παιδικής μου ηλικίας. Η ανάγνωση δεν ήταν μόνο λογοτεχνική εμπειρία· ήταν και μια εμπειρία ανάμνησης.
Θυμάμαι ακόμη τη γιαγιά μου να χρησιμοποιεί λέξεις όπως «τίληγια» (με ποιον τρόπο), «έφτου» (εκεί), «ήκσις» (άκουσες), «αδιαφόρητους» (ανίκανος). Ως παιδί τη ρωτούσα συχνά τι σημαίνουν, και εκείνη μου εξηγούσε γελώντας, μέσα από ιστορίες της καθημερινότητας του χωριού. Σήμερα καταλαβαίνω ότι αυτές οι λέξεις αποτελούν μέρος μιας πολιτιστικής κληρονομιάς που συνδέεται άμεσα με τους ανθρώπους που αγάπησα.
Ίσως γι’ αυτό το βιβλίο με συγκίνησε τόσο. Δεν διάβασα μόνο μια ιστορία. Διάβασα λέξεις που έχω ακούσει από τους δικούς μου ανθρώπους. Διάβασα ήχους, εκφράσεις και τρόπους ομιλίας που συνδέονται με τις πιο ζωντανές αναμνήσεις μου από τη Λέσβο.
Κλείνοντας, θα έλεγα ότι το «Ένι ανιτσιφαλάδα να πιτάξ ντ γκαρπουζουφλάδα;» αξίζει να διαβαστεί όχι μόνο ως λογοτεχνικό έργο, αλλά και ως μια πράξη αγάπης προς τη γλώσσα και τον τόπο. Μέσα από μια φαινομενικά απλή ιστορία συμβάλλει στη διατήρηση της λεσβιακής διαλέκτου, αναδεικνύει τη σημασία της τοπικής γλωσσικής κληρονομιάς και μας υπενθυμίζει ότι οι ρίζες μας συνεχίζουν να ζουν μέσα στις λέξεις που κληρονομήσαμε από τους ανθρώπους που προηγήθηκαν από εμάς.
Γιατί τελικά η γλώσσα δεν είναι μόνο μέσο επικοινωνίας. Είναι μνήμη, ταυτότητα, συναίσθημα και τρόπος να ανήκουμε σε έναν τόπο και σε μια κοινότητα.
*Η Αγγελική Ευθυμίου είναι Καθηγήτρια Γλωσσολογίας στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης ΔΠΘ. Το παρόν κείμενό της είναι η ομιλία της στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου της Κωνσταντίνας Καλλιντζή, «Ένι ανιτσhιφαλάδα να πιτάξ ντ γκαρπουζουφλάδα; Διάλεκτος της Αγίας Παρασκευής Λέσβου», που διοργανώθηκε από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ροδόπης, το Εργαστήριο Γλωσσολογίας +ΜόρΦωΣη και το Εργαστήριο Έρευνας και Διδασκαλίας της Ελληνικής Γλώσσας του ΔΠΘ, τις Νεότερες Θράσσες Συγγραφείς και τις εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κομοτηνής, την Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026.
Βλ. το σχετικό ρεπορτάζ ΕΔΩ
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
