Το Πασχα της πανδημιας
Πλησιάζουν οι ημέρες που τα Άγια Πάθη του Χριστού θα μας οδηγήσουν στην Ανάσταση. Στο μικρό μας χωριό στο Κιλκίς, στους πρόποδες του καταπράσινου βουνού, άρχισαν οι ετοιμασίες από τις νοικοκυρές για τη χαρμολύπη της Μεγάλης Εβδομάδας και την Ανάσταση του Κυρίου μας. Αυτοδίδακτος ο ερασιτέχνης ψάλτης, εδώ και πολλά χρόνια, υπηρετεί με μεράκι και εκκλησιαστική προσήλωση το ψαλτήρι της Αγίας Τριάδος, βοηθώντας τον πατέρα Παναγιώτη. «Νοιώθω ψυχική ανάταση και ηρεμία στο αναλόγιο», είπε σε μια συζήτησή μας.
Οι μοναδικές ημέρες όμως που έζησα στο ψαλτήρι την πρώτη χρονιά της πανδημίας θα μου μείνουν αξέχαστες. Η απόφαση της πολιτείας ήταν ρητή και η ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος συμφώνησε: «Απαγόρευση κυκλοφορίας και συγκέντρωση πολιτών. Οι λειτουργίες στις εκκλησίες θα πραγματοποιούνται με κλειστές πόρτες και τη συμμετοχή ΜΟΝΟ των ιερέων, ψαλτών και του νεωκόρου».
Μεγάλη Πέμπτη, ώρα επτά το απόγευμα άνοιξε η πόρτα της εκκλησίας και περάσαμε στον οίκο του Θεού, μουδιασμένοι με την πρωτόγνωρη εμπειρία της άδειας εκκλησίας και της κλειδωμένης πόρτας. Παρόντες συνολικά τέσσερις, ο πατέρας Παναγιώτης, ο ογδοντάχρονος συνταξιούχος παπα-Δημήτρης, ο νεωκόρος και εγώ, μόνος στο ψαλτήρι. Εγώ τότε ρώτησα: «Πώς θα γίνουν οι λειτουργίες, σύντομα ή κανονικά;» «Κανονικά», μου είπε ο ιερέας, «κανονικά και με μεγαλοπρέπεια», συμπλήρωσε ο γέροντας παπα-Δημήτρης, «όπως γίνονται όταν ο οίκος του Θεού είναι γεμάτος με τους χωριανούς».
Χάρηκα ιδιαίτερα με την αυθόρμητη και ορθή απόφαση των ιερέων για τα δεδομένα της ορθόδοξης εκκλησιαστικής μας τάξης. Ξεκίνησε, λοιπόν, η λειτουργία των Δώδεκα Ευαγγελίων, όπως αναφέρεται στη λαϊκή μας παράδοση. Πρωτόγνωρη κατάσταση, μουδιασμένο ξεκίνημα, ούτε ένας πιστός, δεν ανάψαμε φωτισμό, αποκλείσαμε μικρόφωνα και μεγάφωνα και λίγο λίγο αρχίσαμε να συνηθίζουμε τη γλυκιά ηρεμία.
Έψαλα τους ύμνους, άκουγα τον αντίλαλο της φωνής μου, απολάμβανα τους ιερείς, χανόμουν στα συναισθήματά μου.
«Χαίρε, η πύλη του Βασιλέως της δόξης,
ην ο Ύψιστος μόνος διώδευσε, και πάλιν εσφραγισμένην κατέλιπεν,
εις σωτηρίαν των ψυχών ημών. […]
Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας.
Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται ο των αγγέλων Βασιλεύς […]
Δείξον ημίν και την ένδοξόν σου Ανάστασιν».
Νωρίς, από τις έξι το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής, περίμενα έξω από την εκκλησία. «Η ζωή εν τάφω» είναι σήμερα, λέγαμε μικρά παιδιά. Ανυπομονούσα να συνεχίσω αυτό που έζησα τόσο το προηγούμενο βράδυ όσο και κατά την «Αποκαθήλωση» τις πρωινές ώρες. Άλλος αέρας σήμερα, εκστατική η αναμονή της συνέχειας του Θείου δράματος.
«Έκστηθι φρίττων, ουρανέ, και σαλευθήτωσαν τα θεμέλια της γης, Ιδού γαρ εν νεκροίς λογίζεται, ο εν υψίστοις Θεός, και τάφω σμικρώ ξενοδοχείται, ον παίδες ευλογείτε, Ιερείς ανυμνείτε, λαός υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας».
Και στη συνέχεια:
«Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ, και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σην. […]
Άξιον εστί, μεγαλύνειν Σε τον Ζωοδότην, τον εν τω Σταυρώ τας χείρας εκτείναντα και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού. […]
Αι γενεαί πάσαι ύμνον τη ταφή σου, προσφέρουσι, Χριστέ μου. […]
Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, που έδυ σου το κάλλος;
Θρήνον συνεκίνει η πάναγνός σου μήτηρ, σου Λόγε νεκρωθέντος. […]
Έρανον τον τάφον, αι μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι. […]»
Και στο τέλος του Ευαγγελίου, ο γέροντας παπα-Δημήτρης, με στεντόρεια, μελωδικότατη λαλιά, δυσανάλογη της ηλικίας του, έκλεισε με την αναστάσιμη ελπίδα, που ακολουθεί τον ενταφιασμό: «Έχετε κουστωδίαν, υπάγετε, ασφαλίσασθε ως οίδατε. Οι δε πορευθέντες, ησφαλίσαντο τον τάφον, σφραγίσαντες τον λίθον, μετά της κουστωδίας».
