«Ο Μ. Μελαχροινουδης εχει ανοιχτα τα ματια και την ψυχη του στην αναγνωση του ιστορικου παροντος»
Tο πρώτο πράγμα που αξιολογεί κάποιος όταν κοιτάζει ένα βιβλίο είναι η πρώτη εντύπωση του εκδοτικού αποτελέσματος. Ο «Σύσσωμος» ως ένυλη πραγμάτωση, ως βιβλίο καθαυτό, είναι μια εξαιρετική δουλειά και από άποψη υλικών, στησίματος και βεβαίως, από την άποψη της επιμέλειας (εδώ τα εύσημα πηγαίνουν στην κ. Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη). Το εξώφυλλο είναι υποδειγματικό: Το κόκκινο ομαλό καμπύλο θηλυκό σχήμα χαράζεται, υποδέχεται και εγκυμονεί μια χειρόγραφη, άναρχη, μαύρη μονοκοντυλιά. Εδώ, μια ψυχαναλυτική ερμηνεία της εικόνας που δημιουργήθηκε για εξώφυλλο θα είχε πολύ ενδιαφέρον. Αυτή η λιτή και δραματική σύνθεση, η οποία συνομιλεί αισθητικά με το αντίστοιχο εξώφυλλο της πρώτης δουλειάς του Μιχάλη, το «Εν αρχή ην ο λόγος», εντυπώνεται απευθείας πάνω στο νευρικό σύστημα. Είναι ένα ωραίο μικρό βιβλίο, που θα χαίρεται κάποιος να το έχει στη βιβλιοθήκη του ή πάνω στο γραφείο. Συγχαρητήρια, λοιπόν, στις εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης.
Τώρα, θα σας πω πώς εγώ τον διάβασα και κάποιες από τις διαδρομές που ακολούθησε η σκέψη και η καρδιά μου για να βυθιστώ μέσα του.
Στην αρχή θα βάλω ένα μηδαμινό, στοιχειώδες θεωρητικό πλαίσιο για το πώς ακουμπάω εγώ (νομίζω ότι όλοι έτσι ακουμπάνε, ακόμα κι αν αυτό δεν είναι συνειδητό, ακόμα κι αν αυτό δεν έγινε ξεκάθαρο μετά από τόσα χρόνια που καθόμαστε στα θρανία) ένα έργο τέχνης, το οποιοδήποτε έργο τέχνης, και αυτό που θα πω αφορά και τη λογοτεχνία, και ειδικά εν προκειμένω την τέχνη της ποίησης.
Τα έργα τέχνης είναι οργανισμοί και ως τέτοια έχουν δομή, μορφή και περιεχόμενο. Θέλω να πω ότι όταν ερχόμαστε σε επαφή με δημιουργήματα όπως αυτά, φτάνουν προς εμάς με μια συγκεκριμένη μορφή, η οποία είναι, στην περίπτωση της λογοτεχνίας ή της ποίησης, οι γλωσσικές επιλογές του δημιουργού. Στις πιο ευτυχισμένες περιπτώσεις, αυτές οι επιλογές μπορεί να είναι τόσο ιδιαίτερες, ώστε να μπορούμε να ταυτίσουμε έναν ποιητή μόνο και μόνο από τη γλώσσα του, από το χαρακτηριστικό του ύφος. Οι γλωσσικές αυτές επιλογές είναι παραδείγματος χάριν, αν θα έχει ομοιοκαταληξία και μέτρο, αν θα έχει εσωτερικό ρυθμό στην περίπτωση της ελεύθερης ποίησης, πού σταματάει ο στίχος οπτικά και πού αρχίζει ο επόμενος, η εσωτερική διαίρεση του ποιήματος σε στροφές, αν θα περιέχει λόγιες εκφράσεις, αν θα έχει ντοπιολαλιά, αν το νόημα θα περνάει στον επόμενο στίχο, αν τα λέει ή δεν τα λέει όλα, αν θα έχει στρωτή σύνταξη ή ελλειπτικό λόγο, αν λειτουργεί με εικόνες ή με συλλογισμούς, ακόμα και η ύπαρξη ή η ανυπαρξία στίξης, και ποιας: όλα, όλα αυτά είναι γλωσσικές επιλογές –και δεν είναι μόνο αυτές.
