Εκδηλωση – αφιερωμα τιμης στο Γιωργο Ιωαννου
Πραγματοποιήθηκε την Κυριακή το βράδυ στην αίθουσα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής η εκδήλωση – αφιέρωμα τιμής στο Γιώργο Ιωάννου, με την ευθύνη της Δημοτικής Επιχείρησης Πολιτισμού Κομοτηνής.
Την εκδήλωση παρακολούθησαν αρκετοί συμπολίτες μας και μεταξύ αυτών και φοιτητές της Σχολής Αστυφυλάκων, παρουσία που ευχάριστα εξέπληξε.
Την εκδήλωση παρακολούθησαν μεταξύ άλλων ο Δήμαρχος Κομοτηνής Τάσος Βαβατσικλής, που μάλλον δεν χάνει εκδήλωση για εκδήλωση που αφορά σε θέματα πολιτισμού, ο αντιδήμαρχος Μίμης Αϊδήνογλου και η πρώην βουλευτής και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ κ. Χρύσα Μανωλιά.
Στην εκδήλωση τους ομιλητές εισήγαγε η πρόεδρος της ΔΕΠΑΚ κ. Σοφία Μενεσελίδου και αποσπάσματα του έργου του Γιώργου Ιωάννου εδιάβασε με τρυφερότητα και ευαισθησία ο ηθοποιός Φιλοποίμην Ανδρεάδης.
Στην εκδήλωση προβλήθηκε ενδιαφέρον ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό για το Γιώργο Ιωάννου και η διδάκτωρ Γενικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας κ. Αντιγόνη Βλαβιανού δεν παρέλειψε στο τέλος της περιεκτικής ομιλίας της για τη ζωή και το έργο του Γιώργου Ιωάννου να ευχαριστήσει τόσο τη Θεανώ Πασχάλη για τη βοήθειά της στο τεχνικό μέρος της εκδήλωσης όσο και τη δημοσιογράφο Μαρία Νικολάου που είχε την ιδέα γι’ αυτήν.
Δεσμευόμενοι ότι θα επανέλθουμε στην εκδήλωση για το Γιώργο Ιωάννου όταν θα έχουμε τη γραπτή απόδοση της ομιλίας της κ. Βλαβιανού, φιλοξενούμε σήμερα ένα σύντομο σημείωμα για τη ζωή και το έργο του Γιώργου Ιωάννου, στο οποίο εκτενώς αναφέρθηκε η κ. Βλαβιανού, και δημοσιεύουμε ολόκληρη την εισήγηση – μαρτυρία του σκηνοθέτη και συντοπίτη μας, από την πλευρά της μητέρας του, Τάκη Χατζόπουλου, που πραγματικά με τον μετρημένο και ουσιαστικό λόγο του, «ιωαννικά» λιτό μας φιλοτέχνησε ένα υπέροχα ζεστό και ουσιώδες πορτραίτο του συγγραφέα σε σχέση με το έργο του, αξεδιάλυτα όντας τα δυο. Φρέσκο αγεράκι πραγματικά στη μνήμη του…
Γιώργος Ιωάννου όμως…
Η ζωή και το έργο του Γιώργου Ιωάννου εν ολίγοις
Ο ποιητής και πεζογράφος Γιώργος Ιωάννου γεννιέται στη Θεσσαλονίκη τον Νοέμβριο του 1927. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη (Ραιδεστός-Κεσσάνη). Σπουδάζει στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης, στο Ιστορικό-αρχαιολογικό Τμήμα. Για ένα διάστημα υπηρετεί σαν βοηθός στην έδρα της Αρχαίας Ιστορίας.
Εργάζεται μετά ως καθηγητής σε ιδιωτικά σχολεία της Αθήνας και της επαρχίας ώς τον διορισμό του στη Μέση Εκπαίδευση.
Το 1962 στέλνεται από την υπηρεσία του στη Βεγγάζη της Λιβύης, όπου ιδρύει ελληνικό γυμνάσιο, στο οποίο διδάσκει δύο χρόνια.
Από το 1971 κατοικεί μόνιμα στην Αθήνα, όπου υπηρετεί με απόσπαση στο Υπουργείο Παιδείας. Τις 16 Φεβρουαρίου του 1985 πεθαίνει στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο μετά από απλή εγχείρηση προστάτη.
