Φοιβος Δεληβοριας «Στην Ελλαδα η υψιστη αξια ειναι η διασημοτητα και αυτο ειναι τρελο»

Ο Φοίβος Δεληβοριάς είναι ένας «Αόρατος άνθρωπος» που απουσιάζει από τον καθημερινό παροξυσμό των μέσων και δεν κοσμεί τις φορτικές εβδομαδιαίες έντυπες εκδόσεις. Μιλά όταν έχει κάτι να πει στην ψυχή του κοινού και όταν ο ίδιος διακατέχεται από μία γνήσια ανάγκη για έκφραση. Κυρίως όμως μιλά μέσα από τα τραγούδια του που μας έχουν συντροφέψει όλους μας σε βάθος χρόνου… «Εκείνη», «Ένας σκύλος στο Κολωνάκι», «Ελεφαντάκι». Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του δίσκου «Αόρατος άνθρωπος» ο Φοίβος Δεληβοριάς μας ανατρέχει στο μουσικό του ταξίδι από το ξεκίνημά του ως τώρα, κρίνει την ελληνική πραγματικότητα του σήμερα και μας αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της καθημερινότητάς του.

«Ο καλλιτέχνης είναι θιασώτης της ερωτικής ματιάς και όχι αυθεντία»

Μαζί σας κύριε Δεληβοριά, θα προσπαθήσουμε να κάνουμε ένα ταξίδι στη πορεία σας και να ανατρέξουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσατε. Φυσικά θα επεκταθούμε και σε πολλά θέματα διότι ο καλλιτέχνης όπως γνωρίζετε και εσείς έχει άποψη για τα πάντα.
Όλοι έχουμε άποψη για τα πάντα και όχι μόνο οι καλλιτέχνες. Μάλιστα πολλές φορές πιστεύω ότι οι απόψεις επί παντός των καλλιτεχνών είναι τρομερά βιαστικές και επιπόλαιες. Αλλά και πάλι θα χαρώ πολύ να τα σχολιάσουμε.

Πάντα με την προσωπική σας άποψη κύριε Δεληβοριά και όχι ως αυθεντία. Ως άνθρωπος που γνωρίζει, έχει ευαισθησίες και ανάγκη για έκφραση.
Ακριβώς αυτό…Νομίζω ότι ο καλλιτέχνης είναι ένας υπέρμαχος, ένας θιασώτης της ερωτικής ματιάς. Όπως όταν ερωτευόμαστε και για αυτό το διάστημα βλέπουμε τα πάντα με ένα πιο ανοικτό μάτι και θέλουμε να μιλήσουμε πολύ για αυτά. Παρατηρούμε ασήμαντες λεπτομέρειες που κάνουν όλη τη διαφορά. Όλο αυτό το έχουνε οι καλλιτέχνες. Δεν γνωρίζω αν έχουνε δίκιο για τα πάντα, αλλά πραγματικά διακατέχονται από αυτή την ερωτική ματιά συνέχεια.

Και τον ενθουσιασμό, την πηγαία έκφραση, το «γνήσιο»…
Αυτό, ναι.

«Όταν πηγαίνω στη Καλλιθέα μπερδεύομαι»

Για αρχή θέλω να πάμε πίσω πολλά χρόνια, εκεί όπου γεννηθήκατε, στην Καλλιθέα. Μία πόλη, η οποία σίγουρα έχει αλλάξει πολύ από τότε. Πώς έχετε αυτή την πόλη στο μυαλό σας; Πόσο σας επηρέασε αυτή η αλλαγή της πόλης σας ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη;
Έχει αλλάξει πάρα πολύ και νομίζω ότι όλοι οι άνθρωποι που γεννήθηκαν γύρω στο ‘70, όπως εγώ, είναι σχιζοφρενείς. Έχουνε ζήσει τη μισή τους ακριβώς ζωή στον παλιό κόσμο, χωρίς τις τεχνολογικές «βεβαιότητες», όπου ήσουν μικρός και ζούσες μέσα στο πλαίσιο της γειτονιάς. Σκηνές από παλιές ελληνικές ταινίες, με μπάλα στους δρόμους, τρέξιμο και όνειρα για την έγχρωμη τηλεόραση. Κάποια στιγμή μας είπε κάποιος ότι υπάρχει και το βίντεο. Βλέπαμε στο σινεμά της γειτονιάς ταινίες του James Bond, όπου μιλάγανε με φορητά τηλέφωνα και το θεωρούσαμε ένα διαστημικό είδος. Για μία δεκαπενταετία, μέχρι τα δεκαοχτώ μου περίπου, πέρασα τη ζωή μου έτσι. Ξαφνικά, άλλαξε όλο το πράγμα άρδην, γεγονός που μου άρεσε κιόλας. Το διαδίκτυο, η δυνατότητα να επικοινωνώ με άλλους ή να μαζεύω τη μουσική και τις ταινίες που μου άρεσαν μέσα σε μικρά κουτάκια. Όλα αυτά όμως έχουν δημιουργήσει ένα σχιζοφρενικό ψυχισμό μέσα μου και όταν πηγαίνω στη Καλλιθέα μπερδεύομαι. Απ’ τη μια νιώθω αυτόν τον παλιό κόσμο δίπλα μου να υπάρχει ακόμα… φίλοι, συμμαθητές και κάτι γιαγιάδες που τις είχα στο μυαλό μου νεότερες τότε και απ’ την άλλη είμαι αλλού πια. Ο σημερινός μου εαυτός πατάει όπως και όλων των υπολοίπων σε ένα διαφορετικό κόσμο.

