Η Φωτεινη Ναουμ συστησε στους Κομοτηναιους τη «Φανουλα» της
Πριν λίγες ημέρες, η Φωτεινή Ναούμ, η δικιά μας Φωτεινή, των Κομοτηναίων, που με την τρυφερή και αφιλτράριστη γραφή της καταφέρνει πάντοτε να μας παρασύρει και να μιλά στις ψυχές μας, σύστησε στην πόλη μας το νέο της πνευματικό δημιούργημα, με τίτλο «Η Φανούλα. Ιστορίες για ενήλικες», που κυκλοφόρησε μέσα στο 2026 από τις εκδόσεις Κύφαντα. Ένα σύντομο μυθιστόρημα, ή καλύτερα ένα «αφηγηματικό οικοδόμημα κειμένων», όπως το χαρακτήρισε και ο κ. Χάρης Μιχαλόπουλος, εσωτερικής αναζήτησης, επιθυμίας και προσωπικής απελευθέρωσης. Η «γνωριμία» αυτή με τη «Φανούλα» πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 22 Μαΐου 2026, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη, σε μια εκδήλωση που διοργάνωσαν η Βιβλιοθήκη, στο πλαίσιο των δράσεών της με την ΚΟΙΝΣΕΠ «Κομοτηνή Εν Δράσει», το Δημοκρίτειο Βιβλιοχαρτοπωλείο και οι εκδόσεις Κύφαντα.
Στην εκδήλωση αυτή, υπό τον συντονισμό του κ. Ανέστη Μιμίκου, μοιράστηκαν τις αναγνωστικές τους ματιές η κ. Ρένα Σαμαρά-Μάινα, φιλόλογος και συντονίστρια της Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και ο κ. Χάρης Μιχαλόπουλος, ποιητής και Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Ανθρωπιστικών Σπουδών του ΔΠΘ.
Η πρώτη, όπως γίνεται κατανοητό και από την ομιλία της που ακολουθεί, άγγιξε και περιέγραψε με τρυφερότητα την αφιλτράριστη περσόνα που είναι η «Φανούλα» και αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας χρησιμοποιεί συνειδητά τη λογοτεχνία ως εργαλείο για να εξερευνήσει τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, αναδεικνύοντας τη συγγραφική της ωριμότητα, που καταφέρνει να εξελίσσεται κρατώντας πάντα ζωντανό τον αρχικό της πυρήνα. Ο λόγος στην ίδια όμως…

Ρένα Σαμαρά-Μάινα
«“Η Φανούλα” λειτουργεί σαν συλλογικός καθρέφτης. Ο καθένας βρίσκει μέσα της: τη μοναξιά του, την επιθυμία του, την ευαλωτότητά του»
«Η Φανούλα» είναι το δέκατο βιβλίο μιας πολυετούς συγγραφικής διαδρομής της Φωτεινής Ναούμ, που ξεχωρίζει από όλα τα υπόλοιπα, γιατί δημιουργήθηκε με έναν παράδοξο τρόπο: σαν μια σελίδα στο διαδίκτυο, σαν μια φωνή που στην αρχή την «έγραφε έτσι για πλάκα», λίγο ως εκτόνωση, λίγο για να πει αυτά που δεν χώραγαν πουθενά αλλού. Η περσόνα της απευθυνόταν στο κοινό της αφιλτράριστα, ο λόγος της έρρεε αυθόρμητα, δεν αυτολογοκρινόταν –δεν την ένοιαζε και διόλου να το κάνει–, το μόνο που την ένοιαζε ήταν κάπου να μιλήσει. Μα την ίδια ανάγκη φάνηκε πως είχαν κι όσοι τη διάβαζαν∙ της απαντούσαν, της άνοιγαν κι εκείνοι την καρδιά τους, της εξομολογούνταν στα σχόλια τις μύχιες σκέψεις τους. Κι ύστερα οι εκδότες ήθελαν να την κάνουν βιβλίο κι οι δημοσιογράφοι να τους παραχωρήσει μια συνέντευξη.
