Εχουμε μπει στον νεο Μεσοπολεμο;
Με αφορμή τον παροξυσμό του προέδρου Τραμπ με τους δασμούς, τις ανακόλουθες αποφάσεις του –τη μια μέρα απειλεί και εξαγγέλλει δασμούς, την επομένη τους αναβάλλει–, αλλά και τις αντιδράσεις που προκαλεί στον υπόλοιπο κόσμο, εύλογα προκύπτει το ερώτημα: Το ελεύθερο εμπόριο αποτελεί προοδευτική δύναμη, ενώ οι δασμοί αντιδραστική; Μήπως συμβαίνει το αντίθετο ή, ανάλογα με τις συνθήκες σε μια χώρα, πότε ισχύει το ένα και πότε το άλλο; Την απάντηση μας τη δίνουν πάλι οι ΗΠΑ: Όπως σημειώνει ο Ντάνι Ρόντρικ, καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στο Χάρβαρντ, oι εμπορικές πολιτικές των ΗΠΑ τον 19ο αιώνα συνδέονταν άμεσα με τη σημαντικότερη κοινωνική και πολιτική διαίρεσή τους, αυτή ανάμεσα στον Νότο και τον Βορρά. Ο δουλοκτητικός Νότος, όπως γράφει, ήταν οργανωμένος γύρω από μια εξαγωγική οικονομία, που βασιζόταν στα καπνά και στο βαμβάκι. Οι πολιτείες του Βορρά, όπου δεν υπήρχε δουλεία, βασίζονταν στον μεταποιητικό τομέα, στη βιομηχανία, που τότε έκανε τα πρώτα βήματα και υστερούσε ως προς την παραγωγικότητα έναντι της Βρετανίας, αδυνατώντας να ανταγωνιστεί τα φθηνότερα εισαγόμενα προϊόντα. Ο Νότος εξαρτιόταν από το διεθνές εμπόριο για την ευημερία του, για την ευημερία δηλαδή της δουλοκτητικής κοινωνίας του. Ο Βορράς επιθυμούσε την προστασία από τις εισαγωγές, τουλάχιστον μέχρι να μπορέσει να γίνει ανταγωνιστικός. Δηλαδή, αναφορικά με την εμπειρία των ΗΠΑ, το ελεύθερο εμπόριο δεν υπηρετούσε σε καμιά περίπτωση κάποιον «προοδευτικό» πολιτικό στόχο. Στην Αμερική του 19ου το ελεύθερο εμπόριο θα είχε ενισχύσει και εδραιώσει έτι περαιτέρω τη δουλεία ως κοινωνικό και πολιτικό θεσμό. Το δίδαγμα είναι σαφές για τον Ρόντρικ: Ανάλογα με το πού βρίσκεται μια χώρα στην παγκόσμια οικονομία και κατά πόσο συμπίπτουν οι εμπορικές πολιτικές με τις κοινωνικές και πολιτικές της διαιρέσεις, το ελεύθερο εμπόριο μπορεί να αποτελέσει είτε προοδευτική είτε αντιδραστική δύναμη.
Ο Εμφύλιος Πόλεμος του 1861-1866 είχε εξίσου αίτιο το μέλλον της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής και το μέλλον της δουλείας. Με το ξεκίνημα του Εμφυλίου, ο Αβραάμ Λίνκολν αύξησε τους δασμούς, και ο εμπορικός προστατευτισμός ενισχύθηκε έτι περαιτέρω μετά την επικράτηση του Βορρά και δεν υποχώρησε μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δηλαδή, οι ΗΠΑ ήταν μια έντονα προστατευτική χώρα. Όμως, αυτή ήταν επίσης η περίοδος κατά την οποία συνέκλιναν και, εν τέλει, ξεπέρασαν ως βιομηχανική δύναμη τη Βρετανία. Επομένως, για να προσφεύγει σήμερα ο πρόεδρος Τραμπ στον προστατευτισμό και τις απειλές, η πραγματική οικονομία των ΗΠΑ υπολείπεται των ανταγωνιστών της. Αλλά και στον Μεσοπόλεμο, όπου υπήρξε μαζική κατάρρευση της διεθνούς εμπορικής συνεργασίας, οι ΗΠΑ υπήρξαν από τους μεγαλύτερους υπαίτιους αυτής της εξέλιξης, επειδή έθεσαν σε κίνηση το ντόμινο του προστατευτισμού, επιβάλλοντας τους υψηλότερους δασμούς στην ιστορία τους το 1930.