Στην Καλλιθέα λάβατε και την πρώτη σας μουσική παιδεία, από μία προσωπικότητα ιδιαίτερα ξεχωριστή, αυτή του κυρίου Ορφέα Περίδη. Η μουσική καλλιέργεια αποτελεί κάτι σημαντικό για κάθε καλλιτέχνη. Πόσο σημαντικό είναι όμως για ένα νέο όταν αυτή την παρέχει ένας καλλιτέχνης ήδη καταξιωμένος;
Τότε ο Ορφέας δεν ήταν καταξιωμένος, αλλά ένα παιδί από τη Καλλιθέα. Εγώ ήμουν εννιά χρονών όταν ξεκινήσαμε μαθήματα κιθάρας και εκείνος πρέπει να ‘ταν γύρω στα είκοσι δύο. ‘Ήταν όταν θα έπαιρνε το δίπλωμά του στη κιθάρα. Πήγαινε δειλά -δειλά στις διάφορες εταιρίες, τους άφηνε τα ντέμο του και περίμενε απάντηση. Δεν ήταν καταξιωμένος, αλλά ήταν ένα παιδί τρομερά ζωντανό. Ήμουν τυχερός που δεν έμπλεξα με κανέναν από αυτούς τους τύπους που σου λένε να μην «παίζεις» τραγούδια γιατί κάνουν κακό στα χέρια σου και τέτοια. Ο Ορφέας είχε τρομερά σύγχρονη για εκείνη τη φάση μουσική παιδεία και με έβαζε να ακούω και να μαθαίνω διάφορα πράγματα…Από όλη την ιδεολογία της ροκ, μέχρι λαϊκό τραγούδι. Μου έδειχνε, για παράδειγμα, τι ξεχωριστό έχει κάνει στην ελληνική μουσική ο Τσιτσάνης, τι ο Θεοδωράκης. Ήμουν τυχερός να «πέσω» σε ένα παιδί που αγαπούσε πολύ αυτό που έκανε. Κάθε τόσο μου έλεγε να γράφω ένα τραγούδι και μού «έπαιζε» δικά του κομμάτια, το «Φεύγω», ένα τραγούδι που μετά από δέκα χρόνια θα γινότανε επιτυχία και θα το ήξεραν οι πάντες. Τότε ήταν ένα παιδί της γειτονιάς, ένα ταλέντο.

«Είμαι τυχερός που γνώρισα τον Μάνο Χατζιδάκι»

Λίγα χρόνια αργότερα, όσο προχωράει το ταξίδι σας στη μουσική, το 1989 έχουμε την πρώτη σας δισκογραφική δουλειά «Παρέλαση». Πριν ακριβώς από αυτό είχατε ακρόαση από τον κύριο Μάνο Χατζιδάκι. Πόσο σημαντικό ήταν αυτό για την εξέλιξή σας; Αποτέλεσε περισσότερο «βάρος» ή τιμή;
Ήταν κάτι πάρα πολύ μεγάλο και τώρα πια αισθάνομαι μόνο τυχερός που τον πρόλαβα. Δύο χρόνια μετά να είχα αποφασίσει να του «πάω» τα τραγούδια θα ήταν ήδη άρρωστος. Δεν το θεωρώ ούτε τιμή ούτε «βάρος», διότι ακόμα και τώρα θεωρώ ότι είμαι ανάξιος για κάτι τέτοιο. Ήταν καθαρή τύχη που κάθισε να ασχοληθεί και να ακούσει την δική μου κασέτα μεταξύ άλλων. Και το ότι φυσικά μετά πήγαινα σπίτι του και τον άκουγα να μου μιλάει και να μου κάνει παρατηρήσεις στα χαρτιά με τους στίχους μου ήταν σαν μάθημα. Παρόλα αυτά, πιστεύω ότι, οποιοσδήποτε ακόμα και σήμερα ακούσει καλά τη μουσική του Χατζιδάκι και «μπει» βαθιά στον περίεργο τρόπο με τον οποίο έστηνε τα όργανα και έβγαινε ο ήχος τους είναι ένα μάθημα από μόνο του. Ο ίδιος μπόρεσε να κάνει μουσική για την ελληνική άνοιξη, τον ελληνικό ουρανό, το ελληνικό φως, το ξεχωριστό μας τοπίο. Το ότι τον γνώρισα ήταν μία πολύ μεγάλη τύχη, αλλά και να άκουγα προσεκτικά το έργο του μόνο θα ήμουν πάλι τυχερός.

