Παυλος Χαραμης, Προεδρος Κεντρου Μελετων και Τεκμηριωσης της Ο.Λ.Μ.Ε. – μελος του τμηματος Παιδειας του ΣΥΡΙΖΑ «Εγκλημα η εκπαιδευτικη πολιτικη της κυβερνησης»
Στο πλαίσιο των ανοιχτών ομιλιών – διαλόγων με το κοινό που διοργανώνει τον τελευταίο καιρό η τοπική οργάνωση του ΣΥΡΙΖΑ ν.Ροδόπης, βρέθηκε την Τετάρτη στην Κομοτηνή ο πρόεδρος του Κέντρου Μελετών και Τεκμηρίωσης της Ο.Λ.Μ.Ε και μέλος της επιτροπής παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ κ. Παύλος Χαραμής.
Ο κ. Χαραμής παρουσίασε σε ανοιχτή εκδήλωση το βράδυ της Τετάρτης στην Πλατεία Ειρήνης της κεντρικές θέσεις του κόμματος για την Παιδεία.
Λίγες ώρες όμως πριν, μίλησε στο «Ράδιο Παρατηρητής» και στην εκπομπή «Με το Ν και με το Β» για την υποβάθμιση της παιδείας, την εισχώρηση της Χρυσής Αυγής στα σχολεία και για θέματα της πολιτικής επικαιρότητας.
Παύλος Χαραμής λοιπόν…
«Είναι σαν να έχει πέσει μία βόμβα αποψίλωσης και τα πάντα γύρω περιορίζονται και λιγοστεύουν»
ΠτΘ: Κύριε Χαραμή μιας και βρίσκεστε στην Κομοτηνή με την ιδιότητα του μέλους της επιτροπής παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ, να ξεκινήσουμε την συζήτησή μας με λίγο χιουμοριστικό τρόπο. Ο ΣΥΡΙΖΑ εκτός από τα σπίτια που θα μας έπαιρνε πέρυσι, θα μας κλείσει και τα σχολεία;
Π.Χ.: Φαίνεται ότι τα σχολεία τα κλείνει αυτή η πολιτική η οποία εφαρμόζεται τώρα. Και είναι πολύ δύσκολο να περιγράψει κανείς όλους τους τρόπους με τους οποίους κλείνουν τα σχολεία αυτή τη στιγμή και συρρικνώνονται εκπαιδευτικές δομές. Ας πούμε μερικούς οι οποίοι είναι οι πιο χαρακτηριστικοί, όπως συγχωνεύσεις και καταργήσεις σχολείων. Τα παιδιά που μένουν σε ένα μακρινό τόπο για να πάνε στο συγχωνευμένο σχολείο, δεν έχουν πάντα την δυνατότητα της μετακίνησης όπως την είχαν παλαιότερα, και αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα, ιδιαίτερα για τις περιοχές της περιφέρειας. Κλείνουν επίσης μία σειρά από υπηρεσίες και προγράμματα, ιδιαίτερα εκείνες οι υπηρεσίες που αποσκοπούσαν στο να στηρίξουν εκείνα τα παιδιά που αντιμετώπιζαν τις μεγαλύτερες δυσκολίες στο σχολείο. Μιλώ για την ενισχυτική διδασκαλία, για την πρόσθετη διδακτική στήριξη, τις τάξεις υποδοχής των παιδιών που είναι αλλόγλωσσα και πρέπει να εγκλιματιστούν στην ελληνική εκπαίδευση, όλα αυτά συρρικνώνονται. Χάνουμε επίσης και δομές, όπως ο Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων, ο Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, οι οποίοι περνούν και αυτοί στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Χάνουμε όμως και δομές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου έχουμε απολύσεις προσωπικού, διοικητικού κυρίως, και έχουμε συρρίκνωση λειτουργιών. Στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση έχουμε απώλειες και στο διδακτικό προσωπικό. Ουσιαστικά σαν να έχει πέσει μία βόμβα αποψίλωσης και τα πάντα γύρω περιορίζονται και λιγοστεύουν.
«Το ολοήμερο σχολείο δεν θα έπρεπε να είναι «παιδοφυλακτήριο»»
ΠτΘ: Το παρατηρήσαμε και εδώ στην περιφέρειά μας, σύμφωνα και με δελτίου τύπου που άρχισαν να στέλνουν οι σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων τόσο στο Σουφλί, όσο και στο Παρανέστι, στα οποία αναφέρουν ότι δεν θα στείλουν τα παιδιά τους στα σχολεία γιατί ουσιαστικά η δομή του ολοήμερου δεν λειτουργεί, που με την σειρά του δημιουργεί επιπρόσθετα προβλήματα στους γονείς.