Πρώτο βιβλίο του Γιώργου Ιωάννου, η μικρή ποιητική συλλογή «Ηλιοτρόπια» (Θεσσαλονίκη, 1954). Η δεύτερη και βασική συλλογή του «Τα χίλια δέντρα» εκδίδεται το 1963. Το 1964 κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο πεζογραφημάτων «Για ένα φιλότιμο». Ο ενθουσιασμός με τον οποίο έγινε δεκτό το βιβλίο αυτό αλλά και η ισχυρή εσωτερική παρόρμηση οδήγησαν τον Γιώργο Ιωάννου στην απόφαση να εκφράζεται από εδώ και μπρος σχεδόν αποκλειστικά με την πεζογραφία. Ακολουθούν:
«Η Σαρκοφάγος» (1971), «Η μόνη κληρονομιά» (1974), «Το δικό μας αίμα» (1978), «Επιτάφιος θρήνος» (1980), «Ομόνοια» (1980), «Κοιτάσματα» (1981), «Πολλαπλά κοιτάγματα» (1981), «Εφήβων και μη» (1982), «Καταπακτή» (1982), «Εύφλεκτη χώρα» (1982), «Η Πρωτεύουσα των προσφύγων» (1984), που αποτελεί και το τελευταίο του πεζογραφικό έργο. Εκδίδει επίσης το θεατρικό έργο για παιδιά «Το αυγό της κότας» (1981), που ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο. Μετά τον θάνατό του εκδίδεται και το παιδικό ανάγνωσμα «Ο Πίκος και η Πίκα» (1986).
Ο Γιώργος Ιωάννου έχει ασχοληθεί και με τα δημιουργήματα του λαϊκού λόγου. Εξέδωσε με εισαγωγές, σχόλια και γλωσσάρια τις παρακάτω εργασίες: «Τα δημοτικά μας τραγούδια» (1966), «Μαγικά παραμύθια του Ελληνικού λαού» (1966), «Παραλογές» (1970), «Καραγκιόζης» (1971.1972 τόμοι 3), «Παραμύθια του λαού μας» (1973). Τα κείμενα των συλλογών έχουν επιλεγεί με λογοτεχνικά κριτήρια.
Ο Γιώργος Ιωάννου μετέφρασε και σχολίασε την τραγωδία του Ευριπίδη «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» (1969), το ΧΙΙ βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας, που έχει τον τίτλο «Στράτωνος Μούσα Παιδική» (1980), καθώς και το ιστορικό δοκίμιο του Τάκιτου «Γερμανία» (1981). Ακόμα επιμελήθηκε την έκδοση του «Ημερολογίου» του Φ. Σ. Δραγούμη (1984, εισαγωγή-επιμέλεια-σχόλια Γιώργος Ιωάννου).
Το 1985 εκδόθηκε μία σειρά από δοκίμιά του που αφορούν τον Παπαδιαμάντη, τον Καβάφη και τον Λαπαθιώτη, με τίτλο «Ο της φύσεως έρως».
Ο Γιώργος Ιωάννου εξέδιδε το περιοδικό «Φυλλάδιο», που το έγραφε ολόκληρο μόνος του (1978-1985, Τεύχη 1-8). Έδινε επίσης συνεργασίες σε άλλα περιοδικά, όπως μεταφράσεις του Τσέχου ποιητή Πετρ Μπέζρουτς και μεταφράσεις κεφαλαίων από τις «Εξομολογήσεις του Ιερού Αυγουστίνου».
Το 1982 κυκλοφόρησε ο δίσκος «Κέντρο διερχομένων» με στίχους του Γιώργου Ιωάννου και μουσική του Ν. Μαμαγκάκη. Κυκλοφόρησε ακόμα κασέτα, όπου ο ίδιος ο Γιώργος Ιωάννου διαβάζει κείμενά του. Τέλος, ποιήματά του καθώς και πεζογραφήματά του έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί σε αγγλικά και γαλλικά περιοδικά, καθώς και η συνεργασία του με τις ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά ήταν πολύ τακτική.