Η Φωτεινή Ναούμ μόλις τότε αντιλήφθηκε πως η δημιουργική διέξοδος που είχε σκεφτεί για να πειραματιστεί σε νέες μορφές γραφής, απορρίπτοντας τη «λογοτεχνική κατασκευή» και δίνοντας έμφαση στην αμεσότητα, σε μια γραφή που έμοιαζε σχεδόν προφορική, σαν εσωτερικός μονόλογος ή ημερολόγιο, μετουσιώθηκε σε κάτι άλλο. «Η Φανούλα» από φανταστική περσόνα πήρε σάρκα και οστά, γιατί, πυροδοτώντας άλλες φωνές, ενδύθηκε τις μοναξιές τους και τις δικές τους ανάγκες, καθώς η ζωή της και οι ζωές των αναγνωστών της αντικατοπτρίζονταν πια, κατορθώνοντας το αδύνατο: να υπερπηδήσουν τα όρια μιας οθόνης και να ενωθούν σε μια συλλογική ψυχή. Και τότε η «Φανούλα» δεν ήταν πια μόνο λογοτεχνία· έγινε μια μελέτη πάνω στη σύγχρονη ανθρώπινη επικοινωνία. «Η Φανούλα» άρχισε να μιλά για κάτι πολύ βαθύτερο από μια ηρωίδα ή μια ιστορία. Μιλά για την ανάγκη των ανθρώπων να υπάρξουν μέσα από τις λέξεις, να αναγνωριστούν μέσα από έναν άγνωστο, να νιώσουν πως κάποιος τους καταλαβαίνει. Και ίσως γι’ αυτό το βιβλίο γεννήθηκε πρώτα στο διαδίκτυο: γιατί εκεί οι άνθρωποι συχνά τολμούν να πουν όσα δεν μπορούν να πουν πουθενά αλλού.
Η Φωτεινή Ναούμ ανήκει ούτως ή άλλως σε εκείνη την κατηγορία των σύγχρονων Ελληνίδων πεζογράφων που αντιμετωπίζουν τη λογοτεχνία όχι ως μια αφήγηση, αλλά ως έναν τρόπο εσωτερικής διερεύνησης. Ήταν από την αρχή της διαδρομής της μια συγγραφέας προσανατολισμένη στον άνθρωπο, στις ρωγμές της καθημερινότητας και στη συναισθηματική μνήμη. Γεννημένη στην Κομοτηνή, διατήρησε πάντα έναν έντονο δεσμό με την επαρχιακή εμπειρία, τη γειτονιά, τις μικρές κοινωνίες και τους ανθρώπους που κουβαλούν σιωπηλά τραύματα. Η ίδια έχει αναφέρει επανειλημμένα ότι «η γραφή λειτουργεί ως τρόπος εξωτερίκευσης και κατανόησης των συναισθημάτων της», κάτι που αποτυπώνεται έντονα σε όλη της τη λογοτεχνική διαδρομή.
Συνολικά, η λογοτεχνία της Φωτεινής Ναούμ χαρακτηρίζεται από: έντονη συναισθηματική ατμόσφαιρα, βαθιά ανθρωποκεντρική ματιά, ενδιαφέρον για τη μοναξιά και τη μνήμη, ήρωες που παλεύουν με τραύματα και ανεκπλήρωτες επιθυμίες, ποιητική και εσωτερική γλώσσα, σταθερή αναζήτηση της ταυτότητας και της λύτρωσης.
Η πορεία της δείχνει μια συγγραφέα που ωριμάζει, διατηρώντας σταθερό τον πυρήνα της θεματολογίας της, αλλά διευρύνοντας συνεχώς και το ψυχολογικό και αφηγηματικό βάθος των έργων της.