«Μου φαινόταν εξοργιστικό η ζωντανή παράσταση να μοιάζει με μικροφωνική»

Μία αναδρομή στις πολλές παραστάσεις σας, όπως το «Ανοιξιάτικο τραύλισμα», «Καψιμί», «Ενόργανη γυμναστική», «Φανζίν», «Κ-15», «10 πρεμιέρες», «Big Band Metro» δείχνει μία έμφαση στις ζωντανές εμφανίσεις. Είχατε λαμπρές συνεργασίες σε αυτές όπως με τον Διονύση Σαββόπουλο, τον Ζακ Στεφάνου, τη Μάρθα Φριντζήλα, την Αρλέττα, το Λουκιανό Κηλαηδόνη και τη Μάρω Μαρκέλου. Αντιλαμβάνεστε την κάθε μουσική παράσταση περισσότερο ως άκουσμα ή ως θέαμα; Αυτή η πληθώρα των ζωντανών εμφανίσεων εξυπηρέτησε την ανάγκη σας για έκφραση;
Η κάθε παράσταση είναι και θέαμα. Γενικά, μου φαινόταν πάντα εξοργιστικό το ότι ακούμε πάντα μουσική και φανταζόμαστε ένα σωρό πράγματα και όταν πάμε σε ένα ζωντανό βλέπουμε μία μικροφωνική, μόνιτορ και κάτι καλώδια να μπλέκονται μες τα πόδια. Μου άρεσε πάντοτε να βλέπω θεάματα, τα οποία είναι έτσι φτιαγμένα που να έχουν να κάνουν και με το τι βλέπουμε. Να μεταφέρω αυτό που φανταζόμαστε όταν ακούμε έναν άρτιο δίσκο μόνοι μας. Δεν φανταζόμαστε καλώδια και μικρόφωνα, αλλά εικόνες και ιδέες, τους μουσικούς να «παίζουν» σαν φίλοι, να υπάρχει κάτι μεταξύ τους. Αυτό ήθελα να είναι πολύ αισθητό στις δικές μου μουσικές παραστάσεις ή συναυλίες. Γι’ αυτό και είτε συνεργαζόμουν με κάποιον είτε το έκανα με μια ομάδα μουσικών ήθελα όλα αυτά να είναι ρόλοι πάνω στη σκηνή και να ξέρει ο καθένας τι κάνει. Να μην είμαστε κάτι τύποι που απλώς έμαθαν ένα κομμάτι και το «παίζουν».

Συνεπώς πιστεύετε και στην οπτική της τέχνης. Το 2007 δώδεκα νέοι ζωγράφοι εικονογραφούν τα τραγούδια του δίσκου σας «Έξω». Αυτή η δύναμη της τέχνης να συνεργάζεται και να είναι αναπόσπαστη πιστεύετε ότι μπορεί να ενδυναμώσει το μήνυμα που εκπέμπει ο καλλιτέχνης;
Θεωρώ ότι δεν δυναμώνει ακριβώς το μήνυμα, αλλά δίνει χρώμα σε ένα έργο να υπάρχει. Αυτό υπήρχε πάντα και στις μουσικές παρουσιάσεις και τους δίσκους. Ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης ήταν συνδεδεμένοι με όλη αυτή την παρέα ζωγράφωνν όπως ο Μόραλης και ο Τσαρούχης ή ο Tom Waits που είναι πάντα με το σκηνοθέτη Robert Wilson και παρουσιάζουν ένα σωρό πράγματα, ο τρόπος που έστηνε ο Τσιτσάνης την ορχήστρα του πάνω στη σκηνή και έβαζε τη Νίνου πάντα δεξιά με το ντέφι ή οι μουσικές παραστάσεις του Διονύση Σαββόπουλου. Όλα αυτά ήταν πάντοτε συνδέσεις πολλών τεχνών. Κανένας δεν σκεφτόταν «ειδικά», όπως μας μαθαίνουνε τώρα στα Πανεπιστήμια ότι είναι κανείς καλός στην τάδε ειδικότητα. Η τέχνη γενικά είναι ένα πολύ συνολικό και ευρύ αντικείμενο. Μάλιστα στο σπίτι μου που η αδελφή μου είναι ζωγράφος πάντα αλληλοεπηρεαζόμασταν. Εγώ «έπαιζα» μουσική και εκείνη ζωγράφιζε.