Η σύνθεση ενός ποιήματος απαιτεί μια πολύπλευρη και πολυεπίπεδη προσπάθεια από την πλευρά του ποιητή, για να ελέγξει όλες αυτές τις παραμέτρους. Όλος αυτός ο αγώνας από την πλευρά του ποιητή γίνεται για να μεταφέρει με τον πιο δραστικό και άμεσο τρόπο προς τους αναγνώστες συγκεκριμένο περιεχόμενο. Είναι ένας αγώνας να παρουσιαστεί με τον καλύτερο τρόπο, να έρθει προς εμάς, αυτό που θέλει να πει ο ποιητής (αυτό το παρεξηγημένο «τι θέλει να πει ο ποιητής»), δηλαδή το περιεχόμενο, τα μηνύματα, οι ιδέες, κ.λπ.
Στον «Σύσσωμο», λοιπόν, για να σχολιάσουμε δομή, μορφή και περιεχόμενο –θα κάνω και σχόλια για κάποιες γλωσσικές επιλογές του ποιητή. Ο «Σύσσωμος» χωρίζεται σε τρία διακριτά μέρη και ο τρόπος που έχει στηθεί το βιβλίο μάς βοηθάει να τα ξεχωρίσουμε μεταξύ τους (υπάρχει και ένα γραφιστικό μοτίβο που διαφοροποιεί και οπτικά τις τρεις ενότητες).
Στην πρώτη ενότητα, την εκτεταμένη, ο Μιχάλης μιλάει για το σώμα του. Το πραγματικό, βιολογικό του σώμα, ως φορέα και υποκείμενο, αλλά –και εδώ είναι το πολύ ενδιαφέρον– και ως αντικείμενα των εμπειριών και της προσωπικής του ιστορίας. Στη δεύτερη ενότητα ποιημάτων, ο Μιχάλης εστιάζει στο ιστορικό και κοινωνικό σώμα και μιλάει για τη δική του ιστορία και τις δικές του πληγές. Η καταληκτήρια ενότητα αφορά το σώμα της ποίησης. Σε αυτήν ο ποιητής μιλάει με ποίηση για την ποίηση, ένα θέμα που απασχολεί πάντα τους ποιητές που σέβονται τον εαυτό τους. Τρία σώματα, λοιπόν, (το προσωπικό-βιολογικό, το ιστορικό-κοινωνικό και τέλος, το ποιητικό) για μένα συνθέτουν και αιτιολογούν τον τίτλο “Σύσσωμος”
Η πρώτη ενότητα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Έχω χρόνο ακόμα. Αλήθεια, έχεις;» περιέχει τριάντα ένα ποιήματα και είναι η πιο εκτεταμένη του βιβλίου. Η δεύτερη, με τίτλο «Πάθη και Σταύρωση χωρίς Ανάσταση. Αυτή προσδοκούμε», αποτελείται από δεκαπέντε ποιήματα και η τελευταία, που είναι και η πιο βραχεία, με τίτλο «Πήρα μολύβι και χαρτί», περιέχει εννέα ποιήματα. Αυτός ο τριμερής καταμερισμός των ποιημάτων δεν είναι τυχαίος, όμως αυτή η δομή για μένα αιτιολογεί πλήρως τον τίτλο της συλλογής, δηλαδή τη λέξη «Σύσσωμος».
Στην πρώτη ενότητα, την εκτεταμένη, ο Μιχάλης μιλάει για το σώμα του. Το πραγματικό, βιολογικό του σώμα, ως φορέα και υποκείμενο, αλλά –και εδώ είναι το πολύ ενδιαφέρον– και ως αντικείμενα των εμπειριών και της προσωπικής του ιστορίας. Στη δεύτερη ενότητα ποιημάτων, ο Μιχάλης εστιάζει στο ιστορικό και κοινωνικό σώμα και μιλάει για τη δική του ιστορία και τις δικές του πληγές. Η καταληκτήρια ενότητα αφορά το σώμα της ποίησης. Σε αυτήν ο ποιητής μιλάει με ποίηση για την ποίηση, ένα θέμα που απασχολεί πάντα τους ποιητές που σέβονται τον εαυτό τους. Τρία σώματα, λοιπόν, (το προσωπικό-βιολογικό, το ιστορικό-κοινωνικό και τέλος, το ποιητικό) για μένα συνθέτουν και αιτιολογούν τον τίτλο «Σύσσωμος».