Και ήλθε η Ανάσταση. Πάλι τέσσερις, με κλειδωμένη την εξώπορτα.
«Δεύτε λάβετε φως, Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, Αναστάς ο Ιησούς από του τάφου».
Δεκάδες δοξαστικοί ύμνοι αναπέμφθηκαν, σύμφωνα με το τυπικό της Ορθοδοξίας, και ο απαράμιλλος Κατηχητικός Λόγος του Ιωάννου του Χρυσοστόμου:
«Ει τις ευσεβής και φιλόθεος, απολαυέτω της καλής ταύτης και λαμπράς πανηγύρεως.
[…] Εσκύλευσε τον άδην ο κατελθών εις τον άδην. Επίκρανεν αυτόν, γευσάμενος της σαρκός αυτού. Και τότε παραλαβών Ησαΐας εβόησεν: Ο άδης φησίν επικράνθη, συναντήσας σοι κάτω. Επικράνθη και γαρ κατηργήθη. […]».
Δυο και μισή το πρωί της Κυριακής τελείωσε η λειτουργία, σβήσαμε τα λιγοστά κεριά που μας συντρόφευαν όλες αυτές τις νύχτες και έμειναν αναμμένα τα καντήλια να φωτίζουν τις καθαγιασμένες μορφές του τέμπλου, της φτωχικής μας εκκλησίας και εμείς πήραμε τον κατηφορικό δρόμο, ο καθένας για το σπίτι του. Δεν θέλαμε παρέα. Ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του. Ακόμα και τον γέροντα παπα-Δημήτρη που είπαμε να τον συνοδεύσουμε, αρνήθηκε. «Αφήστε με», είπε, «θα πάω σιγά σιγά στην παπαδιά μου. Δεν θα έχω την ευκαιρία να ζήσω άλλες τέτοιες βραδιές, όπως αυτές της μοναδικής Μεγάλης Εβδομάδας που ζήσαμε φέτος, αλλά ιδιαίτερα την αποψινή, της Αναστάσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού».
Ανάλαφρος στα πόδια, παρά την πεντάωρη ορθοστασία, με την ψυχή γεμάτη, με τον νου να χάνεται στους αιθέρες του νυχτερινού ουρανού, με συντροφιά τα εκατομμύρια λαμπιόνια του να με συνοδεύουν, προχωρούσα με μικρά, αργά, κοντινά βήματα, λες και δεν ήθελα να τελειώσει η μαγεία που έζησα αυτές τις νύχτες.
Οι προσευχές μας και η δοξολογία προς τον Σταυρωθέντα και Αναστάντα Κύριό μας, εκείνες τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας, δεν ήταν προσωπικές, δεν ήταν για τον στενό οικογενειακό κύκλο. Χιλιάδες ζωντανές ψυχές γέμισαν την εκκλησία μας. Το ένοιωθα. Ως και η φύση, με την ηρεμία της, συνηγόρησε, ακόμα και οι σκύλοι του χωριού δεν αλύχτησαν. Στον δρόμο δεν ακουγόταν τίποτε, μόνο οι Ευχές και οι Προσευχές των χωριανών μας ανέβαιναν προς τον Αναστάντα Κύριο, φορτωμένες στα φτερά των αγγέλων. Βουβή η ευλογία για τους ανθρώπους, για την ανθρωπότητα, απλωνόταν παντού. Εκείνη τη χρονιά δεν προσευχήθηκαν οι λίγοι στις εκκλησιές, προσευχήθηκαν όλοι, απ’ όπου κι αν βρίσκονταν.
Τότε δεν κοινωνήσαμε ούτε εγώ ούτε ο νεωκόρος. Κοινωνήσαμε από απόσταση, όπως κοινώνησε όλο το χωριό, όλη η Ορθόδοξη Χριστιανοσύνη, νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, μικροί και μεγάλοι, ασθενείς και υγιείς. Κοινώνησαν όλοι, χωρίς εξαίρεση, για πρώτη και μοναδική φορά. Εκείνη ήταν η χρονιά που δεν έλειψε κανείς από τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας.
Είναι μια εμπειρία που, όσο κι αν προσπάθησα, νομίζω ότι δεν μπόρεσα να σας τη μεταφέρω όπως ακριβώς τη βίωσα. Είναι μια εμπειρία που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
Η εβδομάδα του Θείου Πάθους φτάνει στο τέλος της και θα μας οδηγήσει και πάλι στην Ανάσταση.
Καλό Πάσχα, Χριστός Ανέστη, σε όλους τους χωριανούς, σε όλη την ανθρωπότητα.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
