Στο «καζανι» της Μεσσουνης
Περιφερόμενος στους έρημους από ανθρώπους δρόμους του χωριού μας βρέθηκα μπροστά στο πηγάδι του Αγγουρίδη, όπως το λέγαμε.
Σταμάτησα για λίγο και η «μηχανή του χρόνου» με μετάφερε στη γειτονιά του «καζανιού», στα παλιά χαμόσπιτα, στη χαμηλή πλινθόκτιστη αποθήκη του Κάτη Κόλιου, που μέσα ήταν εγκαταστημένο το «καζάνι» του παππού Νικόλα. Τέτοιες φθινοπωρινές ημέρες και κυρίως νύχτες, ήταν το επίκεντρο του χωριού.
Δυο τρία ξεπεζεμένα κάρα, φορτωμένα με βαρέλια γεμάτα «τσιπουρτίνες», στέμφυλα μετά την αφαίρεση του μούστου, που ήδη άρχιζαν να ξινίζουν και περίμεναν τη σειρά τους, να «βράσουν» στο καζάνι, και ο υγροποιημένος ατμός από το βράσιμό τους, να μεταβληθεί, στο πατροπαράδοτο σπιτικό τσίπουρο της χρονιάς, για τους μερακλήδες Μεσσουνιώτες, προσθέτοντας βέβαια στην κάθε καζανιά και λίγο «ανασόλ»-γλυκάνισο.
Πανηγύρι πραγματικό. Που και που εμφανιζόταν και ο Μπάρμπα Χρήστος με τη γκάιντα ή ο Χρήστος ο Μαντραφούδης με το ακορντεόν.
Στο μικρό εσωτερικό χώρο, ανάμεσα σε καπνούς από τη φωτιά, το ντουμάνι από τα στριφτά τσιγάρα, την τσίκνα, την ξινίλα και τους ατμούς από τα αναβράζοντα και αναμοχλευόμουνα στέμφυλα, γινόταν το «θαύμα». Ο ατμός, από τα στέμφυλα που έβραζαν μέσα στο καζάνι (άμβικας), περνούσε στο σωλήνα, που ήταν βυθισμένος μέσα σε κρύο νερό, από το διπλανό πηγάδι, υγροποιείτο και έσταζε λίγο λίγο.
Το αρχικό απόσταγμα ήταν θολό και κακής ποιότητας, ακατάλληλο για κατανάλωση, το ονόμαζαν «λάγκυρος» και το χρησιμοποιούσαν για εντριβές στο σώμα και στα πόδια, στη συνέχεια όμως έτρεχε διαυγές πλέον, σα μικρή βρύση, το τσίπουρο στο γανωμένο μπακίρι.
Όταν ήθελαν οι Μεσσουνιώτες να πειράξουν κάποιον για την ποιότητα του τσίπουρού του έλεγαν: « Του τσίπουρους είνι σκέτους λάγκυρους».
Τακτικά κάποιος, δήθεν ειδήμον, έβαζε το γραδόμετρο και μετρούσε, πότε θα άρχιζε η συγκέντρωση και πότε θα σταματούσε, ώστε το τσίπουρο να είναι «άριστης ποιότητας».
Πολλοί θεωρούσαν τον εαυτό τους δήθεν για «πολύ ειδικό». Πηγαινοέρχονταν στο βρυσάκι, δοκιμάζοντας την ποιότητα, μέχρι που από τις πολλές δοκιμές δεν έβλεπαν, όχι μόνο τους βαθμούς στο γραδόμετρο, αλλά ούτε τη μύτη τους.
Ποιους να πρωτοθυμηθούμε; Καλύτερα μην αναφέρουμε ονόματα και παρεξηγηθούμε. Και ποιος δεν περνούσε, αυτές τις άγιες ημέρες από το ιερό εκείνο τόπο, το ναό του Βάκχου, της χαράς και της πνευματικής ηδονής, όλοι οι άνδρες, περνούσαν από το καζάνι του Κάτη Κόλιου.

Θολωμένα κεφάλια από τις πολλές δοκιμές, σαν σε Διονυσιακό συμπόσιο, μέσα στη ομίχλη του καπνισμένου περιβάλλοντος, πόσες και πόσες αληθινές ή κατασκευασμένες ιστορίες δεν διηγήθηκαν, πόσα και πόσα φανταστικά κατορθώματα δεν ακούσθηκαν και πόσα πειράγματα και παρεξηγήσεις δεν έγιναν.
Εμείς οι πιτσιρίκοι, ο Αντώνης, ο Γιώργος, ο Ηλίας, ο Βασίλης, ο Τάκης , ο Γιάννης, ο Σιδέρης και τόσοι άλλοι, από το παιδομάνι της Μεσσούνης, που τότε γέμιζε τους δρόμους με την παρουσία του και τις χιλιάδες φωνές, φθάναμε στην πόρτα, κοιτούσαμε στο ντουμανιασμένο μισοσκόταδο τη φωτιά που έφεγγε, περιμένοντας να μας προσφέρουν κάνα μεζεδάκι. Τι μεζεδάκι; Συνήθως ψημένα κυδώνια, κολοκύθια και τουρσί ήταν ο μεζές. Σπάνια η μυρουδιά καμιάς ψημένης ρέγκας τρυπούσε τη μύτη μας.
Αναλογίζομαι!!!!! Πότε πρόλαβαν και πέρασαν, εξήντα τόσα χρόνια, από την πρώτη ζωντανή παράσταση αυτής της μνήμης, με πρωταγωνιστές τους παππούδες και τους πατεράδες μας.
Ανάμεσά τους και εγώ και τα άλλα παιδιά, σε δευτερεύοντα ρόλο.
Έμειναν οι μνήμες που καταγράφω, σα να συμβαίνει τώρα το δρώμενο, αυτή ακριβώς τη στιγμή, σαν παλιά ανεπανάληπτη, ασπρόμαυρη, καλογραμμένη όμως κινηματογραφική ταινία.
Στις φωτογραφίες του Μορφωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Μεσσούνης, οι πατεράδες και οι παππούδες μας, σε «Διονυσιακό Συμπόσιο» στ Άλανούδ, το χοροστάσι της Μεσσούνης, αρχές δεκαετίας του 50. Ανάμεσά τους με τη γκάιντα και ο μπάρμπα Χρήστος. Όλοι, χωρίς εξαιρέσεις, ήταν παραγωγοί κρασιού και τσίπουρου, «ειδικοί στην ποιότητα» και «τακτικοί επισκέπτες» στο καζάνι του Κάτη Κόλιου, του νοικοκύρη και άρχοντα παππού Νικόλα Παρασκευούδη.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