Μιλήσατε πριν και για το χωροταξικό κομμάτι των παραστάσεών σας. Σας έχουμε δει σε παραστάσεις και μεγαλύτερες και μικρότερες, όπως στο «Big Band Metro» με ένα σχήμα δύο μουσικών και τριάντα οργάνων μέχρι και το Ζυγό, και το Γυάλινο Μουσικό Θέατρο. Ο χώρος είναι σημαντικό χαρακτηριστικό για τις παραστάσεις σας;
Πάρα πολύ. Αλλιώς θα «παίξεις» σε ένα θέατρο, αλλιώς σε μία μουσική σκηνή με τραπέζια, αλλιώς σε μία σκηνή με όρθιους θεατές. Τα τελευταία χρόνια έχουμε φτιάξει μία πάρα πολύ λειτουργική ομάδα με το παραγωγό μου, τον Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και με μία σκηνογράφο φίλη την Ελένη Σούλια. Φανταζόμαστε εξαρχής πώς θα στήσουμε τη παράσταση, πώς θα αλλάξουμε το μαγαζί. Όταν γύρισα από το στρατό και έκανα τη μουσική παράσταση «Καψιμί» σε ένα χώρο στου Ψυρρή είχαμε διαμορφώσει όλο το χώρο σαν κανονικό στρατόπεδο. Παντού σκοπιές, γραμμένοι οι τοίχοι από αφιερώσεις των φαντάρων, υπήρχε όλο το κατάλληλο κλίμα. Κάθε χρόνο θέλουμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό.

«Ήθελα να φτιάξω ένα δικό μου είδος μουσικής»

Κύριε Δεληβοριά, από τον σχεδόν unplugged ήχο της «Παρέλασης» περάσαμε στον σύγχρονο και σχεδόν ηλεκτρονικό ήχο του «Αόρατου ανθρώπου». Η αλλαγή αυτή σηματοδοτεί για σας κάτι παραπάνω από στιγμιαία καλλιτεχνική έκφραση;
Ναι νομίζω ότι άλλαξα και εγώ, όπως όμως αλλάζω και κάθε φορά από τραγούδι σε τραγούδι, μέρα με την ημέρα. Η αλλαγή αυτή είναι ο σκοπός. Δεν πρέπει να ανεβαίνει ένας καλλιτέχνης σε ένα συγκεκριμένο μουσικό επίπεδο και να μην μπορεί μετά να κάνει τίποτα περισσότερο. Όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες που θαύμαζα και εγώ ήταν αυτοί που είχαν από δίσκο σε δίσκο μία εξέλιξη και δεν ήταν ένα ίδιο πράγμα απ’ την αρχή ως το τέλος. Άλλωστε, από μικρός στόχος μου ήταν να μην ανήκω σε ένα μουσικό είδος. Να μην μπορεί κανείς να πει εύκολα ότι είμαι λαϊκός ή ροκ, έντεχνο ή ό,τι άλλο. Ήθελα να φτιάξω ένα δικό μου είδος με τα δικά μου τραγούδια. Σαν αφηγήσεις που θα μεταχειρίζονται πολλά είδη μουσικής και πάρα πολλές ιστορίες. Αυτό με τα χρόνια ωριμάζει. Ο «Αόρατος άνθρωπος» έχει πλέον την απόλυτα δική μου επιμέλεια στον ήχο και ηχογραφήθηκε μέσα σε πολλούς μήνες με λεπτομερή δουλειά. Είναι κάτι που μόνο η ωριμότητα μπορεί να φέρει. Όταν ήμουν δεκαέξι και βγάλαμε το πρώτο δίσκο με το Χατζιδάκι είχε την σφραγίδα του. Σε άλλους δίσκους ήταν έντονη η σφραγίδα του μουσικού Θύμιου Παπαδόπουλου που ήταν ο παραγωγός μου. Εν καιρώ ωριμάζουμε. Παρόλα αυτά, χαίρομαι πολύ διότι κανένας δίσκος μου δεν θυμίζει προηγούμενους. Η διαφορά στον ήχο από το πρώτο ως τον τελευταίο δίσκο είναι σίγουρα ακραία.

«Μόνο οι καλλιτέχνες με καθαρή ψυχή και με κάτι το διαφορετικό θα πάνε μπροστά»