Δεν θέλω να σας πω πολλά για τη «Φανούλα», δεν θέλω να την προδώσω περισσότερο από όσο η Φωτεινή θα ήθελε να σας τη συστήσει σήμερα. Πάντως είναι μια περσόνα που χαρακτηρίζεται από μια διαρκή αντίφαση: «ώριμη και ανώριμη», «πόρνη και παρθένα», «σκληρή και τρυφερή», «απρόσβλητη και ευάλωτη». Αυτό είναι το ψυχογράφημά της. Δεν είναι ένας «συνεκτικός» χαρακτήρας αλλά, όπως ακριβώς ο σύγχρονος άνθρωπος, γεμάτη αντιφάσεις. Και αυτό είναι ίσως το στοιχείο που έκανε τόσο πολύ κόσμο να ταυτιστεί μαζί της. Δεν είναι ιδανική, ούτε σταθερή ούτε ηρωική. Είναι πολλαπλή. Όπως όλοι μας. Αυτή είναι και η θεματική διακήρυξη του βιβλίου. «Η Φανούλα» λειτουργεί σαν συλλογικός καθρέφτης. Ο καθένας βρίσκει μέσα της: τη μοναξιά του, την επιθυμία του, την ευαλωτότητά του, τη σεξουαλικότητά του, τις αντιφάσεις του, την ανάγκη του να αγαπηθεί.
Το πιο ενδιαφέρον όμως σημείο ανάγνωσης της «Φανούλας» είναι πως συνεχίζει μια παράδοση γυναικείας γραφής που δεν φοβάται το σώμα και την επιθυμία, η οποία δεν είναι διόλου υπαινικτική ή «ευπρεπισμένη»∙ είναι άμεση, ωμή, εκτεθειμένη. Ο γυναικείος κόσμος της μπορεί να παρουσιάζει την εικόνα ενός κοριτσιού που «ήταν ωραίο από μια ωραιάδα σπάνια, ήσυχη σαν ποταμάκι», μα συνάμα «μουλωχτή σαν το τσουνάμι, απειλητική όπως ο σεισμός, ερωτική όπως η Άνοιξη». Γιατί η «Φανούλα» ανοιγόταν στις άλλες της πλευρές, που συνήθως στη ζωή και στη λογοτεχνία (;) ήταν καλυμμένες με ενοχή, με φόβο, με αμφιβολία και που σχετίζονται με τη σωματικότητα, το σεξ και την επιθυμία, με ένα αίσθημα όμως ζωτικότητας. «Η Φανούλα» είναι το σώμα που πάλλεται και θέλει εναγωνίως να δηλώσει πως «είμαι ζωντανή, εδώ είναι τα χέρια μου, τα πόδια μου, τα στήθια μου, τα μαλλιά μου, όλα έτοιμα να ζήσουν τη ζωή».
Η Φωτεινή μοιάζει να έγραψε το δέκατο βιβλίο της έτσι όπως μιλάς στο σκοτάδι σ’ αυτόν που αγαπάς ή όπως μιλάς όταν έχεις καταπιέσει πολύ καιρό μέσα σου τα λόγια κι αυτά ρέουν επιτέλους ελεύθερα… χωρίς δισταγμό, χωρίς σταματημό, χωρίς επιμέλεια και περικοπές όπως αναπνέει κανείς, όπως ονειρεύεται ιδίως όταν είναι ακόμα πιο νέος, όπως πονάει αναλογιζόμενος τα λάθη του…
Η Γερτρούδη Στάιν είχε πει «έχουμε πάντα την ίδια εσωτερική ηλικία μέσα μας», αυτό λέει κι η «Φανούλα», «ήμουν ένα κορίτσι, διαφορετικό, πολλά υποσχόμενο, όλο γέλια» κι αυτό είναι ανακουφιστικό για όλους, να ξέρεις δηλαδή ότι κουβαλάς τον νεότερο εαυτό σου κι ανά στιγμές μπορείς να είσαι κορίτσι, αγόρι ή κάτι από τα νιάτα που σέρνουμε μέσα μας, από όσα κάναμε ή δεν κάναμε, από όσα θα θέλαμε να κάνουμε. Αυτήν την ελευθερία διατρανώνει η «Φανούλα».
Κι ίσως αυτός είναι ο τρόπος να διαβάσουμε κι εμείς τη «Φανούλα», χωρίς ενδοιασμούς, παραδομένοι στον κόσμο της Φωτεινούλας μας.
