«Άστεγος είναι κι ο Θεός…»

09.06.2018 12:57

Του Χαράλαμπου Πουλόπουλου*

Για το βιβλίο «Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα» του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 2018

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

«O άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα»  του Βαγγέλη Ραπτόπουλου είναι ένα βιβλίο για το πένθος, την κρίση, την αστεγία, τις ετεροτοπίες, τον έρωτα, τις προσδοκίες, την επανάσταση και τη ματαίωση το οποίο διαπλέκει τον κόσμο της πραγματικότητας με τον κόσμο της φαντασίωσης. Μέσα από τις σελίδες αναδεικνύεται η ικανότητα του συγγραφέα να γράφει με την οξυδερκή ματιά του ερευνητή, του ψυχαναλυτή και του κοινωνικού επιστήμονα. Η αφήγηση περνάει από τον εσωτερικό κόσμο στον εξωτερικό, συνδέει τα συναισθήματα με γεγονότα που συμβαίνουν στην κοινωνία, με ιδεολογίες που αναδύονται, συλλογικές ψευδαισθήσεις που κυριαρχούν για να εξανεμιστούν  μετά από λίγο.
 
Με το σημείωμά του στο τέλος του βιβλίου ο Ραπτόπουλος νοιώθει την ανάγκη να μας αποκαλύψει τι τον οδήγησε στη συγγραφή του μυθιστορήματος. Ίσως από φόβο ότι θα τον παρεξηγήσουμε ή ότι δεν θα τον κατανοήσουμε επαρκώς. Αναφέρεται, λοιπόν, στο πένθος από την απώλεια του πατέρα του ως την αρχική συγγραφική του ώθηση.
 
Το πένθος, πράγματι, διατρέχει τις σελίδες του βιβλίου από την αρχή: Ο Μίμης Αποστολάκης, δημοσιογράφος και κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, χάνει τη μητέρα του στην παιδική ηλικία, χωρίς να καταφέρει να επεξεργαστεί το πένθος. Η απώλεια τον αναστατώνει, τον εξεγείρει  και τον οδηγεί στην πρώτη ακραία αντίδραση της ζωής του, το κάψιμο μιας εκκλησίας.
 
Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα μετά την απώλεια της μητέρα, βιώνει το θάνατο του πατέρα του και, στη συνέχεια,  το πένθος για τον Τζίμη και την Αγία, δυο φίλους που ο ίδιος έκαψε. Η Λένα, η γυναίκα του Μίμη, καλείται στη συνέχεια της ιστορίας να διαχειριστεί το πένθος της δικής του αυτοχειρίας.
 
Για τον Μίμη Αποστολάκη το πένθος μετουσιώνεται σε δύναμη καταστροφής, ερωτισμό,  επαναστατικότητα. Οι τρομακτικές φαντασιώσεις που του γεννά είναι ικανές να μεταμορφώσουν τον κόσμο γύρω του σε σκηνή της εμπρηστικής του δράσης. Η φωτιά και ο ερωτισμός συνυπάρχουν ως αλληλένδετα στοιχεία της καταστροφής και της δημιουργικότητας, του θανάτου και της ζωής. Με τη χρήση της φωτιάς ο Μίμης κρατά ζωντανή τη μνήμη της μητέρας του –όπως, άλλωστε και ο Ραπτόπουλος  με τον Άνθρωπο που έκαψε την Ελλάδα προσπαθεί να διατηρήσει τις δικές του μνήμες γύρω από  πρόσωπα, καταστάσεις και ιδέες.
 
Από την άλλη, η σύζυγος του Λένα, διαχειρίζεται το πένθος της με τον δικό της αλλοπρόσαλλο, αλλά και ανθρώπινο τρόπο. Στο ημερολόγιο που διατηρεί επανέρχεται διαρκώς στον εκλιπόντα και τη σχέση τους, η οποία υπήρξε  αμφιθυμική και φέρνει στην επιφάνεια  αγάπη, πόθο, θυμό, θλίψη, ενοχή και ντροπή.  Η Λένα αντιμετωπίζει την απώλεια και τη μοναξιά μέσα από τις φαντασιώσεις της και τον πόθο της για το σώμα του εκλιπόντος Μίμη, το οποίο ανακαλεί διαρκώς στη μνήμη της, επιδιδόμενη σε πράξεις αυτοερωτισμού που φαίνεται να έχουν επουλωτική δράση.  Κάποια στιγμή βρίσκει διέξοδο σε ένα «υποκατάστατο», όπως το ονομάζει, τον  Γιώργο, κολλητό φίλο του Μίμη. Ο Γιώργος βιώνει και αυτός το πένθος από την απώλεια του φίλου του και συγχρόνως συναισθάνεται την απώλεια της Λένας, την οποία προσπαθεί με κάθε τρόπο να φέρει κοντά του.
 