Είστε ένας καλλιτέχνης αναμφίβολα διαχρονικός. Η διαχρονικότητα ήταν πάντα ευλογία για κάθε καλλιτέχνη. Πλέον ζούμε σε καιρούς, που είναι δύσκολο να επιτευχθεί. Θεωρείτε ότι μπορούν οι νέοι καλλιτέχνες να είναι διαχρονικοί στο καιρό των μαζικών Μέσων;
Η διαχρονικότητα μπορεί σίγουρα να κατακτηθεί, αρκεί να την επιθυμεί ο καλλιτέχνης και να τον αφορά. Να εστιάζει όμως σε αυτή και όχι στο να γίνει σπουδαίος. Δεν θα πει ότι θα γράψει ένα αριστούργημα και αμέσως θα το έχει καταφέρει. Όμως αν βασικό μέλημα του καλλιτέχνη δεν είναι το να κάνει ένα σουξέ το χρόνο, αλλά το να έρχεται σε επαφή με αυτά που του αρέσουν διαχρονικά, όπως τους μεγάλους δημιουργούς, η τέχνη θα γίνει η ζωή του. Πρέπει όμως να συνομιλεί πραγματικά με όλους αυτούς και να μην στοχεύει στο target group του εφήβου ή της νοικοκυράς με την τέχνη του. Τότε κάθε καλλιτεχνικό του δημιούργημα, βιβλίο, τραγούδι, σινεμά ή ζωγραφική θα γίνει αληθινά διαχρονικό. Μες τα χρόνια τα πάντα γύρω αλλάζουν, αλλά ο καλλιτέχνης μένει εκεί σταθερός ως σημείο αναφοράς να υπηρετεί το καθήκον του. Συνομιλεί ακόμα με τους παλιούς ή με τους καινούργιους που εμφανίζονται. Στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή υπάρχει μία υστερία με την έννοια της διασημότητας. Η μεγάλη αξία στη χώρα είναι ο «διάσημος» και αυτό είναι τρελό. Η διασημότητα δεν έχει καμία αξία και αυτό αποδείχθηκε τα τελευταία χρόνια που εμφανίζονται στη τηλεόραση τουλάχιστον είκοσι παιδιά. Για ένα διάστημα γίνονται πραγματικά διάσημοι και όλοι μιλάνε για αυτούς, αλλά τελικά τίποτα δεν λύνεται στη ζωή τους, η ίδια η τηλεόραση τους «κανιβαλίζει» χυδαία. Οι ίδιοι δεν κατάφεραν να συναντηθούν με μία βαθύτερη πλευρά του κοινού. Τους νέους δεν θα έπρεπε να τους αφορά τόσο το παραμύθι της διασημότητας, όσο το να βρουν κάτι που να τους κρατά σε εγρήγορση. Να μην σκέφτονται αν θα γίνουν γνωστά τα τραγούδια τους, αλλά ότι θα τους συντροφεύουν μια ολόκληρη ζωή.

Μιλήσατε πριν λίγο για τα ριάλιτι ταλέντου που προωθούνται και που επιφέρουν ένα κορεσμό νέων καλλιτεχνών. Πιστεύετε ότι μπορεί να υπάρξει χώρος για τους πραγματικούς καλλιτέχνες σήμερα;
Μόνο για εκείνους που έχουν καθαρή καρδιά και κάτι καινούργιο να πουν μουσικά. Γι’ αυτούς υπάρχει πάντα τεράστιος χώρος. Βλέπεις ότι ένα κοριτσάκι από το Καρπενήσι που δεν το ήξερε κανένας, η Μόνικα, έβγαζε τα τραγούδια της στο myspace και επειδή είχε κάτι ιδιαίτερο η φωνή της, αλλά και συνέθετε τα ελληνικά στοιχεία με τον αγγλικό στίχο δημιούργησε ένα ξεχωριστό δίσκο. Έτσι καθιερώθηκε. Πριν τη Μόνικα, με τον ίδιο τρόπο ακριβώς, όποιο πρόσωπο είχε κάτι το διαφορετικό να προσφέρει γινόταν πάντα γνωστός.

«Πάντα υπήρχαν άνθρωποι που κορόιδευαν το κοινό»

Σήμερα νομίζετε ότι το κοινό πραγματικά επιλέγει τα ακούσματά του ή ό,τι ακούει του επιβάλλεται;
Πάντα τον κάθε καταναλωτή υπάρχουν άνθρωποι που τον κοροϊδεύουν. «Πάρε αυτό το προϊόν», «έλα στο εστιατόριό μου να φας», αλλά όλα είναι «μούφα» και στην πραγματικότητα τον δηλητηριάζουν. Δίπλα όμως πάντα υπάρχει και ένας άλλος που διατηρεί ένα αληθινά καλό εστιατόριο. Κάθε χρόνο κατά 80% κοροϊδευόμαστε είτε βλέπουμε σίριαλ στην τηλεόραση, είτε αγοράζουμε δίσκους. Πάντα υπάρχει ένα 20% που είναι άρτιο, ένα εστιατόριο που το έχει κάποιος επειδή του αρέσει να μαγειρεύει και χαίρεται ειλικρινά με το «μπράβο» του άλλου και την επιτυχία. Ακόμα και τώρα υπάρχουν δέκα άτομα στην ελληνική μουσική σκηνή που όταν κυκλοφορούν κάτι το κάνουν με καλλιτεχνικό αίτημα και επιδιώκουν να συναντηθούν με τον κόσμο. Ε, υπάρχουν και άλλοι που λένε «να τα πάρουμε».

