Σταθης Γκοτσης: «Η ευθυνη του μουσειου ειναι να παει το ιδιο προς την κοινωνια»

Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του «Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία» στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κομοτηνής, ο συγγραφέας μιλά για τον κοινωνικό ρόλο του μουσείου, την προσβασιμότητα, τη μουσειακή εκπαίδευση και τη σημασία των περιφερειακών μουσείων

Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του «Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία», που θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κομοτηνής, ο συγγραφέας κ.Στάθης Γκότσης μίλησε στο «Ράδιο Παρατηρητής» για τη σχέση των μουσείων με την κοινωνία, την εκπαίδευση και τα πολλαπλά κοινά στα οποία καλούνται να απευθυνθούν σήμερα.

Το βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Τόπος», συγκεντρώνει κείμενα του συγγραφέα από μια διαδρομή άνω των δύο δεκαετιών και εστιάζει στον κοινωνικό ρόλο του μουσείου, στη σχέση του με το σχολείο και τους πολίτες, αλλά και στην ανάγκη να ανοίξει ουσιαστικά σε ανθρώπους που μέχρι σήμερα μπορεί να αισθάνονταν ότι «δεν είναι γι’ αυτούς».

Άλλωστε κατά τον ίδιο, το μουσείο μπορεί και πρέπει να είναι ένας ζωντανός χώρος, χρήσιμος όχι μόνο για την κατανόηση του παρελθόντος αλλά και για τον αναστοχασμό γύρω από το παρόν και το μέλλον.

Στάθης Γκότσης όμως…

«Τα μουσεία να ξαναδούν τη σχέση τους με τον κόσμο»

ΠτΘ: κ.Γκότση στον πυρήνα του βιβλίου σας βρίσκεται αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «κοινωνικός ρόλος του μουσείου». Τι θα πρέπει να είναι σήμερα ένα μουσείο, στον 21ο αιώνα, για να υπηρετεί πραγματικά αυτόν τον ρόλο;

Σ.Γ.: Νομίζω ότι το βασικό που μένει να κάνουν τα μουσεία, γιατί έχουν συγκροτήσει πολύ ενδιαφέρουσες συλλογές και εκθέματα, είναι να ξαναδούν τη σχέση τους με τον κόσμο.

Και αυτό σημαίνει να κοιτάξουν προς την κοινωνία και να δουν τις ανάγκες των σημερινών ανθρώπων, που δεν είναι όλοι ίδιοι μεταξύ τους. Έχουν διαφορετικές ανάγκες. Είναι αυτό που λέμε στα μουσεία «τα πολλαπλά κοινά».

Το μουσείο πρέπει να αναστοχαστεί λοιπόν για τον ρόλο του στο παρόν. Να κοιτάξει γύρω του και να βρει τον τρόπο να συνομιλήσει με τους πραγματικούς ανθρώπους, τις αγωνίες, τις προσδοκίες και τις ελπίδες τους.

Αυτό σημαίνει να ανοιχτεί, όχι με έναν διδακτισμό, αλλά προσαρμόζοντας τον λόγο του, τον εκθεσιακό, τον εκπαιδευτικό και τα λοιπά, στον τρόπο που οι άνθρωποι σκέφτονται και ζουν σήμερα.

ΠτΘ: Στο βιβλίο αναφέρεστε και σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες, όπως τα ανάπηρα άτομα ή άλλες ομάδες πολιτών που βρίσκονται ακόμη στα όρια του κοινωνικού αποκλεισμού. Μπορεί ένα μουσείο πραγματικά να απευθυνθεί σε ανθρώπους που μέχρι σήμερα αισθάνονταν ότι «δεν είναι γι’ αυτούς»;

Σ.Γ.: Το πιστεύω ακράδαντα αυτό και το έχουμε δει μέσα από εφαρμογές και στην ελληνική περίπτωση και διεθνώς. Και η απάντηση σήμερα δεν είναι μόνο τα άτομα με αναπηρία, δεν είναι μόνο οι μειονοτικές ομάδες ή οι πληθυσμιακές ομάδες που βρίσκονται, για διάφορους λόγους, μακριά από το μουσείο.

Είναι καθένας και καθεμία που αισθάνεται ότι το μουσείο δεν τον αφορά, δεν βρίσκει τον εαυτό του εκεί.

Δυστυχώς, έχουμε επανέλθει σε μια κατάσταση που είχαν περιγράψει οι κοινωνιολόγοι από τη δεκαετία του ’60. Ο Μπουρντιέ είχε κάνει μια σοβαρή μελέτη –  την πρώτη μεγάλη σχετική μελέτη-  ότι το μουσείο και η αίθουσα τέχνης μοιάζουν να λειτουργούν κυρίως για εκείνους που ήδη γνωρίζουν και που είναι σε μια μορφωτική και κοινωνική «ελίτ». Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειες που έχουν γίνει τόσα χρόνια, μοιάζει να επιστρέφουμε σε ένα μοντέλο τέτοιου τύπου, το οποίο για τον 21ο αιώνα είναι μια κατάσταση προς ανατροπή.