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου είναι ότι Ραπτόπουλος λειτουργεί ως κοινωνικός γεωγράφος. Στον Άνθρωπο που έκαψε την Ελλάδα  χαρτογραφεί τις ετεροτοπίες των αστέγων της Αθήνας, τους χώρους όπου η κανονικότητα ανατρέπεται, αμφισβητείται ή αντιστρέφεται. Με μαεστρία περιδιαβαίνει από τα παρκάκια της Νέας Ιωνίας και της Φιλαδέλφειας έως τα Άνω Πατήσια, από τα συσσίτια της  Σοφοκλέους και τα λουτρά της Στοάς μέχρι τα στενά κάτω από το Μοναστηράκι, στους πεζοδρόμους της Αιόλου, στην Κουμουνδούρου, στο Μεταξουργείο, ενώ επινοεί το Ποταμοχώρι, το “αυτόνομο κράτος των αστέγων”, σε μια γέφυρα δίπλα στον υπογειοποιημένο Κηφισό κοντά στην Πειραιώς.
 
Πρόκεται για χώρους όπου αναπτύσσονται νέες μορφές κοινωνικότητας, όπου συνειδητά ή μη, καταστρέφεται η σύνταξη της κοινωνικής πραγματικότητας. Σήμερα, σε σύγκριση με το παρελθόν, οι ετεροτοπίες, όλο και περισσότερο, λειτουργούν παράλληλα με την κανονικότητα της κοινωνικής ζωής και όχι σε αυστηρά οριοθετημένους και στιγματισμένους χώρους παρέκκλισης. Σε αυτές συγκροτούνται ομάδες ή κοινότητες που ζουν τη δική τους πραγματικότητα  σε καθεστώς ιδιόμορφου αποκλεισμού και περιθωριοποίησης. Χαρακτηρίζονται από περιορισμούς, ενώ την ίδια στιγμή στο εσωτερικό τους δημιουργούνται δυναμικές από τις οποίες μπορεί να προέλθει το νέο, το απρόβλεπτο, η ανατροπή της  «κανονικότητας» που επιβάλλεται από την εκάστοτε κυρίαρχη ομάδα. Ο Ραπτόπουλος καταγράφει αυτά τα στοιχεία της αμφισβήτησης, της ελευθερίας και της ανατροπής:
 
«Κάνε ησυχία και θα ακούσεις καρδιές να χτυπάνε. Ενώ στα σπίτια, στις πολυκατοικίες, στα διαμερίσματα και στις  επαύλεις ακούς ρολόγια μόνο και συσκευές» (σελ. 187).
 
«Άστεγος σημαίνει να έχεις για στέγη σου τον ουρανό και τ άστρα, το σύμπαν! Άστεγος είναι κι ο Θεός» (σελ. 186).
 
Ο συγγραφέα σκιαγραφεί τα πρόσωπα και τις βιογραφίες των  αστέγων με στοιχεία που συνέλεξε από έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, δίνοντας έμφαση στις σχέσεις στον τρόπο οργάνωσης, στη συλλογικότητα και την αλληλεγγύη που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της ετεροτοπικής τους κοινότητας, καθώς και στη σχέση τους με την κοινωνία.
 
«Εμείς που ζούμε στον δρόμο προσφέρουμε μεγάλη υπηρεσία στην κοινωνία. Μας βλέπουν οι βολεμένοι και σοκάρονται, αφυπνίζονται προειδοποιούνται. Εμείς είμαστε το όριο, ο δείκτης, το φόβητρο, το παράδειγμα προς αποφυγήν. Αν δεν υπήρχαμε, θα έπρεπε να μας έχουν εφεύρει!» (σελ. 199).
 