Πριν τριάντα χρόνια, περίπου στο ξεκίνημά σας, η καλή μουσική ήταν ταυτόχρονα και μαζική. Στις μέρες μας η μαζικότητα είναι λίγο παρεξηγημένη. Εσείς τι θεωρείτε; Η μαζικότητα αλλοιώνει ένα καλλιτέχνη σήμερα;
Καταρχάς δεν νομίζω ότι πάντα η καλή μουσική ήταν και μαζική. Εγώ θα διαφωνήσω σε αυτό. Πιστεύω ότι και παλιότερα υπήρχαν άνθρωποι που γέμιζαν ολόκληρα στάδια και δεν ήταν τίποτα, παρά ένα κιτς πράγμα. Επίσης, υπήρχαν και καταπληκτικά πράγματα που δεν τα καταλάβαινε ο κόσμος στη στιγμή τους. Ο Μεγάλος Ερωτικός του Χατζιδάκι όταν βγήκε, για παράδειγμα, δεν είχε καθόλου επιτυχία και έλαβε κακές κριτικές. Τώρα πλέον μιλάμε σαν να είναι το μουσείο, η «Ακρόπολη». Απ’ την άλλη υπήρχαν μουσικές πολιτικές, εμβατήρια, «σκυλάδικα» που τα έβλεπε χιλιάδες κόσμου και σήμερα δεν τα θυμόμαστε. Τα άκουγε ο μπαμπάς μου και εγώ δεν τα ακούω. Αυτό που ίσως διαφέρει είναι ότι κάποτε υπήρχε μεγάλο κοινό που ενδιαφερόταν για τη δισκογραφία και αγόραζε δύο δίσκους την βδομάδα. Ήθελε να τους κλείνει, να φτιάχνει δισκοθήκη, να συλλέγει μουσική. Αυτό άλλαξε τα τελευταία χρόνια. Ο ίδιος ο ακροατής τραγουδιού αντί να «ψάχνεται» να ακούει τους νέους καλλιτέχνες προτιμά να μαζεύει σε σκληρούς δίσκους την παλιά μουσική. Να λέει ότι έχει όλα τα blues, όλη την ιστορία της ροκ, όλα τα ρεμπέτικα και να μην τα ακούει ποτέ. Αυτό είναι λίγο άρρωστο γιατί ειδικά σε χώρες με φοβερή σχέση με τη μουσική, όπως η Ελλάδα, όλοι οι άνθρωποι ανέκαθεν άκουγαν και έφτιαχναν μουσική. Τραγουδούσαν όλη μέρα, έφτιαχναν μουσικές σκηνές, μουσικά είδη, ρεμπέτικα, λαϊκά, έντεχνα. Ξαφνικά το να μην σε ενδιαφέρει αν κάποιος έβγαλε νέο δίσκο και απλώς να έχεις μία συλλογή στο σπίτι σου που δεν την ακούς ποτέ, το θεωρώ λίγο τρελό.

«Πρέπει να πιάσουμε ατομικά το ζήτημα της κρίσης»

Μόλις είπατε ότι η μουσική ήταν ανέκαθεν στο γονιδίωμα του Έλληνα. Αυτή την περίοδο η χώρα μας διανύει μία φάση ραγδαίων κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών. Πιστεύετε ότι μπορεί ο Έλληνας να τις αντέξει; Θεωρείτε ότι η μουσική μπορεί ν’ αποτελέσει στήριγμα για αυτόν;
Ο Έλληνας παραιτήθηκε από την παραγωγικότητά του κάποια στιγμή. Τα κόμματα από κάποιο σημείο και μετά τον καθησύχαζαν, τον διαβεβαίωναν ότι χρήματα υπάρχουν και ότι έχουν λάβει τα κατάλληλα οικονομικά πακέτα. «Πάρε εσύ αυτή τη μίζα, πάρε εσύ την άλλη, ψήφισέ μας κιόλας και τελείωσες». Πάρα πολλοί άνθρωποι το πίστεψαν αυτό. Εφησυχάστηκαν στην αυτάρκεια του δημόσιου τομέα ή του κάθε υπαλλήλου, δεν πίστευαν όμως στην παραγωγή. Ειδικά την τελευταία δεκαπενταετία όλοι ζούσαν υπερβολικά επιδεικτικά και πλουσιοπάροχα. Πολλοί έπαιρναν ένα ή δύο αυτοκίνητα, έκαναν πολλά ταξίδια στο εξωτερικό, ζούσαν σαν να είναι σε μία χώρα πλούσια. Η χώρα αυτή όμως δεν παρήγαγε κάτι. Δεν είμαστε σαν τη Φινλανδία που έχει τη Νόκια ή σαν άλλες πετρελαιούχες χώρες. Οτιδήποτε παραγωγικό είχαμε από παραγωγικά προϊόντα μέχρι μουσική και πολιτισμό όλα τα αφήσαμε στη τύχη τους. Αυτό ήταν ένα λάθος, το οποίο μπορεί να αναστραφεί. Αρκετά κλάψαμε, γκρινιάξαμε και βρίσαμε τα κόμματα για όλο αυτό, αλλά τώρα τι; Θα συνεχίσουμε να έχουμε την λογική να διορίσουμε τα παιδάκια μας στο δημόσιο και να περιμένουμε το μέλλον από αυτό ή θα τα εμπνεύσουμε να κάνουν κάτι καινούργιο; Κάτι αληθινό, μία σπουδαία καλλιτεχνική ή επιχειρηματική κίνηση. Πώς θα προχωρήσουμε αν δεν ξαναρχίσουν οι μηχανισμοί; Αν γίνει αυτό όλα θα πάνε καλύτερα. Πρέπει ατομικά να το πάρουμε και να συμβουλέψουμε τον άλλον «κάνε κάτι τώρα».