Ο Γιώργος Ιωάννου Θεωρείται εισηγητής στα Γράμματά μας του σύντομου εκείνου πεζογραφήματος, που στέκεται ανάμεσα στο δοκίμιο και την αφήγηση των ψυχικών περιπετειών του ομιλούντος προσώπου. Το νέο αυτό λογοτεχνικό είδος καθώς και η γενικότερες αισθητικές αρχές του Γιώργου Ιωάννου έχουν ασκήσει ώς τώρα σημαντική επίδραση στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Ο λόγος του Γιώργου Ιωάννου έχει προέλευση βιωματική. Υποστήριζε ότι καλή λογοτεχνία δεν μπορεί γραφεί, όταν ο λόγος δεν έχει βιωματικό βάρος και όταν ο λογοτέχνης δεν τον έχει ψηλαφίσει με την ψυχή του και το Πνεύμα του.
Tάκης Χατζόπουλος, σκηνοθέτης: «Ο Ιωάννου μας κληροδότησε ό,τι πιο πολύτιμο. Τα έργα του.»
Κυρίες και κύριοι,
Επιτρέψτε μου να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στο Δήμο Κομοτηνής και τη ΔΕΠΑΚ που μου έδωσαν την ευκαιρία να βρίσκομαι σήμερα μαζί σας, σ’ αυτήν τη γιορτή για τον Γιώργο Ιωάννου.
Χαίρομαι που βρίσκομαι ξανά στα μέρη που φιλοξένησαν την οικογένεια της μητέρας μου μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, καθώς και πολλούς συγγενείς της οικογένειας του πατέρα μου από την Ανατολική Θράκη.
Πέρασα πολλά καλοκαίρια, πολλές γιορτές στη Κομοτηνή κοντά στους συγγενείς μου. Άκουσα πολλές Ιστορίες προσφύγων. Εδώ, λόγω της συνύπαρξης χριστιανών και μουσουλμάνων, οι ιστορίες γέμιζαν με εικόνες. Ίσως στα ταξίδια μου αυτά οφείλω την επιλογή μου να γίνω σκηνοθέτης.
Οταν είσαι απόγονος προσφύγων ονειρεύεσαι κάποιες πατρίδες που τις έχεις μόνον ακουστά. Και προσπαθείς να τις αναστήσεις. Όπως ακούσατε και ο Γιώργος Ιωάννου ήταν παιδί προσφύγων. Η ιδιότητα αυτή τον ακολουθούσε πάντα. Του οφείλουμε τις πιο σημαντικές σελίδες από τη ζωή των προσφύγων στην Ελλάδα. Του οφείλουμε ότι κατέγραψε και διέσωσε τη γλώσσα τους και τις συμπεριφορές τους. Γέμισε τις πατρίδες αυτές με ιστορίες απέραντης ευαισθησίας.
Ξεφυλλίζοντας τα έργα του, λίγο πριν έρθω εδώ, σταμάτησα σε μια αφιέρωση που μου έγραψε στο βιβλίο του «Πολλαπλά Κατάγματα»:
«Στον παλιό φίλο μου Τάκη Χατζόπουλο με όλη μου την αγάπη, Γιώργος Ιωάννου, Αθήνα 16.5.82».
Προσέξτε την ημερομηνία .Το 1982 ήμασταν ήδη παλιοί φίλοι. Ήμασταν φίλοι από το 1963 που μας γνώρισε ο συγγραφέας Ηλίας Πετρόπουλος. Μου τον σύστησε σαν ένα σπουδαίο ποιητή, καθηγητή στο ελληνικό γυμνάσιο της Βεγγάζης στη Λιβύη. Μόλις είχε εκδώσει την ποιητική συλλογή «Τα χίλια δέντρα». Γνώρισα έναν σπουδαίο και τρυφερό άνθρωπο που διεκδίκησε και κατέκτησε με τα κείμενά του την αναγνώριση που του άξιζε.