Μας δείχνει  ότι οι ετεροτοπίες υπάρχουν ακριβώς γιατί η κυρίαρχη κοινωνική οντότητα  εξυπηρετείται από τη λειτουργία τους ως μηχανισμών αποσυμπίεσης  σε περιβάλλοντα ελεγχόμενα και  οριοθετημένα. Από την μία πλευρά είναι χώροι αμφισβήτησης, καταγγελίας και αναδιάταξης του συμβατικού, ενώ από την άλλη αξιοποιούνται από την εκάστοτε εξουσία  για να χαραχτούν τα όρια, οι «κόκκινες γραμμές» μεταξύ καλού και κακού, ζωής και θανάτου, βεβαιότητας και αβεβαιότητας, σταθερότητας και κατάρρευσης.
 
Οι  άστεγοι που διαβιούν σε χαρτόκουτα ξυπνούν μνήμες φόβου και απωθημένα του παρελθόντος και επαναφέρουν «υπερνικημένες» συνήθειες. Είναι εκείνοι που θυμίζουν την ευαλωτότητα των ματιών, των χεριών, του σώματος, της ανθρώπινης ζωής. Κινούνται στη ρευστότητα του πραγματικού και του φανταστικού και καταλύουν τις μεταξύ τους οριακές γραμμές. Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος κατευθύνοντας το βλέμμα μας στα  σώματα των αστέγων που σημαδεύονται από τις κακουχίες, σε  τόπους και χώρους ετεροτοπικούς δημιουργεί στον αναγνώστη το αίσθημα του ανοίκειου, μία έννοια που ανέλυσε ο Freud στην ομώνυμη μελέτη του το 1919. Το ανοίκειο είναι αυτό που μας ξενίζει, μας προκαλεί φόβο, μας κάνει να αισθανόμαστε άβολα.
 
Η κρυφή φύση του ανοίκειου σχετίζεται με απωθημένα παιδικά συμπλέγματα και πρωτόγονες πεποιθήσεις που αναβιώνουν με αφορμή κάποια ερεθίσματα. Το ανοίκειο είναι κάτι τρομακτικό  -ωστόσο πολύ οικείο- που προέρχεται από το παρελθόν και έχει απωθηθεί. Όταν επανέρχεται απειλεί την ισορροπία του ατόμου.  Σύμφωνα με τον Freud, οι άνθρωποι θεωρούν ανοίκειο οτιδήποτε μπορεί να έχει σχέση με τον θάνατο, ακόμη και με τον φόβο ότι μπορεί οι νεκροί να επιστρέψουν ως φαντάσματα ή πνεύματα. Ο πρωτόγονος αυτός φόβος για τους νεκρούς σχετίζεται με την αντίληψη ότι οι νεκροί έχουν τη δύναμη να πάρουν μαζί τους ζωντανούς. Οι άστεγοι πρωταγωνιστές του βιβλίου φέρνουν στην επιφάνεια τον φόβο του θανάτου ή της κατάρρευσης που επέρχεται όταν διαλύεται η συγκρότηση ενός ενιαίου εαυτού. Αυτός ο φόβος, κατά τον Winnicott, είναι εξίσου ισχυρός με τον φόβο του θανάτου και αποτελεί ένα είδος ψυχολογικού θανάτου.
 
Στον σκοτεινό κόσμο που δημιουργεί ο Ραπτόπουλος δεν επικρατεί μόνο το πένθος, η στασιμότητα, η θλίψη, ο φόβος και η απόγνωση. Συνυπάρχουν η ελπίδα, ο έρωτας, η δημιουργία και η επαναστατικότητα. Με διεισδυτικότητα αλλά και χιούμορ αποτυπώνονται  οι παράπλευρες απώλειες της Ελλάδας της κρίσης, μέσα από ιστορίες, εικόνες και βιώματα ανθρώπων που βρέθηκαν στον πάτο του καζανιού, αλλά και εκείνων που  αναζητούν διεξόδους.  Η δύναμη του βιβλίου βρίσκεται στο συνδυασμό μιας λογοτεχνικής γραφής που ρέει με την ψυχοκοινωνική ανάγνωση και την ιστορική αφήγηση, αξιοποιώντας προσωπικές ιστορίες και διακωμωδώντας το διαδίκτυο. Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί, καθώς ο Ραπτόπουλος, μετουσιώνοντας τα δικά του πένθη σε δημιουργικότητα, μας προσφέρει  μία ιστορία ταυτόχρονα τόσο οικεία και τόσο ανοίκεια.  
 

*Ο Χαράλαμπος Πουλόπουλος είναι Καθηγητής Κοινωνικής Εργασίας, Τμήματος Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης, ΔΠΘ

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine