Φωτεινη Ναουμ,*: «Η συγγραφεας μας παρουσιαζει ενα δεξιοτεχνικο κειμενο, πλουσιο μεσα στη λιτοτητα του»
Καλησπέρα σας. Χαίρομαι που είμαι ανάμεσά σας απόψε στη γιορτή αυτού του νέου βιβλίου και ελπίζω να καταφέρω κι εγώ από την πλευρά μου να διατηρήσω την ατμόσφαιρα σε υψηλές θερμοκρασίες.
Ένα βιβλίο πρωτίστως είναι ένα αντικείμενο. Κλέβει ή όχι τις εντυπώσεις από την πρώτη του εικόνα. Κι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα όμορφο αντικείμενο με έναν γνώριμο σε εμάς τίτλο.
Ανοίγω όλο λαχτάρα να το διαβάσω και πέφτω πάνω σε αυτό το μικρό απόσπασμα της Τοκάρτσουκ. «Η τρυφερότητα είναι η πιο σεμνή μορφή αγάπης. Είναι το είδος της αγάπης που δεν εμφανίζεται στις γραφές ή τα ευαγγέλια». Και σταματώ εκεί, κολλάω και αρχίζω να σκέφτομαι ποιος είναι ο άνθρωπος, ποια η συγγραφέας που αποφασίζει να «προοικονομίσει» να προετοιμάσει το έδαφος των αναγνωστών με αυτή την προμετωπίδα, με αυτές τις φράσεις; Τι σημαίνει για έναν άνθρωπο η τρυφερότητα, αυτή η λέξη που τόσα πολλά σήμαινε πάντα για μένα, για σένα, πιθανά για όλους μας;
Διδυμότειχο. Ο τόπος μου είναι οικείος. Ο Χειμώνας που περιγράφεται αρχικά μου είναι οικείος. Η παγωνιά. Ο τρόπος που η συγγραφέας μεταφέρει στο χαρτί το κρύο. Αυτό το υπό το μηδέν κρύο, που αν δεν το νιώσεις μέσα στο δωμάτιο που κοιμάσαι, δεν μπορείς να το καταλάβεις. Είχα την ευκαιρία να το ζήσω όποτε επισκεπτόμουν χειμώνα το χωριό στον βόρειο Έβρο. Ένας χειμώνας αλλιώτικος, φέρνει στο νου τα μεγάλα ρωσικά έργα, τέτοια είναι ίσως η σκληράδα του και με έναν παράξενο τρόπο, μαζί και η ζεστασιά του.
Διδυμότειχο. Ο τόπος μου είναι οικείος. Ο Χειμώνας που περιγράφεται αρχικά μου είναι οικείος. Η παγωνιά. Ο τρόπος που η συγγραφέας μεταφέρει στο χαρτί το κρύο. Αυτό το υπό το μηδέν κρύο, που αν δεν το νιώσεις μέσα στο δωμάτιο που κοιμάσαι, δεν μπορείς να το καταλάβεις
Χειμώνας στην καρδιά των ηρώων. Απροσπέλαστο κρύο και μια μικρή σπίθα φωτιάς που σιγοκαίει και επιθυμεί σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου, να γίνει φωτιά. Να ζεστάνει τις κρύες αιχμές των άλλων ανθρώπων που σπέρνουν μέσα στις ψυχές των παιδιών τους, την παγωνιά.
Σε αυτό το συντηρητικό λοιπόν, επαρχιώτικο, σχεδόν εκτός κόσμου εκείνη την εποχή σκηνικό, συναντούμε δυο νέα παιδιά. Την Άννα και τον Ίκαρο. Οι κεντρικοί ήρωες της συγγραφέως που αποτυπώνουν τα χρώματα, τη μουντάδα αν όχι του ευρύτερου τόπου, των συγκεκριμένου σπιτιών. Των δικών τους σπιτιών. Σε μια πόλη που το δεύτερο συνθετικό της περιλαμβάνει τη λέξη τείχη, φαίνεται πως αυτό το συνθετικό απλώνεται, υψώνει τείχη όχι μόνο γύρω από την πόλη, όχι γύρω από τα σπίτια αλλά και γύρω από τους ανθρώπους. Μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, καλούνται να αντέξουν όχι μόνο την παγωνιά του ακριτικού Έβρου, αλλά και την οικογενειακή μοναξιά. Δυο νέα λοιπόν παιδιά που ενώ θα έπρεπε να βιώνουν τον ενθουσιασμό και τη χαρά της νιότης τους, διάγουν μια σκληρή μοναχικότητα και μια κρυφή, ασυγκράτητη επιθυμία να φύγουν. Στην πραγματικότητα να δραπετεύσουν. Από πού; Από τον στενό κλοιό της επαρχίας. Της οικογένειας.
Τους ξανασυναντούμε, φοιτητές πια στην Αθήνα και μια νέα ζωή. Αν μπορείς τελικά να ζήσεις μια νέα ζωή, αν τη δικαιούσαι. Ανάμεσα τους και άλλα πρόσωπα. Η ευτραφής Νεφέλη που κουβαλάει με ντροπή το βαρύ σώμα της, η Λίλα που προέρχεται από πολυμελή θρησκόληπτη οικογένεια και βρίσκει καταφύγιο στις ουσίες, ο Αλβανός που θα γνωρίσει και θα φλερτάρει το κορίτσι. Ανάμεσά τους και άλλοι άνθρωποι. Με τα δικά τους σημάδια, με τα δικά τους ελλείμματα και αυτοί. Είναι φαίνεται η μοίρα των σημαδεμένων να προσελκύουν άλλους πληγωμένους στο διάβα τους; Το βέβαιο είναι πως η συγγραφέας ξέρει καλά να πορεύεται μαζί τους. Τους αναγνωρίζει, τους φέρνει στην επιφάνεια, μας τους κοινωνεί. Μας μεταγγίζει τον πόνο, την ανάγκη, αυτή τη σιωπηλή καταλυτική τους ευαισθησία.
Πρόκειται για ένα κείμενο γεμάτο δίπολα. Μια αέναη τραμπάλα ανάμεσα στην ελευθερία και τη δέσμευση, την ασχήμια και την ωραιάδα, την κακοποιητική ηθική αλλά και την καταστροφική ανηθικότητα. Είναι μια διαρκής σύγκρουση προς πάσα κατεύθυνση
Ξέρετε κάτι; Είχα πολύ καιρό να το ζήσω. Δεν ξέρω αν μας βρίσκει το βιβλίο ή το βρίσκουμε αλλά σταματούσα κάθε τόσο γιατί το διάβαζα εκτός σπιτιού και απλά ήθελα να κλάψω. Ήθελα να κλάψω τόσο πολύ από συμπόνια, από τρυφερότητα, από θαυμασμό για τον υπέροχο λόγο, τον υπέροχο τρόπο της συγγραφέως να φέρνει στην επιφάνεια αυτά τα μικρά, απειροελάχιστα κομμάτια που συνθέτουν την ψυχή ενός ανθρώπου.
Πρόκειται για ένα κείμενο γεμάτο δίπολα. Μια αέναη τραμπάλα ανάμεσα στην ελευθερία και τη δέσμευση, την ασχήμια και την ωραιάδα, την κακοποιητική ηθική αλλά και την καταστροφική ανηθικότητα. Είναι μια διαρκής σύγκρουση προς πάσα κατεύθυνση. Άνθρωποι που παιδιά ακόμη δεν ένιωσαν προστατευμένα μέσα στα τείχη της οικογένειας. Που κανείς δεν προσπάθησε όχι μόνο να τους περιφρουρήσει αλλά αντιθέτως κατάφερε να τους τραυματίσει. Για αυτό και συναντούμε καθόλη τη διάρκεια της ανάγνωσης όλες αυτές τις μικρές καθημερινές αυτοκτονίες των ηρώων. Βλέπουμε κατάματα τον τρόπο που έχει κάποιος να αυτοκαταστρέφεται, να αυτοσαμποτάρεται, να χάνει τον δρόμο της ψυχής του και να τρακάρει μετωπική με το παρελθόν που ακούσια κουβαλά μαζί του.
Η συγγραφέας μας παρουσιάζει ένα δεξιοτεχνικό κείμενο, πλούσιο μέσα στη λιτότητά του. Μεστό μέσα σε αυτά που δεν λέγονται αλλά υπονοούνται. Η συγγραφέας γνωρίζει καλά την τέχνη του λόγου, την τέχνη της συγγραφής και μας παρουσιάζει ένα άρτια δομημένο έργο. Ένα βαθιά ψυχαναλυτικό κείμενο όπως οφείλει να είναι ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο. Όπου μαζί με τον ψυχισμό των ηρώων, αναπαριστά άριστα τον ψυχισμό ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας
Η συγγραφέας μας παρουσιάζει ένα δεξιοτεχνικό κείμενο, πλούσιο μέσα στη λιτότητά του. Μεστό μέσα σε αυτά που δεν λέγονται αλλά υπονοούνται. Η συγγραφέας γνωρίζει καλά την τέχνη του λόγου, την τέχνη της συγγραφής και μας παρουσιάζει ένα άρτια δομημένο έργο. Ένα βαθιά ψυχαναλυτικό κείμενο όπως οφείλει να είναι ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο. Όπου μαζί με τον ψυχισμό των ηρώων, αναπαριστά άριστα τον ψυχισμό ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας.
Ξέρετε, δεν γνωρίζω τι είναι αυτό ακριβώς που βρίσκει τις ευαίσθητες χορδές μας, τι είναι αυτό που κάνει κάποιες αναγνώσεις να μοιάζουν με μουσική, πάντως μ’ αυτό το κείμενο της Ελισάβετ ένιωσα πως εκείνη ήταν το χέρι που έπαιζε και εγώ ήμουν η χορδή.
*Η Φωτεινή Ναούμ είναι συγγραφέας. Το κείμενο είναι η ομιλία της στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου της Ελισάβετ Παπαδοπούλου «Υψηλές για την εποχή», (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2023), στη Λέσχη Κομοτηναίων, στις 28/5/2024.
[Δείτε το ρεπορτάζ της παρουσίασης εδώ]
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