Γίνονται προσπάθειες και αυτό είναι το αισιόδοξο μήνυμα. Η σκέψη μου είναι ότι αυτή η συζήτηση θα πρέπει να γενικευτεί, να την θέσουμε πιο κεντρικά.

Συνήθως αφήνουμε τον πολιτισμό, εκτός συζήτησης, στα περιθώρια και των πολιτικών συζητήσεων. Η οικονομία έχει τον κυρίαρχο ρόλο και διάφορα άλλα ζητήματα που προφανώς είναι φλέγοντα.

Ο πολιτισμός όμως για τη δική μου αντίληψη είναι εκείνο που κάνει μια ποιοτική διαφορά στη ζωή των ανθρώπων, για μια ζωή που να είναι αξιοβίωτη και να δίνει και άλλες προοπτικές και να ανοίγει ορίζοντες.

«Το ζητούμενο είναι να βρουν όλοι οι άνθρωποι όχι απλώς τον δρόμο για το μουσείο, αλλά και να φύγουν από εκεί με ικανοποίηση»

ΠτΘ: Άρα η προσβασιμότητα δεν εξαντλείται απλώς στο αν υπάρχει μια ράμπα ή μια υποδομή για ένα άτομο με αναπηρία;

Σ.Γ.: Ασφαλώς. Η άρση των αρχιτεκτονικών εμποδίων προφανώς είναι μία προϋπόθεση, αλλά η προσβασιμότητα είναι πολύ ευρύτερη έννοια.

Και αν θέλουμε στα αλήθεια να μιλάμε για αυτό που σήμερα λέγεται «συμπερίληψη», το ζητούμενο είναι να βρουν όλοι οι άνθρωποι όχι απλώς τον δρόμο για το μουσείο, αλλά και να φύγουν από εκεί με ικανοποίηση.

Και ικανοποίηση σημαίνει να μπορούν να καταλάβουν την πληροφορία, να μπορούν να την εντάξουν στο δικό τους γνωστικό επίπεδο, όποιο κι αν είναι αυτό, και να μπορούν να βρουν θέματα που να τους κινητοποιήσουν το μυαλό και την κριτική σκέψη. Εκεί είναι το ζητούμενο.

Πράγματι, είναι σημαντικό να έχουμε ράμπα ή αναβατόριο. Μετά όμως μέσα στο μουσείο τι γίνεται; Ο λόγος των κειμένων, οι λεζάντες, είναι τέτοιες ώστε να καταλαβαίνει κανείς; Η λογική της έκθεσης είναι τέτοια που δίνει κάποιο νόημα στον μη ειδικό; Αυτά είναι ερωτήματα που πρέπει να τεθούν από την αρχή.

«Παραμένει ζητούμενο το να γενικευτεί μία αντίληψη που να θέλει το μουσείο ως χώρο ανοιχτής μαθησιακής διαδικασίας»

ΠτΘ: Επιμένετε ιδιαίτερα στη μουσειακή εκπαίδευση. Πόσο ουσιαστική είναι σήμερα η σχέση μουσείου και σχολείου στην Ελλάδα;

Σ.Γ.: Έχουν γίνει βήματα και τα πράγματα έχουν αλλάξει. Εκείνο που δεν έχουμε ακόμα καταφέρει ωστόσο είναι να γενικευτεί μία αντίληψη που να θέλει το μουσείο ως χώρο ανοιχτής μαθησιακής διαδικασίας.

Δηλαδή, τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι δεν φεύγουμε απλώς από τη σχολική αίθουσα και την τυπική εκπαίδευση, αλλά φεύγουμε και από τις νόρμες αυτής της τυπικής εκπαίδευσης. Δηλαδή ο δάσκαλος παραδίδει το μάθημα, τα παιδιά μαθαίνουν, εξετάζονται κτλ. Πάμε σε ένα άλλο μοντέλο, σε έναν άλλο χώρο που είναι μη τυπικής εκπαίδευσης και που έχει μία πολύ μεγάλη δύναμη: την αυθεντικότητα των αντικειμένων, τα οποία ασκούν από μόνα τους μία γοητεία.

Αλλά για να μιλήσουν στον κόσμο, για να μιλήσουν σε μικρούς, σε μεγάλους, σε διαφορετικούς ανθρώπους, πρέπει να θέσουμε στα αντικείμενα τα κατάλληλα ερωτήματα. Επομένως στο μουσείο ξεκινάμε διαφορετικά την εκπαίδευση.

Δεν λέμε «εδώ βλέπετε…», όπως σε μία τυπική ξενάγηση, αλλά ξεκινάμε ανάποδα. Βάζουμε το ερώτημα στους συμμετέχοντες: «Τι βλέπετε;», «Τι σκέφτεστε όταν βλέπετε αυτό;», «Πώς νιώθετε όταν βλέπετε αυτό;», «Αν σας μιλούσε αυτό, τι θα σας έλεγε;».

Ξεκινάμε λοιπόν με έναν διαφορετικό τρόπο, χτίζοντας μία σχέση, έναν διάλογο δηλαδή των επισκεπτών με τα εκθέματα. Και αυτό που κάνει ο άνθρωπος που είναι ανάμεσα είναι περισσότερο διαμεσολάβηση παρά μάθημα.