Ακολούθησε η ανάγνωση του κ. Μιχαλόπουλου, ο οποίος εστίασε αρχικά στη μορφή των κειμένων, που μπορεί μεν να φαντάζουν θραύσματα, αλλά συντελούν σε μια ενιαία εκτεταμένη αφήγηση, σχολίασε δε, όπως γίνεται διακριτό και από την ομιλία του που ακολουθεί, τον πολυφωνικό και ενίοτε αντιφατικό εαυτό της ηρωίδας, ενώ στάθηκε ιδιαίτερα στη διαρκή της αγωνία, την ανάγκη να αγαπήσει και, κυρίως, να αγαπηθεί, τονίζοντας ότι διακρίνει στο κείμενο και, εγνωσμένους ή μη, οβιδιανούς συνειρμούς. Ο λόγος όμως στον ίδιο.

Χάρης Μιχαλόπουλος
«Το νέο βιβλίο της Φ. Ναούμ είναι μια βαθιά ανθρώπινη αφήγηση για την αγωνία να κατοικήσει κανείς τον εαυτό του και να αγαπηθεί χωρίς όρους»
«Είμαι η τέλεια γυναίκα. Έτσι με είπαν. Για αυτό κανείς δεν θέλει με αφήσει. Τη δημιούργησα. Δεν είμαι. Μπορείτε να με συγχαρείτε ακριβώς για αυτό. Για τη δημιουργία. Γιατί την έπλασα. Της έδωσα ένα όνομα, κάπου να ζει, κάποιον ν’ αγαπάει. Ύστερα έφυγε. Μόνη της. Με χρησιμοποίησε. Κάνει του κεφαλιού της, κάνει ό,τι γουστάρει. Με εκμεταλλεύεται. Να γράφω τις ιστορίες της. Μπαίνω εδώ, σαν φίδι, αφήνω το τομάρι έξω. Ξεχνάω ποια είμαι αληθινά. Γίνομαι η Φανή. Κι άμα νομίζετε πως είν’ εύκολο να ’σαι η Φανή, τίποτα δεν έχετε καταλάβει. Έχουμε μια σχέση σαρκοβόρα μαζί. Θα επιβιώσει μια απ’ τις δυο μας. Εγώ ή αυτή. Έχουμε μπει στην τελική γραμμή» (σ. 13).
Αυτό είναι το πρώτο από τα 92 συνολικά σύντομα κείμενα που συγκροτούν το αφηγηματικό οικοδόμημα της «Φανούλας». Έτσι ξεκινά. «Έχουμε μπει στην τελική γραμμή». Ενδεχομένως ο αναγνώστης/η αναγνώστρια να αναρωτηθεί: «Πώς και γιατί κανείς να ξεκινά από το τέλος; Πώς φτάσαμε μέχρι εδώ; Πότε προλάβαμε να φτάσουμε μέχρι εδώ;» Και όμως. Με το ξεκίνημα του βιβλίου όλα έχουν προαποφασιστεί. Όλα έχουν γίνει. Όχι πως δεν έχει πλοκή και δράση το βιβλίο. Κάθε άλλο. Μόνο που η δράση, συμπυκνωμένη, φιλτραρισμένη, βαριά και ανάλαφρη συγχρόνως, δεν έρχεται να μας βρει. Περιμένει εμάς να την ανακαλύψουμε, να την ξετυλίξουμε. Και για να είμαι περισσότερο ειλικρινής ούτε καν εμάς περιμένει. Αυτό έχει αναλάβει να το κάνει η Φανή, η Φανούλα, η Φαίη. Τώρα που έχουν όλα συμβεί, που έχουν όλα συντελεστεί. Μέσα από τα μάτια εκείνης θα δούμε τα είδωλα πάνω στον καθρέφτη, με το δικό της στόμα θα μιλήσουμε, με τα δικά της αυτιά θα ακούσουμε ψιθύρους και φωνές, με τα δικά της χέρια θα ψηλαφήσουμε σώματα, απόντα και παρόντα. Μέσα από μια εξομολογητική αφήγηση που ισορροπεί εσκεμμένα και άκρως επιτυχημένα, θα σημειώσω προκαταβολικά, ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ανάμεσα στην ευτυχία και τη θλίψη, ανάμεσα στην προσδοκία και τη ματαίωση, ανάμεσα στο εγώ και το εσύ, ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια, όπως χαρακτηριστικά εξομολογείται η Φανή:
«Ίσως, τελικά, πρέπει πιστεύω στα ψέματα, που όλα μαζί κάνουν το εγώ, το εσύ, το εμείς. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί πρέπει ντε και καλά να λέμε αλήθεια, τι είν’ αλήθεια και γιατί το ψέμα είν’ ψέμα αφού είν’ μια ξέχωρη αλήθεια; Άνθρωποι έχουν ταλέντο να μπερδεύουν. Γω πιστεύω αυτό που λέω, τη δεδομένη στιγμή. Όπως κι εσύ» (σ. 26).