Φαίνεται ότι έχετε άποψη και θέση για το πολιτικό σκηνικό και αυτό είναι πολύ σημαντικό όταν οι περισσότεροι καλλιτέχνες δεν εκφράζονται για αυτά τα ζητήματα. Θα συμμετείχατε ποτέ στον ενεργό πολιτικό βίο, όπως πολλοί συνάδελφοί σας;
Όχι δεν θα το έκανα και μάλιστα πιστεύω ότι όσοι το έκαναν αυτό έχασαν χρόνο από τη ζωή τους και το κύρος τους απέναντι στο κόσμο. Ένας πάρα πολύ μεγάλος συνθέτης, όπως ο Θεοδωράκης, έφτασε στο σημείο να τον βρίζουν και να τον προπηλακίζουν και να χάσει χρόνια από τη ζωή του με το να είναι πολιτικός, ενώ θα μπορούσε να προχωράει, κάτι που ήταν πρωταρχικό μέσα του, τη μουσική του ανάγκη και το μουσικό του ταλέντο. Νομίζω ότι όλοι οι συνθέτες που αναμείχθηκαν με τα εξουσιαστικά ζητήματα έχασαν.

 

«Ο Θεοδωράκης έκανε καλύτερο το λαό με τη μουσική παρά με το αξίωμά του»

Πιστεύετε ότι γενικά η τέχνη δύναται να βοηθήσει στην επίλυση πολιτικών ζητημάτων;
Ναι, η τέχνη είναι άλλη ιστορία από το καλλιτέχνη, αρκεί να μένει πιστός στην αποστολή του να φτιάχνει τραγούδια. Ο Θεοδωράκης έκανε πολύ καλύτερο τον ελληνικό λαό με τη μουσική του. Τον έκανε να αντισταθεί στη Δικτατορία, τον ενέπνευσε να γνωρίσει την πραγματική ελληνική μουσική. Ακόμα και τώρα αν ακούσουμε την παλιά του μουσική θα βρούμε μία λύση για το πώς θα βγούμε απ’ τη κρίση. Αν όμως βγει πρωθυπουργός ή κάνει κόμμα, δεν θα πετύχει τίποτα γιατί είναι καλλιτέχνης. Θα είναι ο λάθος άνθρωπος στη λάθος θέση.

Όταν υπηρετήσατε στο στρατό αμέσως μετά ακολούθησε η παράσταση «Καψιμί». Η καθημερινότητα αποτελεί για εσάς πηγή έμπνευσης για δημιουργία;
Η καθημερινότητα ακριβώς επειδή είναι κάτι τρομερά ρευστό, σαν λουλούδι που βγαίνει και μετά μαραίνεται, έχει κάτι πάρα πολύ θεαματικό. Είναι αναντικατάστατη. Μόνο σήμερα μπορώ να μιλήσω για τη σημερινή ημέρα. Αύριο θα έχει φύγει. Αυτό πάντα με συγκινούσε και το έβρισκα θεαματικό.

«Κάποιους τους τονώνει να βλέπουν τον εαυτό τους στα περιοδικά»

Πολλοί σύγχρονοι καλλιτέχνες φιλοξενούνται στις σελίδες του κίτρινου τύπου για την προσωπική τους ζωή. Εσείς ποτέ δεν απασχολήσατε το κοινό για τις προσωπικές σας στιγμές. Πιστεύετε ότι αυτή η αναφορά στα προσωπικά τους τούς τονώνει καλλιτεχνικά;
Σίγουρα όχι. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να τονώσει καλλιτεχνικά κανέναν. Αν εγώ δηλαδή με την κοπέλα μου βλέπαμε τις ζωές μας κάθε μέρα μέσα σε ένα περιοδικό θα πήγαινα να γράψω μετά ένα καλύτερο τραγούδι; Αυτό είναι κάτι άσχετο. Κάποιοι άνθρωποι προφανώς θεωρούνε για κάποιο λόγο ότι τους τονώνει. Πιστεύουνε ότι έχουνε αξία όταν ανοίγουν ένα περιοδικό και βλέπουν τον εαυτό τους μέσα. Εγώ είμαι άνθρωπος της εργασίας και δεν το πιστεύω αυτό. Απαιτείται κόπος προκειμένου να γίνει κάτι όμορφο.