Η μουσειακή εκπαίδευση εμφορείται από τις ιδέες της κριτικής παιδαγωγικής του Πάουλο Φρέιρε, της βιωματικής μάθησης, πράγματα τα οποία μερικές φορές τα λέμε χωρίς να τα καταλαβαίνουμε πάντα. Στο μουσείο μπορούν να βρουν έναν πραγματικό χώρο να ξεδιπλωθούν και αυτό επιστρέφει πίσω, στα μάτια των ανθρώπων, στα χαμόγελά τους και στα σπινθηροβόλα βλέμματα.

Και εκείνο είναι που πραγματικά το αισθάνεσαι ότι φέρνει πίσω αποτελέσματα.

«Τα περιφερειακά μουσεία μπορούν να συνδεθούν πολύ περισσότερο με τους ανθρώπους του τόπου»

ΠτΘ: Αυτά που περιγράφετε μπορούν να βρουν εφαρμογή το ίδιο εύκολα. σε ένα μεγάλο εθνικό μουσείο και σε ένα μικρό περιφερειακό μουσείο, όπως αυτό που θα φιλοξενήσει την παρουσίαση στην Κομοτηνή;

Σ.Γ.: Νομίζω ότι τα μικρά περιφερειακά μουσεία, όχι μόνο τα αρχαιολογικά όπως της Κομοτηνής, αλλά και το Ιστορικό και Λαογραφικό της Ξάνθης και το Ιστορικό Μουσείο της Αλεξανδρούπολης, και όλα τα υπόλοιπα περιφερειακά μουσεία, έχουν ένα συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με τα μεγάλα μουσεία για αυτό που συζητάμε. Ακριβώς επειδή είναι πιο μικρά και πιο τοπικά.

Αφηγούνται δηλαδή ιστορίες του τόπου, γιατί τα εκθέματά τους είναι από την ευρύτερη περιοχή, είτε είναι αρχαιολογικά, ιστορικά, λαογραφικά.

Μπορούν να συνδεθούν πολύ περισσότερο με τους ανθρώπους του τόπου και έχουν ενδεχομένως μεγαλύτερη ευελιξία στο να γίνουν γνωστά και να προσεγγίσουν τις τοπικές κοινότητες.

Όχι μόνο σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά μέσα και από άλλες δράσεις, συλλόγους, ενώσεις ανθρώπων, που μερικές φορές πρέπει να ψάξει το μουσείο και να τους βρει για να τους φέρει στο μουσείο.

Το «ανοίξαμε και σας περιμένουμε» δεν είναι αρκετό πια. Η ευθύνη του μουσείου είναι να πάει το ίδιο προς την κοινωνία και να βρει το ίδιο τις διαδρομές και τα μονοπάτια για να οδηγηθούν οι άνθρωποι σε αυτό.

«Ζούμε σε μια παράξενη εποχή, περίεργη και επικίνδυνη και για την πολιτιστική κληρονομιά και για τα μνημεία του τόπου»

ΠτΘ: Μετά από τόσα χρόνια ενασχόλησης με τη μουσειακή εκπαίδευση, υπάρχει κάτι που σας κάνει αισιόδοξο για το μέλλον των μουσείων ως θεσμών;

Σ.Γ.: Ζούμε ομολογουμένως σε μια παράξενη εποχή, περίεργη και επικίνδυνη και για την πολιτιστική κληρονομιά και για τα μνημεία του τόπου. Ας μην το κρύβουμε.

Η πίεση που δέχονται οι κοινωνίες και οι οικονομικές και οι πολεμικές απειλές και το περιβάλλον που διαμορφώνεται γύρω στην περιοχή δεν είναι προς μία θετική κατεύθυνση. Και τα περιφερειακά, ακόμα και μεγαλύτερα μουσεία, βρίσκονται και υπό την πίεση της οικονομικής πραγματικότητας. Δυσκολεύονται να βγάλουν τα λειτουργικά τους έξοδα, δυσκολεύονται να προσλάβουν προσωπικό. Δεν είναι δηλαδή τα πράγματα πολύ ρόδινα.

Από την άποψη αυτή, η αισιοδοξία μου, αν μπορώ να πω ότι υπάρχει ακόμη, υπάρχει κυρίως γιατί συνεχίζουν σε όλη τη χώρα και στην περιφέρεια και στη Θράκη, νομίζω ενδεχομένως σε μεγαλύτερη πυκνότητα από άλλες περιοχές, να υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζονται γι’ αυτά τα πράγματα, που έχουν το μεράκι και τη δύναμη να στέκονται απέναντι στις αντιξοότητες και να επιχειρούν ακόμα να κρατήσουν την ελπίδα ζωντανή. Η αισιοδοξία έγκειται σε αυτό κυρίως.

Η κινητοποίηση των ανθρώπων σε ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο είναι το ζητούμενο. Και αυτόν τον δρόμο νομίζω ότι μπορούμε να τον βρούμε, αν στοχεύσουμε προς την κατεύθυνση αυτή.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.