Μετά την πολυετή και επιτυχημένη θητεία της στο μυθιστόρημα, η Ναούμ αποφασίζει να πειραματιστεί με τη φόρμα της σύντομης αφήγησης. Τουλάχιστον μικροσκοπικά. Γιατί μακροσκοπικά το κείμενο που έχουμε στα χέρια μας συγκροτεί εντέλει μια εκτεταμένη αφήγηση, η οποία στον κολοφώνα του βιβλίου χαρακτηρίζεται ως «νουβέλα». Στη δική μου ανάγνωση πρόκειται περισσότερο για αρθρωτή αφήγηση που φλερτάρει έντονα με τον δραματικό μονόλογο, την (αυτό)βιογραφική εξομολόγηση, την ημερολογιακή καταγραφή.
Πρόκειται για μια αφήγηση ενιαία αλλά και θραυσματική, όπως οι πολλαπλοί εαυτοί, τα προσωπεία και πρόσωπα του υποκειμένου της αφήγησης. Φανούλα, Φανή, Φαίη. Τρία σημαίνοντα για ένα σημαινόμενο. Ο ίδιος εαυτός με τρία ονόματα που σπάει σε λέξεις για να αντέξει. Στο βιβλίο η γραφή προηγείται του βιώματος. Γράφω, άρα ζω. Και όχι το αντίστροφο: «Γράφω ιστορίες. Χιλιάδες λέξεις τη μέρα. Κι ύστερα ζω» (σ. 15). Και αλλού: «Γιατί δεν γράφεις; Γιατί πονάνε οι λέξεις. Άλλοτε σώζουν. Κάποτε. Τώρα, κι αυτές δεν βοηθούν. Μένει γυμνό το συναίσθημα» (σ. 55).
Η Φανούλα, Φανή, Φαίη είναι ένας εαυτός σπασμένος σε κομμάτια μα και ταυτόχρονα ακέραιος. Ένας πολυφωνικός και ενίοτε αντιφατικός εαυτός, ευαίσθητος μα και δυναμικός, δειλός μα και γενναίος, απωθών και απωθούμενος, μοναδικός και πολλαπλός ένας εαυτός, που νοείται ταυτόχρονα ως αφετηρία φυγής αλλά και προορισμός επιστροφής. Η ηρωίδα εξομολογείται: «Λέξεις που λέει μόνο Φανή. Πόσες φορές χάνουμε βρίσκουμε τον εαυτό μας; Ποιος απ’ όλους είν’ αληθινός; Γω δω μέσα πολύ αδαπήθηκα νομίζω. Νταξ, αδάπησα κι εγώ. Ύστερα έφυγα γιατί όλο φεύγω. Όχι από άλλους. Από εαυτό μου πάντα αποδρώ. Χάνομαι. Φανούλα εκεί, Φανούλα εδώ, δύσκολα μπορώ με βρω» (σ. 27). Στο κείμενο η Φανούλα επιστρέφει σχεδόν εμμονικά στην πολλαπλότητα της ύπαρξής της. Γράφει: «Να γίνομαι πολλές εγώ» (σ. 22), «Κρυβόμαν όλο απ’ τον εαυτό μ’. Ή είχα δύο εαυτούς κι ανάμεσα τους άλλους» (σ. 35), «Γω σήμερα είμ’ η βροχή, αύριο μπορεί σεισμός» (σ. 25).
