Αντιμετωποι με τα φαντασματα του παρελθοντος
«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»
«Έτσι είναι οι ζωντανοί έχουν το βάσανο της μνήμης.
Θυμούνται»
Μ. Καραγάτσης, «Η μεγάλη χίμαιρα»
Πριν από λίγες μόνο ημέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις το νέο μυθιστόρημα της Βασιλικής Πέτσα «Δεν θ’ αργήσω», παρόλο που μεσολάβησαν λίγα χρόνια από την έκδοση του αξιομνημόνευτου μυθιστορήματός της, «Το δέντρο της υπακοής». Άξιζε όμως η αναμονή, κι ας «άργησε» λιγάκι. Γιατί η Βασιλική Πέτσα χτύπησε πάλι φλέβα. Με το νέο της μυθιστόρημα (που ο αριθμός των σελίδων του –μόλις 134–ειδολογικά μπορεί να το τοποθετήσει και στη νουβέλα)καταπιάνεται με ένα θέμα που από μόνο του είναι ούτως ή άλλως μια δύσκολη συνθήκη, η απώλεια αγαπημένων ανθρώπων δεν αντιμετωπίζεται εύκολα. Πόσο μάλλον όταν πρέπει να τη διαχειριστεί συναισθηματικά ο επιζών μιας τραγωδίας. Γιατί μαζί με την απώλεια του αγαπημένου προσώπου, θα πρέπει να διαχειριστεί ένα ψυχικό τραύμα ανεπούλωτο, μια πληγή πυώδη, που κακοφορμίζει για χρόνια.
Αυτήν τη συνθήκη έχει να αντιμετωπίσεικι ο ήρωας του βιβλίου. Είκοσι χρόνια μετά την ποδοσφαιρική τραγωδία που συντάραξε τη Βρετανία, την τραγωδία στο Χίλσμπορο το 1989 (όπου ενενήντα επτά οπαδοί της Λίβερπουλ έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα της Λίβερπουλ με τη Νότιγχαμ Φόρεστ, στο στάδιο Χίλσμπορο, στην πόλη Σέφιλντ), ο πρωταγωνιστής πρέπει να αναμετρηθεί με τους δαίμονές του στην 20ηεπετειακή συνάντηση με τους παλιούς φίλους.
Ο ήρωας της Πέτσα εξακολουθεί να ζει στην πόλη που γεννήθηκε αυτός κι οι παιδικοί του φίλοι, οι αλλοτινοί έφηβοι του 1989 –η Κέισι, ο Άντι, η Τζέσικα, ο Τζον–,οι οποίοι μεγάλωσαν συνηθίζοντας την απώλεια του αδελφικού τους φίλου Κιθ. Ενηλικιώθηκαν, άλλαξαν συνήθειες, έκαναν οικογένειες, παιδιά, τιθάσευσαν την ορμή της νιότης τους σε μια ήσυχη καθημερινότητα. Κι ο ήρωας ακολουθεί την πορεία των άλλων. Είκοσι χρόνια δείχνει να προχωράει τη ζωή του, ενώ στην πραγματικότητα διατελεί σε λαθροβίωση. Είκοσι χρόνια παραπλανά τους γύρω του, μα πάνω από όλους τον ίδιο του τον εαυτό, προσποιούμενος ότι προχώρησε. Το «είναι» όμως διαφέρει παρασάγγας από το «φαίνεσθαι».
Η Βασιλική Πέτσα με μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση (που είναι στα όρια του εσωτερικού μονολόγου και της μαρτυρίας) αναγκάζει τον ήρωά της να επιστρέψει νοερά στην εποχή που τα τείχη έπεφταν ή έμεναν ακλόνητα, κατά περίπτωση, για να αντιμετωπίσει τα φαντάσματα του παρελθόντος. Σ’ αυτήν την αφήγηση ο ήρωάς μας εκφράζει το πένθος του με τον δικό του τρόπο, παλεύει με τα τραύματα, μας δείχνει πόσο δυσκολεύεται και τρομάζει να επιστρέψει στο παρελθόν, έρχεται αντιμέτωπος με τον «καινούργιο» του εαυτό, εκείνον που οφείλει να γνωρίσει και να τιθασεύσει. Και μέσα σε όλα αυτά αντιμάχεται τις τύψεις του, τις Ερινύες του, ότι δεν κατάφερε να βοηθήσει κανέναν, ούτε καν τον πιο αγαπημένο του φίλο.