Είχαμε 15 χρόνια διαφορά ηλικίας. Εγώ 21 χρόνων, νέος, διψούσα για γνώση. Ο Ιωάννου, 36 χρόνων τότε, έμπειρος δάσκαλος, ήξερε να διδάσκει, να αποκαλύπτει όψεις της καθημερινής πραγματικότητας με τρόπο που ξάφνιαζε. Δεν κουραζόταν ποτέ να διηγείται. Πιστεύω πως ο προφορικός του λόγος ήταν εξίσου σημαντικός με τα κείμενά του. Αυτό το βεβαιώνουν μαθητές του από τα διάφορα σχολεία που πέρασε. Το βεβαιώνει ο συγγραφέας Θανάσης Βαλτινός που τον γνώρισε στο Καστρί της Κυνουρίας, στις αρχές της δεκαετίας του ‘60, όταν ο Ιωάννου δίδασκε εκεί.
Ήταν πολλές οι συμπτώσεις στη ζωή μας. Οι οικογένειές μας ζούσαν τότε στην Θεσσαλονίκη αλλά εμείς ζούσαμε αλλού. Όπως ακούσατε ο Ιωάννου δούλεψε και έζησε σε διάφορα μέρη. Εγώ, σχεδόν από την αρχή της γνωριμίας μας, άφησα τη Θεσσαλονίκη και εγκαταστάθηκα στην Αθήνα. Εκεί, γύρω από την Ομόνοια, συναντιόμασταν κάθε φορά που περνούσε για δουλειές ή για να αλλάξει περιβάλλον. Η σχέση του με την Ομόνοια παρέμεινε ερωτική μέχρι το τέλος της ζωής του. «Εδώ επικοινωνώ με όλους τους τόπους της πατρίδας» μου έλεγε. Και αυτή την επικοινωνία κατέγραψε στο βιβλίο του «Ομόνοια» το 1980.
Στο γόνιμο αλλά και δύσκολο φιλολογικό περιβάλλον των Αθηνών της δεκαετίας του 1960, ο Γιώργος Ιωάννου έγινε αμέσως αποδεκτός. Ο Στρατής Τσίρκας, ο Τάκης Σινόπουλος, ο Γιώργος Σαββίδης, άνθρωποι με κύρος σ’ αυτούς τους κύκλους, τον τίμησαν με τη φιλία τους. ‘Όλοι μιλούσαν για το μεγάλο ταλέντο, τον ακαταπόνητο συγγραφέα που παρατηρούσε και κατέγραφε, κατέγραφε και παρατηρούσε ακατάπαυστα. Η εργατικότητά του εκτιμήθηκε ιδιαίτερα.
Μέσα στα δύσκολα χρόνια της χούντας, τον επισκέφθηκα στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής. Προτελευταίο σταθμό των μεταθέσεών του. Ο τόπος του ταίριαζε. Μιλήσαμε για τη συγγραφή ενός σεναρίου με θέμα τη μετανάστευση. Η λογοκρισία της χούντας δεν σήκωνε τέτοια. Από τη συνεργασία αυτή, έμειναν σκόρπιες σκέψεις στα χαρτιά.
Αργότερα, όταν μετά το 1971 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, οι συναντήσεις μας έγιναν συχνότερες. Εκείνος κατοικούσε δίπλα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και εγώ είχα το γραφείο μου δύο δρόμους παρακάτω.
Οι συναντήσεις όμως που μένουν βαθιά χαραγμένες στη μνήμη μου είναι «οι τελετουργίες των εορτών» όπως τις είχαμε βαφτίσει. Κάθε χρόνο, Χριστούγεννα και Πάσχα, ο αδελφός μου και ‘γώ παίρναμε με το αυτοκίνητο τον Γιώργο και ταξιδεύαμε από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη και πάλι πίσω, για να γιορτάσουμε με τις οικογένειές μας. Χαιρόταν σαν παιδί τις εκδρομές αυτές. Λαχταρούσε να συναντήσει την οικογένειά του, αλλά ήθελε το ταξίδι να μακραίνει, να μακραίνει, σαν να ήταν αυτοσκοπός.