«Η αρχή των πολυμερών σχέσεων που επέβαλαν οι ΗΠΑ ενσαρκώθηκε στον τομέα του εμπορίου στην GATT (Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου) στο Bretton Woods, το 1944. Η GATT δεν συμπεριελάμβανε όλους τους τομείς, άφηνε εκτός τα γεωργικά προϊόντα και τις υπηρεσίες, ενώ στόχος της ήταν να επιτύχει τον μέγιστο βαθμό εμπορίου που θα ήταν συμβατός με τις προτεραιότητες των εθνικών κυβερνήσεων. Έτσι, μπόρεσαν να αναπτυχθούν διαφορετικού τύπου καπιταλισμοί. Όμως, το 1995 την GATT διαδέχθηκε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ), με υποβολέα και εμπνευστή τις ΗΠΑ. Ο ΠΟΕ οδήγησε στην υπερ-παγκοσμιοποίηση, που συμπεριέλαβε πλέον όλους τους τομείς, και η εγχώρια οικονομική διαχείριση από τις κυβερνήσεις υποτάχθηκε στο διεθνές εμπόριο και στο διεθνές κεφάλαιο. Υπό τον ΠΟΕ, η διάκριση ανάμεσα στην εγχώρια και την εμπορική πολιτική εξαφανίζεται και οι παγκόσμιοι κανόνες μετατρέπονται σε εγχώριους κανόνες»
Γιατί μεταπολεμικά εγκατέλειψαν την πολιτική του προστατευτισμού; Διότι η Ευρώπη μεταπολεμικά ήταν διαλυμένη και κατεστραμμένη, υπερχρεωμένη στις ΗΠΑ, οι οποίες μάλιστα με την «αρχή των πολυμερών σχέσεων» που επέβαλαν υποχρέωσαν τις ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις να ανοίξουν τις αγορές των αποικιών τους στο αμερικανικό κεφάλαιο. Η αρχή των πολυμερών σχέσεων που επέβαλαν οι ΗΠΑ ενσαρκώθηκε στον τομέα του εμπορίου στην GATT (Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου) στο Bretton Woods, το 1944. Η GATT δεν συμπεριελάμβανε όλους τους τομείς, άφηνε εκτός τα γεωργικά προϊόντα και τις υπηρεσίες, ενώ στόχος της ήταν να επιτύχει τον μέγιστο βαθμό εμπορίου που θα ήταν συμβατός με τις προτεραιότητες των εθνικών κυβερνήσεων. Έτσι, μπόρεσαν να αναπτυχθούν διαφορετικού τύπου καπιταλισμοί: Το γερμανικό μοντέλο της οικονομίας της κοινωνικής αγοράς, το σκανδιναβικό κοινωνικό κράτος, το ιαπωνικό μοντέλο του υπερανταγωνιστικού εξαγωγικού τομέα, κ.ά., άφηνε δηλαδή στα κράτη τα περιθώρια ώστε να αναπτύξουν την εσωτερική τους πολιτική. Όμως, το 1995 την GATT διαδέχθηκε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ), με υποβολέα και εμπνευστή τις ΗΠΑ. Ο ΠΟΕ οδήγησε στην υπερ-παγκοσμιοποίηση, που συμπεριέλαβε πλέον όλους τους τομείς, και η εγχώρια οικονομική διαχείριση από τις κυβερνήσεις υποτάχθηκε στο διεθνές εμπόριο και στο διεθνές κεφάλαιο. Υπό τον ΠΟΕ, η διάκριση ανάμεσα στην εγχώρια και την εμπορική πολιτική εξαφανίζεται και οι παγκόσμιοι κανόνες μετατρέπονται σε εγχώριους κανόνες, επισκιάζοντας τις προτεραιότητες των εθνικών κυβερνήσεων.
Γιατί ο πρόεδρος Τραμπ στρέφεται στον προστατευτισμό;
Δύο γεγονότα ήσαν καθοριστικά για την αμερικανική πραγματική οικονομία, τη μεταποίηση και τη βιομηχανία, που τη μετέτρεψαν σε οικονομία «φούσκα»: Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου με τη διάλυση της ΕΣΣΔ και η εξάλειψη της επιρροής της και η ένταξη της Κίνας το 2001 στον ΠΟΕ. Η πρώτη δημιούργησε ξαφνικά ένα τεράστιο γεωοικονομικό κενό, που έσπευσε το παγκόσμιο κεφάλαιο να το καλύψει και να αξιοποιήσει τις ιδιαιτερότητές του (φθηνές πρώτες ύλες και φθηνή εργασία), εγκαταλείποντας τις ευημερούσες δυτικές κοινωνίες. Εκεί, ας αναζητηθεί η αποβιομηχάνιση των μεσοδυτικών πολιτειών των ΗΠΑ που ψήφισαν τον Τραμπ. Το ίδιο συνέβη και με την Κίνα, που κατακλύστηκε από ξένες επιχειρήσεις του μεταποιητικού τομέα. Όταν ένα κράτος που επέβαλε την GATT και στη συνέχεια προώθησε τον ΠΟΕ, επιβάλλει σήμερα τον άκρατο προστατευτισμό, αυτό δεν αποτελεί ομολογία αποτυχίας;
Η επιβολή τελών υψηλού κόστους σε ιδιοκτήτες ή διαχειριστές πλοίων κατασκευασμένων στην Κίνα, που θα ελλιμενίζονται στις ΗΠΑ, αποκαλύπτει τον βαθμό ένδειας της αμερικανικής μεταποίησης. Σύμφωνα με την Ένωση των εφοπλιστικών φορέων της Ευρώπης (ECSA), οι παραγγελίες πλοίων σε κινεζικά ναυπηγεία αντιπροσωπεύουν το 61% των νέων εμπορικών πλοίων που έχουν παραγγελθεί παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένου του 73% των κοντέινερ, του 71% των δεξαμενοπλοίων, του 69% των φορτηγών, του 30% των πλοίων μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου και του 84% των “car carriers” (μεταφέρουν οχήματα). Σημειώνεται ότι τα πλοία που έχουν παραγγελθεί σε αμερικανικά ναυπηγεία αντιστοιχούν μόλις στο 0,4% των νέων εμπορικών πλοίων που έχουν παραγγελθεί παγκοσμίως («Η Καθημερινή», 18/4/2025). Σύντομα, θα διαπιστώσουμε αν ο ορυμαγδός των μέτρων που εξαγγέλλει καθημερινά ο πρόεδρος Τραμπ θα συνεχίζει να προκαλεί φόβο ή θα αρχίσει να προκαλεί θυμηδία.
Αλεξανδρούπολη, 18/4/2025
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