Τώρα θα επιλέξω και θα σχολιάσω μερικά ποιήματα από κάθε ενότητα.
1η ενότητα: «Έχω χρόνο ακόμα. Αλήθεια, έχεις;»
Ο Μελαχροινούδηςβγαίνει από το σώμα του για να μιλήσει γι’ αυτό. Το βάζει απέναντί του, το ακούει, το θυμάται και το φαντασιώνεται. Το επεκτείνει και το προβάλλει στον άξονα του χρόνου: το σώμα του μέσα από τους γεννήτορες και προγόνους, αλλά και το σώμα του προεκτεινόμενο στους επίγονούς του. Και βέβαια γίνεται αναφορά σε όλες τις ουσιώδεις σχέσεις που εμπλέκεται ο ίδιος με τη σωματική του σωματικότητα –ας μου επιτραπεί αυτή η περίπου ταυτολογία.
Έχουμε:
1. «ωδή στο σώμα» στο άνοιγμα της συλλογής –πώς αλλιώς; Ο ποιητής βγαίνει από το σώμα του και απευθύνεται σε αυτό. Μιλάει στο παιδικό, στο εφηβικό, στο νεανικό του σώμα, στο σώμα των πρώιμων ερώτων, σε τρίτο πρόσωπο, σε ένα κλίμα που θυμίζει το εμβληματικό «Θυμήσου, σώμα» του Καβάφη.
2. «πόνοι και πόνοι»: Τα πρώτα σημάδια της φθοράς, της ηλικίας, συγκρίνονται με τον βουβό και αμίλητο πόνο των εφήβων και των νέων που δεν τολμούν να γευτούν τη ζωή, έγκλειστοι, ή μπροστά σε οθόνες.
3. «Χ/Κ»: Στο ποίημα με τον κρυπτικό τίτλο (εγώ το διαβάζω χρόνος – καιρός), ο ποιητής προβάλλει το νεανικό του σώμα στο γεροντικό του σώμα –είναι αυτή η γνώση της φθοράς και του θανάτου που τον εμποδίζει ή τον δυσκολεύει να εισπράξει με την ίδια θερμότητα αυτά που μέχρι τώρα του έδιναν χαρά και έμπνευση.
4. Ακολουθεί το ποίημα που δίνει τον τίτλο στην ενότητα, το «έχεις;», έχεις χρόνο, αλήθεια έχεις; Θα παραθέσω αυτό το ποίημα γιατί είναι μικρό και για μένα ίσως το ποίημα που θα διάλεγα για μια ανθολογία, γιατί είναι πυκνό και απόλυτα ενδεικτικό της προσωπικότητας και του τρόπου που γράφει ο Μιχάλης Μελαχροινούδης (ακόμα και όποιος δεν ξέρει προσωπικά τον Μιχάλη, καταλαβαίνει τη σημαίνουσα θέση που έχει στην καρδιά του η ομάδα του και τη σημασία του αθλητισμού στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του)
έχεις;
σ’ ένα προπορευόμενο Opel Vectra του ’88
επιβιβάστηκαν κατά σειρά ο Καραπιάλης, ο Καραταΐδης,
ο Ολέγκ Προτάσοφ, ο Αλκέτας Παναγούλιας κι
ο Νίκος Σαργκάνης.
Βγήκαν κι απόμεινε ο δαφνοστεφανωμένος, ξεθωριασμένος πια,
να αιωρείται στο καθρεφτάκι του παρμπρίζ
γνωρίζω αυτόν που ακολουθεί το Vectra
έχουν χρυσίσει τα μαλλιά του πια
ίδια μ’ εκείνου του συναδέλφου
τότε που 10 με 12 χρόνια πριν, ίσως και λίγο περισσότερα,
κοιτώντας τον σκεφτόταν·
έχω χρόνο ακόμα.
Αλήθεια, έχεις;
5. «μετακομίσεις»: Όλη η ζωή κινηματογραφικά μονοπλάνα. Μία αυτοβιογράφηση με αφορμή τα διάφορα σπίτια στα οποία έζησε. Αυτό το ποίημα μπορεί πραγματικά να δραματοποιηθεί, έχει όλη τη σκηνοθεσία μέσα του.