Η φυγή ως πρόθεση και ως πράξη κυριαρχεί στη σκέψη της. Πρόκειται για φυγή η οποία δε νοείται ως δειλία ούτε ως παραίτηση αλλά ως μοναδική διέξοδος για τη συνάντηση με τον εαυτό. Εξομολογείται: «Μια μόνιμη τάση φυγής που συγκρατώ με δεκάδες ευρήματα» (σ. 15).
Το ίδιο ισχύει και για την ανάγκη για αγάπη, η οποία παραμένει σταθερή, απαράλλακτη και αδιαπραγμάτευτη, από την αρχή μέχρι το τέλος. Η πραγμάτωση του εαυτού επιδιώκεται να συμβεί μέσα από την αγάπη, μέσα από την αγαπητική σχέση με τους άλλους και εντέλει με τον ίδιο τον εαυτό. Εξομολογείται: «Δε με νοιάζουν ψυχογραφήματα. Γω ήρθα ν’ αγαπήσω, ν’ αγαπηθώ» (σ. 25), «Εγώ μόνο να μ’ αγαπάνε ήθελα. Και να τους αγαπάω» (σ. 57), «Όλη μου τη ζωή προσπάθησα να μ’ αδαπήσω. Να πεις πως τα κατάφερα; Δεν ξέρω. Δεν ξέρω πια. Άμα, προσπάθησα» (σ. 23). Ωστόσο, η συνάντηση αυτή τίθεται αυτοτιμωρητικά σε αναστολή. Διαβάζω: «Μένω μακριά απ’ την αγάπη τους. Έτσι με τιμωρώ» (σ. 59).
Η αναζήτηση της αγάπης, της ανάγκης να αγαπήσει κανείς και να αγαπηθεί γίνεται σωματικά. Με τον γνώριμο τρόπο της Ναούμ, ο έρωτας καίει και ζεματά και, για να γίνει αυτό, απαιτεί καύσιμη ύλη, την οποία προσφέρει το σώμα. Το σώμα που προσφέρεται στη συντριβή και τον πόνο διστακτικά στην αρχή και με ορμή στη συνέχεια. Η ηδονή στο έργο της Ναούμ έχει το τίμημά της. Στο ανά χείρας βιβλίο η ηδονή είναι το νόμισμα που πρέπει να εξαργυρωθεί στο όνομα της αγάπης, η οποία όμως ως βίωμα διαρκώς διαφεύγει. Η ένταση, η έξαψη, η σωματική έλξη είναι παρούσες, όμως το συναίσθημα είναι απόν. Γράφει: «ήταν η ζωή μου πάντοτε καλή, μόνο που συχνά ήμουν λάθος εποχή σε λάθος κορμί» (σ. 43).
Η Φανούλα, Φανή, Φαίη είναι ένα κορίτσι που μιλά παράξενα. Μπερδεύει το γάμμα με το δέλτα, παραλείπει άρθρα και μόρια, μιλά ντόπια‧ με άλλα λόγια μιλά παράξενα, έχει τη δική της ιδιόλεκτο που την κάνει ξεχωριστή, ενίοτε και ξένη.
Όπως σημειώνει η ίδια η συγγραφέας στον πρόλογο (σσ. 8-9), το βιβλίο ξεκίνησε ως πείραμα λογοτεχνικής γραφής στο διαδίκτυο. Επομένως, η αναζήτηση της ελευθερίας της Φανούλας θα μπορούσε κάλλιστα να διαβαστεί και ως μεταφορά διεκδίκησης της ελευθερίας της έκφρασης από την ίδια τη συγγραφέα. Αυτό ας εκληφθεί και ως μια απάντηση στο ερώτημα που μας απασχολεί εσχάτως για τη λογοτεχνία που γράφεται και που μπορεί να γράφεται στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ένα πείραμα που ξεκίνησε στη φωτεινή οθόνη του υπολογιστή σωματοποιείται (μεταφορικά και κυριολεκτικά) στη χάρτινη σελίδα, που φωτίζεται στο μυαλό του/της εκάστοτε αναγνώστη/αναγνώστριας, επικυρώνοντας με τον πιο εμφατικό τρόπο την υπεραξία της ανθρώπινης νόησης και αισθητικής.