Η Βασιλική Πέτσα μπορεί να ανοίγεται και πάλι συγγραφικά σε διεθνή ύδατα (όπως και στο «Δέντρο της υπακοής»), όμως, παρόλο που η ιστορία συμβαίνει στην Αγγλία του ’89, παραπέμπει –καλώς ή κακώς– στις δικές μας εθνικές τραγωδίες (στο Μάτι ή στα Τέμπη), που άφησαν πίσω τους νεκρούς αλλά και «ζωντανούς» νεκρούς. Και μπορεί η αρχική της πρόθεση να ήταν να μας δείξει το αέναο συναισθηματικό αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονται οι άνθρωποι που κουβαλούν ένα τόσο μεγάλο συνειδησιακό και συναισθηματικό βάρος, αλλά, κατά τη γνώμη μου, η πολιτική διάσταση του βιβλίου είναι ολοφάνερη. Η συγγραφέας μιλά για την προσπάθεια που έγινε τότε στην Αγγλία της Θάτσερ να αποποιηθούν των ευθυνών τους οι ιθύνοντες, για την απόπειρα να παρακωλυθεί η έρευνα, για τον ρόλο που έπαιξε ο τύπος της εποχής –καθώς μερίδα του προσπάθησε να ενοχοποιήσει τους οπαδούς της Λίβερπουλ για τα τραγικά γεγονότα. Όμως, η λογοτεχνική πρόθεση σε ένα μυθιστόρημα δεν είναι να καταγγείλει τις κρατικές ανεπάρκειες και τους αναποτελεσματικούς χειρισμούς, αλλά να δείξει ότι οι πολιτικές επιλογές πάντα έχουν άμεση συνάφεια με τις ζωές των πολιτών, των απλών ανθρώπων, ή τις εξυψώνουν, ή τις κατακρημνίζουν για πάντα.
Μέσα σε μια μέρα (τόσος είναι ο αφηγηματικός χρόνος της ιστορίας) ο ήρωάς μας, κλεισμένος στο γκαράζ του σπιτιού του και απασχολούμενος με μικροδουλειές, με μια αναδρομική (ωστόσο ευθύγραμμη) αφήγηση περιγράφει την πορεία της σαραντάχρονης ζωής του. Η κλειστοφοβική αίσθηση που δημιουργεί το γκαράζ του, παρόμοια με αυτή που έζησαν οι φίλαθλοι της ομάδας του τότε στο γήπεδο, το καναρίνι στο κλουβί που διατηρεί η οικογένεια για χάρη της μικρής κόρης, το δέκατο στη σειρά, μιας και τα άλλα έχουν πεθάνει, μέσα στα στενά όρια της ανελεύθερης ζωής του, που παραπέμπει ξεκάθαρα στη δική του ασφυξία μέσα στις συμβάσεις της «κανονικής» του ζωής, οι περιγραφές του Λίβερπουλ της δεκαετίας του ’60, τότε που όλοι αγωνιούσαν να ξεφύγουν από την οικονομική μέγγενη της πρωθυπουργίας της Θάτσερ, όλα ανεξαιρέτως συμβάλλουν στην ανάδυση του τραύματος από τις σκοτεινιές της ψυχής του ήρωα, για την τελική του αναμέτρηση με τις ενοχές του.
«Ονειρευόμασταν κάποτε να γίνουμε κάτι∙ μετά το Χίλσμπορο θέλησα να είμαι ένας άλλος, έχοντας πάντα για έρμα μου, έτσι νόμιζα, τον προηγούμενο εαυτό μου. Όμως το πλοίο βούλιαζε σιγά σιγά, νερά πλημμύριζαν τ’ αμπάρια, έγειραν επικίνδυνα τα κατάρτια μου, και τότε μόνο ξεβούλωσα τ’ αυτιά στις σειρήνες που πίστευα ότι έφταιγαν. Κι έγινα ο Κανένας».
Μέσα σε έξι κεφάλαια που ανοίγουν και κλείνουν με την ίδια φράση «δεν θ’ αργήσω», στο σχήμα του κύκλου–ο στίχος προέρχεται από το τραγούδι του Peter Gabriel “Solsbury Hill”, που ήταν το αγαπημένο των οπαδών της Λίβερπουλ–η συγγραφέας αναπλάθει όχι μόνο τις ζωές της παρέας του ήρωα, αλλά και μια ολόκληρη εποχή σε μια συγκεκριμένη κοινωνική συνθήκη, όπως κι ένα τραύμα ανεπούλωτο που οδηγεί στην προσωπική συντριβή. Θα οδηγήσει ενδεχομένως και στην κάθαρση; Θα μπορέσει να απολογηθεί στον επιστήθιο φίλο του Κιθ, που έφυγε τόσο νωρίς από κοντά τους;
«και τώρα που μου τελειώνει η ανάσα, Κιθ, τώρα που όλα γύρω μαυρίζουν, σε βλέπω μπροστά μου ολοκάθαρα, να βγαίνεις μέσα απ’ τις σκιές, και σου ψιθυρίζω: Δεν θ’ αργήσω».
*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