Ακολουθούν τα ποιήματα με τους τίτλους «μπουγάδα», «φασίνα», «συναντήσεις». Ο ποιητής μιλάει για τα γνώριμα και φευγαλέα επεισόδια της καθημερινότητας, για τον μικρόκοσμο του σπιτιού και της γειτονιάς. Έχει μια μικρή υποενότητα που περιέχει τα ποιήματα «καλοκαίρι», «μεσημέρια καλοκαιριού», «νύχτα καλοκαιριού», «αποκαλόκαιρο». Καταλαβαίνουμε ότι το καλοκαίρι, ως εποχή, αποτελεί έναν προνομιακό χώρο και χρόνο για τον Μιχάλη, για να γράψει και να αναστοχαστεί. Με τους ιδιαίτερους ήχους του, τις μεσογειακές συνήθειες και την πανταχού παρούσα θάλασσα. Τα ξέρουμε αυτά που λέει ο Μιχάλης, αλλά μας έκανε τη χαρά να τα μαζέψει και να μας τα δώσει πυκνά και καλοδιατυπωμένα.
Στα ποιήματά του παρελαύνουν και αναδεικνύονται από την ευαίσθητη ματιά του: Οι ξεχασμένοι της ιστορίας, άστεγοι-επαίτες, πρόσφυγες, ο εγκλεισμός του κόβιντ (το μόνο πεζό που περιέχει συλλογή), η τραγωδία στο Μάτι (“άλμα στα *13*”), η δολοφονία του Άλκη Καμπανού (“στο γήπεδο”), ενώ δεν απουσιάζουν αναφορές στην εμπειρία του ως δασκάλου και αλλόγλωσσων μαθητών, τα όρια της επικοινωνίας και η αέναη εναλλαγή των παιδιών για τα οποία είναι υπεύθυνος ως δάσκαλος. Οι αναφορές του ποιητή στην κοινωνία και στην ιστορία είναι κάτι που δεν μας ξενίζει καθόλου, γιατί ο Μιχάλης είναι συνειδητός πολίτης, έχει ανοιχτά τα μάτια και την ψυχή του στην ανάγνωση του ιστορικού παρόντος
Εμένα, πολύ με άγγιξαν τα ποιήματα ενός επίμονου και σοφού –λέω εγώ– συντρόφου. Απευθύνονται μεν στο «κορίτσι που μυρίζει βανίλια», όμως το ποίημα που θα παραθέσω είναι «ένα ποίημα ιδιωτικό που απευθύνεται στους συντρόφους μας δημοσίως». Το ποίημα τιτλοφορείται «άριστη διπλωματία» (για μένα, άλλο ένα διαμάντι της συλλογής, που πρέπει όλοι μας να το διαβάσουμε). Ο ποιητής εδώ μας χειραγωγεί στην επιμονή και την υπομονή, για τις σχέσεις που έχουν κουραστεί κι όμως βρίσκουν τον τρόπο να αντέχουν.
άριστη διπλωματία
πλησιάζω προκεχωρημένο φυλάκιο
είναι η άκρη του μαξιλαριού σου
μου λες μη
επιτίθεμαι και σου
καταφέρνω καίριο φιλί
ξανά και ξανά
μου λες εντάξει
τώρα φύγε
αποσύρομαι κι εγώ
αξιοπρεπώς
έδωσα φιλάκια πήρα μερικά
επιστρέφω πίσω
στις φίλιες γραμμές
γυρνώ την πλάτη
γυρνάς την πλάτη
στα σκοτεινά το ένα χέρι
ψαχουλεύει τ’ άλλο
χρόνια τώρα συνεχίζουν τις συνομιλίες
επί της συνοριακής γραμμής
Η ενότητα κλείνει με την απότιση φόρου τιμής στους άμεσους προγόνους: παππούδες, αινιγματικά παρούσα εν τη απουσία της μητέρα, συγγενείς και οι ιστορίες τους ως οι διαμορφωτές της πολιτικής του συνείδησης: «για τους άντρες» (αναφορά στον παππού), «στο νεροχύτη» (αναφορά στη γιαγιά), «ανάπτυξη πολιτικής συνείδησης», «αποχωρισμός» (ο πατέρας που ξαναζεί το τραύμα της απομάκρυνσης του παιδιού του, παρόλη την εκλογίκευση).