Κλείνω αυτήν τη σύντομη παρουσίαση με μια αναφορά στην αφήγηση 62, μια από τις πιο σύντομες, μα γι’ αυτό και εξαιρετικά δραστικές, αφηγήσεις: «Κόσμος όλο έφευγε. Ήθελε πάει έρχεται, μόλις σπίτι άδειαζε, έσουρνα τενεκέ με χώμα απ’ το ντιβάνι κάτου, πόδια μου έβαζα μέσα, κλαδιά έκαμα χέρια. Μια μέρα, μπαμπάς έφερε ξυλοκόπο σπίτι, να δεις πώς σκιάχτηκα! Νόμιζα ήρθε κόψει μένα» (σ. 44).
Την ξεχώρισα για τον ήσυχο, χαμηλό και εσωτερικό ρυθμό της. Μα κυρίως για τους, εγνωσμένους ή μη, οβιδιανούς συνειρμούς της. Η ονειρική, ή εφιαλτική καλύτερα, μεταμόρφωση της Φανούλας σε δέντρο, με τα πόδια της να γίνονται ρίζες και τα χέρια της κλαδιά, μου έφερε στον νου τη διαδεδομένη στην κλασική λογοτεχνία, ιδιαίτερα στις «Μεταμορφώσεις» του Οβιδίου, σύνδεση και μεταμόρφωση των γυναικών σε δέντρα. Γυναίκες ανθρωπόδεντρα, όπως η Δάφνη, η Λωτίδα, η Μύρρα, η Δρυόπη, που στοιχειώνουν τη φαντασία μας και θεματοποιούν με το μεταμορφωμένο σε δέντρο σώμα τους τη βία των ανδρών πάνω στο γυναικείο σώμα, την επιβολή της σιωπής, τον έλεγχο της γυναικείας επιθυμίας. Ιδιαίτερα, ο φόβος της Φανούλας στη θέα του ξυλοκόπου που φέρνει ο πατέρας στο σπίτι θυμίζει τον μύθο του Ερισύχθονα, που επίσης διαβάζουμε στις «Μεταμορφώσεις». Πρόκειται για τον ασεβή βασιλιά που, αγνοώντας τους θεούς, τόλμησε να κόψει μια υπεραιωνόβια βελανιδιά, η οποία ήταν αφιερωμένη στη θεά της γεωργίας, τη Δήμητρα (Ceres). Το δέντρο θρήνησε, αίμα έτρεξε από τον κορμό του και ο Ερυσίχθονας επέμεινε να το κόψει, σκοτώνοντας τη νύμφη που ζούσε μέσα σε αυτό. Η θεά, για να τον τιμωρήσει, έστειλε την προσωποποιημένη Πείνα να εγκατασταθεί στο σώμα του, καταδικάζοντάς τον σε ατέρμονη και ακόρεστη πείνα. Ο Ερυσίχθονας ξόδεψε όλη την περιουσία του για τροφή και, όταν δεν είχε πλέον χρήματα, πούλησε ακόμα και την κόρη του. Στο τέλος, η πείνα του έγινε τόσο αβάσταχτη, ώστε άρχισε να κατατρώει το ίδιο του το σώμα.
«Η Φανούλα. Ιστορίες για ενήλικες» δεν είναι απλώς μια ιστορία ενηλικίωσης, έρωτα ή απώλειας· είναι κυρίως μια βαθιά ανθρώπινη αφήγηση για την αγωνία να κατοικήσει κανείς τον εαυτό του και να αγαπηθεί χωρίς όρους. Μέσα από την πολλαπλή κα θραυσματική ηρωίδα της, η Φωτεινή Ναούμ κατορθώνει να μετατρέψει τη γλώσσα σε σώμα, τη μνήμη σε εμπειρία και τη λογοτεχνία σε χώρο αλήθειας, εκεί όπου ακόμη και τα πιο εύθραυστα κομμάτια του ανθρώπου μπορούν, έστω για λίγο, να σταθούν ολόκληρα.
ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ, ΦΩΤΕΙΝΟΥΛΑ ΜΑΣ!
Ευχόμαστε «Η Φανούλα» σου να αγαπηθεί και να αγκαλιαστεί!
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