Στη Θεσσαλονίκη, άλλη σύμπτωση, οι οικογένειές μας κατοικούσαν στον ίδιο δρόμο, στην οδό Αγίου Δημητρίου. Εκεί χωρίζαμε στο τέλος του ταξιδιού, αλλά για λίγο. Το βραδάκι συναντιόμασταν ξανά, χωρίς ραντεβού, σε κάποιο από τα κοινά μας στέκια της πόλης: στο βιβλιοπωλείο του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη ή στη γκαλερί «Κοχλίας» του Κώστα Λαχά ή στο ζαχαροπλαστείο «Αχιλλέας» όπου δούλευε ο ζωγράφος Λουκάς Βενετούλιας. Εκεί συναντούσαμε φίλους αγαπημένους που είχαμε πολλά να πούμε. Αυτό είναι «Το δικό μας αίμα» συνήθιζε να λέει ο Ιωάννου. Αργότερα, το 1978, τη φράση αυτή χρησιμοποίησε ως τίτλο ενός βιβλίο του.
Κυρίες και κύριοι,
Θέλησα να σας δώσω μερικά στοιχεία της γνωριμίας ‘μας, να σας μιλήσω για τον δικό μου Γιώργο Ιωάννου.
Τον τελευταίο χρόνο συνεργαστήκαμε στενά με την κυρία Αντιγόνη Βλαβιανού προκειμένου να ετοιμάσουμε την παραγωγή ενός βιογραφικού του ντοκιμαντέρ.
Η κυρία Βλαβιανού δεν γνώρισε ποτέ προσωπικά τον συγγραφέα. Όπως διαπιστώσατε όμως από την ομιλία της, έχει μελετήσει το έργο του όσο ελάχιστοι μελετητές. Αυτός είναι ο δικός της Ιωάννου.
Μας απασχόλησε πολύ ο τρόπος που Θα προσεγγίζαμε τη βιογραφία του. Ποιος ήταν άραγε ο Βίος του και ποια η Γραφή του; Πού αρχίζει το ένα και πού τελειώνει το άλλο; Πόσο αλληλοεπηρεάζονται;
Ο διηγηματογράφος, ο μυθιστοριογράφος δεν γράφει Ιστορία. Διηγείται ιστορίες. Χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη, πράγματα που συναντάει τριγύρω του. Αντλεί ερεθίσματα από τους ανθρώπους που τον περιβάλουν, από τις συζητήσεις που ακούει.
Για να δημιουργήσει τον δικό του κόσμο, τούς αλλάζει ονόματα, τούς βάζει διαφορετικές σκέψεις στο μυαλό, τούς μεταφέρει να κατοικήσουν όπου τον βολεύει.
Μπλέκει, ακόμα, παλιές Ιστορίες με σημερινά γεγονότα. Γιατί έτσι του αρέσει.
Με τον τρόπο αυτό δεν προσπαθεί να μας κοροϊδέψει. Δίνει καινούργιες σημασίες σε πράγματα που γνωρίζουμε. Και μας εκπλήσσει. Αυτή είναι, εξάλλου, η αρχή της δημιουργίας.
Και όλα τα κάνει, για να μιλήσει για τις δικές του αγωνίες, τις ανομολόγητες επιθυμίες, τα δικά του αισθήματα. Τελικά, για να επικοινωνήσει μαζί μας.
Θα σας δώσω ένα παράδειγμα του τρόπου λειτουργίας της τέχνης μέσα από έναν πολύ ωραίο πίνακα. Δεν το επέλεξα τυχαία. Τον ζωγράφισε ο Λουκάς Βενετούλιας. «Στη μνήμη του Λουκά Βενετούλια, σπουδαίου ζωγράφου και φίλου» αφιέρωσε το 1984 ο Ιωάννου το βιβλίο του «Η πρωτεύουσα των προσφύγων».
Στον πίνακα εικονίζονται τρία πρόσωπα. Στο κέντρο είναι ο Ηλίας ΙΙετρόπουλος, δεξιά είμαι εγώ. Έτσι μας ζωγράφιζε ο κοινός μας φίλος στις αρχές της δεκαετίας του’όΟ. Το αίνιγμα για μένα ήταν το πρόσωπο που βρισκόταν αριστερά. Έμοιαζε σιδηροδρομικός μιας άλλης εποχής, που δεν ταίριαζε με την παρέα. Όταν είδα για πρώτη φορά τον πίνακα ρώτησα τον ζωγράφο, ποιος ήταν ο άγνωστος. Μου απάντησε: «ήθελα να ζωγραφίσω τον Τρίτο της παρέας μας, τον Γιώργο Ιωάννου, για να σας έχω όλους μαζί. Όμως, αντί γι’ αυτόν, ζωγράφισα τον πατέρα του. Μου φάνηκε περισσότερο ποιητικός με τη στολή. Γιος του ήταν, εξάλλου, ο Γιώργος».