2η ενότητα: «Πάθη και Σταύρωση χωρίς Ανάσταση. Αυτήν προσδοκούμε»
Σε αυτήν την ενότητα ο Μελαχροινούδης στρέφει τη ματιά του στην κοινωνία, τις ανισότητες και τις σχέσεις εξουσίας και στον αιμάτινο κύκλο της ιστορίας. Εδώ βλέπουμε τον πολίτη και δάσκαλο, απόλυτα ευαισθητοποιημένο απέναντι σε συγκαιρινά μας κοινωνικά και ιστορικά φαινόμενα, πράγμα πολύ φυσικό για τον Μιχάλη, που αγαπάει την ιστορία, αγαπάει την προφορική ιστορία και τις προσωπικές ιστορίες του κάθε ανθρώπου.
Έτσι, παρελαύνουν και αναδεικνύονται από την ευαίσθητη ματιά του: Οι ξεχασμένοι της ιστορίας, άστεγοι-επαίτες, πρόσφυγες, ο εγκλεισμός του κόβιντ (το μόνο πεζό που περιέχει συλλογή), η τραγωδία στο Μάτι («άλμα στα *13*»), η δολοφονία του Άλκη Καμπανού («στο γήπεδο»), ενώ δεν απουσιάζουν αναφορές στην εμπειρία του ως δασκάλου και αλλόγλωσσων μαθητών, τα όρια της επικοινωνίας και η αέναη εναλλαγή των παιδιών για τα οποία είναι υπεύθυνος ως δάσκαλος. Οι αναφορές του ποιητή στην κοινωνία και στην ιστορία είναι κάτι που δεν μας ξενίζει καθόλου, γιατί ο Μιχάλης είναι συνειδητός πολίτης, έχει ανοιχτά τα μάτια και την ψυχή του στην ανάγνωση του ιστορικού παρόντος.
3η ενότητα «Πήρα μολύβι και χαρτί»
Θα προχωρήσω στην τελευταία ενότητα, που όπως είπα στην αρχή περιλαμβάνει κείμενα που αφορούν το ίδιο το σώμα της ποίησης. Σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του ποιητή «μιλούν για πράγματα που αφορούν τον ίδιον όταν γράφει ως ποιητής». Όταν οι ποιητές μιλούν για το πώς γράφουν είναι μεγάλο ευτύχημα για τον αναγνώστη, γιατί ακριβώς τον παίρνουν από το χέρι, τον βοηθούν να γίνει μάρτυρας της ίδιας της ποιητικής διαδικασίας, του τρόπου που οι ίδιοι σκέφτονται και δουλεύουν για να κατασκευάσουν ένα ποίημα.
Στο πρώτο κείμενο της ενότητας ο ποιητής δοκιμάζεται στη μικρή φόρμα –και μπορώ να πω ότι είναι υπέροχα επιγραμματικός. Το κάθε μικρό ποίημα, σε σύνολο 24, γράφεται κάτω από το κεφάλαιο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Για παράδειγμα:
Ε.
περπατώ, ερημιά·
φορώ αδιάβροχο, ψιλόβροχο
[…]
Π.
ονειρεύομαι μια ωραία πόρτα·
ένα ανοιχτό παράθυρο·
παίρνω φόρα και
πηδώ
[…]
Σ.
τέλος είπες·
όμως εκείνο το σίγμα
σε καίει ακόμα
—«αγόρι-καλοκαίρι»: Ένα στρωτό, στρογγυλό, ποίημα, που σχολιάζει τη σχέση της ποίησης με τη ζωή και τη ζωή ως ποίημα. Η ποίηση διαβάζεται ή η ζωή είναι η ίδια ποίηση;
—Το τελευταίο ποίημα που θα σχολιάσω είναι το «τρίποντο». Σ’ αυτό έχουμε μια καθαρή διατύπωση του τι θεωρεί ο ποιητής ολοκληρωμένο ποίημα –πάλι ο τίτλος παρμένος από τον χώρο του αθλητισμού.