Αναφερθήκαμε και πριν στην αλλαγή του μουσικού σας προσανατολισμού ανά δίσκο. Τα ακούσματά σας άλλαξαν εξίσου; Τι ακούγατε παλιότερα και τι τώρα; Ποιούς καλλιτέχνες θαυμάζετε;
Μικρότερος άκουγα όσα ήταν «της μόδας» τότε. Το ‘85 στη εφηβεία άκουγα από Duran Duran και Wham μέχρι Γιοκαρίνη και «Λάκη με τα ψηλά ρεβέρ», από Dire Straits και Peter Gabriel μέχρι τα «ζεστά ποτά» των αδελφών Κατσιμίχα. Το παρόν ήταν αυτό που με ενδιέφερε μουσικά. Αργότερα πέρασα μία φάση που με ενδιάφερε να ανακαλύψω τη μεγάλη μουσική, όπου και αν ήταν αυτή. Άκουγα από Μπαχ μέχρι Michael Davis, Βασίλη Τσιτσάνη και Χατζιδάκι. Με ενδιέφερε να βρω ποιοι ήταν οι μεγάλοι δημιουργοί και πώς μίλησαν στον άνθρωπο. Το γιατί είχαν αυτές τις θέσεις στη μουσική. Ήθελα να το βρω μόνος μου με το δικό μου τρόπο, χωρίς να μου επιβληθεί κάποια μουσική θεωρία. Έτσι πέρασα και πολλά χρόνια που άκουγα μόνο παλιά μουσική, κλασική ή τζαζ. Τα τελευταία χρόνια έχω επιστρέψει στη μουσική του παρόντος, αλλά όχι τη μουσική «της μόδας». Δεν με αφορά ο Justin Bieber, αλλά ο Rufus Wainwright, η Fiona Apple,ο Brad Mehldau. Μουσικοί από όλο το μουσικό φάσμα που έχουν κάτι ενδιαφέρον να πουν. Το ίδιο συμβαίνει και στην ελληνική δισκογραφία. Όταν μαθαίνω ότι φίλοι καλλιτέχνες και από τη γενιά μου, όπως ο Βασιλικός, ο Αλκίνοος ή νέα πρόσωπα κυκλοφορούν κάτι ενδιαφέρον χαίρομαι πάρα πολύ. Θέλω να το ακούσω και να επηρεαστώ από αυτό.

Ποιά ήταν η μεγαλύτερη τρέλα που έχει κάνει ο Φοίβος Δεληβοριάς;
Νομίζω ότι ένα ακραίο πράγμα που έχω κάνει είναι όταν αποφάσισα να γίνω μουσικός στα δεκαπέντε και έπαψα να διαβάζω τα μαθήματα που δεν με ενδιέφεραν στο σχολείο. Από την αρχή της πρώτης Λυκείου έπιανα τον μαθηματικό και του έλεγα ότι ήμουν μουσικός, δεν με ενδιέφεραν τα μαθήματά του και δεν θα τα διάβαζα όλη τη χρονιά. Για τον ίδιο λόγο αρνήθηκα να δώσω Πανελλήνιες και να εξεταστώ. Επίσης είχα γράψει μία έκθεση, η οποία ήταν ένα μανιφέστο δικών μου απόψεων που θα έβγαινε άκυρο στις Πανελλήνιες. Όλο αυτό δεν γνωρίζω αν θα το ξαναέκανα. Με ευχαριστεί όμως που το έκανα και ήμουν τόσο πεπεισμένος να αφήσω οτιδήποτε άλλο για τη μουσική. Ήμουν τυχερός που από μικρός είχα βρει τι ήθελα να κάνω.

«Νοσταλγώ το παρελθόν ζώντας όμως το παρόν»

Κύριε Δεληβοριά, αν γυρίζατε το χρόνο πίσω σε ποια εποχή της ζωής ή της καριέρας σας θα θέλατε να επιστρέφατε;
Η αλήθεια είναι ότι είμαι τρομερά νοσταλγικός άνθρωπος. Ακόμα και όταν ήμουν δύο χρονών πιστεύω ότι νοσταλγούσα την εποχή που ήμουν ενός! Πάντα υπήρχε κάτι μες το παρελθόν που το εξιδανίκευα. Θα ήθελα να ξαναζήσω την άνοιξη όταν ήμουν μικρός στη Καλλιθέα. Όταν η Καλλιθέα ήταν ακόμα μια καθαρή γειτονιά με τις νεραντζιές της. Θα ήθελα ακόμα να ξαναζήσω, το να είμαι δεκαέξι και να αποφύγω κάποια γεγονότα που θα με τραυμάτιζαν αργότερα. Από την άλλη όμως η άνοιξη, η επιλογή του να αγαπήσεις και να αγαπηθείς, η επιλογή του να κάνεις αυτή τη μέρα και όχι την αυριανή ένα τραγούδι είναι πάντα εδώ.

Συνέντευξη: Δημήτρης Σπυριδάκης

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.