Έτσι λειτουργεί η τέχνη. Με ανατροπές που ξαφνιάζουν. Αυτές σι «αυθαιρεσίες» νομιμοποιούνται, όταν το έργο μας προσφέρει αισθητική απόλαυση.
Αυτό που ονομάζουμε ύφος του συγγραφέα, φιλολογικό στυλ, είναι, όπως λένε σι παλιοί, «ο τρόπος του». Και ο τρόπος του αυτός είναι «ποτισμένος» από τις εμπειρίες της ζωής του, την παιδεία του. Είναι τα στοιχεία του Βίου του που καθορίζουν την Γραφή. Πόσο, τελικά, αξεδιάλυτα πράγματα είναι τα δύο.
Ο τρόπος του Ιωάννου, είναι ριζωμένος στον τόπο, έχει το ρυθμό της φύσης. Είναι απλός, όσο απλά είναι όλα τα πράγματα που γίνονται αβίαστα και με μεράκι.
Το κείμενο που σας διάβασε η κυρία Βλαβιανού αποτελεί τη βάση του κειμένου που θα συνοδεύσει το ντοκιμαντέρ που ετοιμάζουμε.
Επιλέξαμε να μιλήσει ο ίδιος ο Ιωάννου, σε πρώτο πρόσωπο, μέσα από τα κείμενά του. Διαλέξαμε τα στοιχεία αυτά που συνθέτουν, κατά τη γνώμη μας, την αυτοβιογραφία του. Τα έργα τέχνης δεν είναι μονοσήμαντα. Είναι ανοιχτά σε ερμηνείες. Κάθε αναγνώστης δημιουργεί μια προσωπική σχέση μαζί τους και με τον συγγραφέα.
Γράφει κάπου ο Ιωάννου στο διήγημά του «Η μόνη κληρονομιά» το 1974:
«Κληρονομιές δεν είχαμε για να μαλλώνουμε ούτε και να χαιρόμαστε. Κάτι βυζαντινές εικόνες που υπήρχαν, ούτε ξέρω τι απέγιναν τελικά. Κι εγώ, φυσικά, τίποτα δεν πρόκειται να κληροδοτήσω. Άλλωστε, και να είχα κάτι, σε ποιόν Θα το άφηνα; Από την άλλη κιόλας μέρα τα βιβλία και τα χαρτιά-μου θα πεταχτούνε έξω από το νοικιασμένο σπίτι. Μακάρι να ξαφριστούν και μερικά από τίποτε νεαρούς. Θέλουν να πούνε, πως όταν κλέψεις εικόνα, αυτή αμέσως γίνεται Θαυματουργή. Για να την κλέψεις, πάει να πει πως πολύ την αγαπούσες. Ίσως το ίδιο να γίνεται και με τα βιβλία. Βέβαια, τα παραπάνω είναι γνώμες των παλιών ανθρώπων».
Τα βιβλία και τα χαρτιά του Ιωάννου, δεν πετάχτηκαν έξω από το νοικιασμένο σπίτι. Η αδελφή του Δήμητρα και ο γαμπρός του Μιχάλης
Μηλαράκης, που ζούνε στη Θεσσαλονίκη, συνεχίζουν μέχρι σήμερα, 18 χρόνια από τότε που έφυγε ο Γιώργος, να καταβάλουν το ενοίκιο του σπιτιού του στην Αθήνα, να το φροντίζουν με απέραντη αγάπη. Όλα τα πράγματα βρίσκονται στη θέση τους. Κάθε τόσο κατεβαίνουν στην Αθήνα, ανοίγουν τα παράθυρα να μπει το αεράκι. Ποιος ξέρει…
Ο Ιωάννου δεν πρόβλεψε σωστά. Κληροδότησε κάτι. Ό,τι πιο πολύτιμο. Τα έργα του. Αυτή είναι Η μόνη κληρονομιά του. Την κληροδότησε σε όλους μας. Οφείλουμε να τη διαφυλάξουμε.
Να τη διαφυλάξουμε όντως …Με αγάπη…
Τ.Β.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