τρίποντο
ένα ποίημα θαρρώ
ποτέ δεν είναι τελειωμένο
απλά ολοκληρώνεται
αυτό που στην άψα της στιγμής
συνέλαβες ως μια πιθανότητα
από τις άπειρες του λόγου
τρίποντο δεν είναι για να
σου σώσει την παρτίδα
στο τελευταίο δευτερόλεπτο
πιο πολύ μοιάζει
με εκείνη την παρέα
που χρόνια λέει, το Σάββατο
κι όμως εκείνο το παιχνίδι
δεν το ’χει παίξει ακόμα
Ο Μιχάλης εδώ μας λέει ότι τίποτα δεν είναι συντελεσμένο τελειωτικά και θα είχε πολύ ενδιαφέρον να μας εξηγήσει πώς ο ίδιος χρησιμοποιεί τη στίξη στη συλλογή του και αν αυτό έχει σχέση με τη μη οριστική, τη μη ολοκληρωμένη, την ανοιχτή μορφή των ποιημάτων του.
Αυτό που έχει όμως τη μεγαλύτερη σημασία είναι να πάρετε στα χέρια σας την ποίηση του Μιχάλη, να τη διαβάσετε και να την ερμηνεύσετε με τον δικό σας τρόπο
–είμαι σίγουρη ότι ο Μιχάλης θα χαρεί πολύ να την κουβεντιάσετε μαζί του. Να πω και μία πρόταση πριν κλείσω: ο Μιχάλης –και είναι λόγια του ίδιου–, λέει: δεν φτάνει μόνο το «εγώ», είναι και το «εμείς». Αυτή η σχεδόν Μακρυγιάννεια διατύπωση, μας δείχνει ότι ο Μιχάλης θέλει να είναι δημιουργός με την ακριβή ετυμολόγηση της λέξης, δηλαδή θέλει να γράφει για τον Δήμο του, για τους συμπολίτες τους, για όλους εμάς.
Ο Μιχάλης λέει: δεν φτάνει μόνο το “εγώ”, είναι και το “εμείς”. Αυτή η σχεδόν Μακρυγιάννεια διατύπωση, μας δείχνει ότι ο Μιχάλης θέλει να είναι δημιουργός με την ακριβή ετυμολόγηση της λέξης, δηλαδή θέλει να γράφει για τον Δήμο του, για τους συμπολίτες τους, για όλους εμάς. Ένα είναι σίγουρο: ο Μιχάλης βρίσκεται τίμια μέσα στην ποίησή του, δεν φοράει προσωπεία, είναι αυτός που ξέρετε, αλλά μας έκανε την τιμή να μας αφήσει να δούμε τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια
Ένα είναι σίγουρο: ο Μιχάλης βρίσκεται τίμια μέσα στην ποίησή του, δεν φοράει προσωπεία, είναι αυτός που ξέρετε, αλλά μας έκανε την τιμή να μας αφήσει να δούμε τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια.
Ο Μιχάλης, κλείνοντας τη συλλογή του, γράφει ένα ποίημα–ευχή για τον ίδιο και για την τύχη που θα ήθελε να έχει η ποίησή του στο μέλλον. Πρόκειται για το ποίημα «οι φάροι» και, προσωπικά, του εύχομαι ολόψυχα να γίνει ένας.
οι φάροι
Μου αρέσουν οι φάροι.
Είχα κι έχω κι εγώ τέτοιους που έλαμψαν και λάμπουν για μένα.
Στις δυσκολίες κυρίως, εκεί είναι που χρειάζεται το φως τους.
Θα ήθελα να γίνω και εγώ κάποτε φάρος.
Για να ’χω γύρω μου βαρκάκια με πανάκι στο γιαλό και αργότερα
περήφανα βαπόρια να τα θωρώ και να καμαρώνω.
Εγώ ο φάρος.
*Η Πηνελόπη Μιχαλακοπούλου είναι γλωσσολόγος, εικαστικός και ποιήτρια. Το παρόν κείμενό της, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην ιστοσελίδα “Fractal” στις 09/09/2025, είναι η ομιλία της στην εκδήλωση παρουσίασης της ποιητικής συλλογής του Μιχάλη Μελαχροινούδη «Σύσσωμος» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2024), που διοργανώθηκε από τις εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης και τους Φίλους της Βιβλιοθήκης Κοραή Χίου, με την υποστήριξη του Κοινωφελούς Ιδρύματος «Μαρία Τσάκος», την Παρασκευή 1 Αυγούστου 2025, στον αύλειο χώρο του Κοινωφελούς Ιδρύματος, στη Χίο. Οι μεσότιτλοι προστέθηκαν για διευκόλυνση στην ανάγνωση.
Μπορείτε να δείτε ολόκληρο το ρεπορτάζ εδώ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