Π.Χ.: Η συρρίκνωση του ολοήμερου σχολείου είναι ένα ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα. Το ολοήμερο σχολείο δεν θα έπρεπε να είναι «παιδοφυλακτήριο» όπως είχε καταντήσει στο παρελθόν και όπως το ονόμαζαν οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας. Πρέπει να έχει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα παρεμβάσεων και δραστηριοτήτων τέτοιο που να δίνει στα παιδιά και τις δυνατότητες να μάθουν, να μορφωθούν αλλά και ταυτόχρονα να μπορέσουν να οικειοποιηθούν και να γνωρίσουν όλα τα αγαθά του σύγχρονου πολιτισμού, τέχνη, επιστήμες, να μπορούν να γυμνάσουν το σώμα και το πνεύμα ταυτόχρονα και όλα αυτά μπορούν να ενταχθούν πολύ αποτελεσματικά σαν δραστηριότητες στο πλαίσιο του ολοήμερου σχολείου. Αυτό το ολοήμερο σχολείο το συρρικνώνει η πολιτεία, δημιουργώντας και επιπρόσθετα προβλήματα στους εργαζόμενους γονείς. Για μας στόχος είναι να διευρυνθεί το ολοήμερο και όχι να συρρικνωθεί, δηλαδή να αγκαλιάσει όλα τα παιδιά και στο επίπεδο του δημοτικού και στο επίπεδο του γυμνασίου.
«Αρχή μας είναι όλα τα παιδιά και όλη η γνώση να παρέχεται σε όλους»
ΠτΘ: Πέραν του ολοήμερου όσον αφορά τις δευτερεύουσες αυτές δομές των σχολείων, μεγάλα προβλήματα αντιμετωπίζουν τόσο η ενισχυτική διδασκαλία αλλά και οι τάξεις υποδοχής, κυρίως λόγω της έλλειψης προσωπικού και πόρων. Η θέση του ΣΥΡΙΖΑ είναι κοινή και όσον αφορά τις δομές αυτές;
Π.Χ.: Ακριβώς επειδή η αρχή μας είναι όλα τα παιδιά στο σχολείο και όλη η αναγκαία γνώση να παρέχεται σε όλους γι’ αυτό και δεν πρόκειται να δεχθούμε μείωση οποιασδήποτε δαπάνης προκειμένου να το διασφαλίσουμε αυτό. Άλλωστε ο πιο άμεσος και πιο βασικός στόχος του ΣΥΡΙΖΑ είναι με το που αναλάβουμε την κυβερνητική ευθύνη, να μην υπάρχει σχολείο που από την 1η του Σεπτέμβρη να μην λειτουργεί με το απαραίτητο διδακτικό προσωπικό και με όλα τα διδακτικά υλικά και μέσα που είναι αναγκαία. Αυτό είναι δέσμευσή μας και σημαίνει ότι ούτε την πολιτική των καταργήσεων των σχολικών μονάδων αποδεχόμαστε ούτε την πολιτική της συρρίκνωσης του προσωπικού και ιδιαίτερα αυτό που είδαμε τελευταία να κόβονται φέτες από τη δημόσια εκπαίδευση, όπως έγινε με τις ειδικότητες των ιατρικών και γραφικών επαγγελμάτων και να εκχωρούνται στην ιδιωτική πρωτοβουλία, ούτε βέβαια, αυτό που είπατε πριν, προγράμματα και υπηρεσίες που απευθύνονται σε ειδικές ομάδες παιδιών -ειδικές δεν είναι καθόλου, είναι όπως όλα τα άλλα παιδιά, αλλά συναντούν κάποιες ιδιαίτερες δυσκολίες και θέλουν την απαραίτητη στήριξή τους- γι’ αυτό και δομές όπως οι τάξεις υποδοχής και τα φροντιστηριακά τμήματα πρέπει να επανέλθουν. Θα ήθελα να κάνω και ειδική μνεία στα παιδιά με αναπηρίες, στα παιδιά με ειδικές ανάγκες, η πολιτική την οποία εφαρμόζει η κυβέρνηση τα στέλνει πολύ εύκολα στο σπίτι τους και τα καθιστά αμόρφωτα, ενώ θα έπρεπε να αξιοποιηθούν όλες οι δυνατότητες ώστε να συμμετάσχουν και αυτά τα παιδιά στο αγαθό της μόρφωσης και να γίνουν παραγωγικοί εργαζόμενοι σε μία κοινωνία που εμείς οραματιζόμαστε και θέλουμε να δημιουργήσουμε.
«Το νομοσχέδιο για το Νέο Λύκειο είναι νομοσχέδιο του «παρά πέντε» και «απ’ έξω»»
ΠτΘ: Όταν αναλάβετε αυτή την κυβερνητική ευθύνη που είπατε πριν λίγο, δεν φοβάστε μήπως ο λαός πει ότι «εντάξει ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ τώρα, ξανά από την αρχή, νέο πλαίσιο στην παιδεία» την ώρα που τα τελευταία χρόνια και στην ίδια ακόμα κυβέρνηση έχουμε δει να αλλάζουν υπουργοί και να αλλάζει μαζί το σύστημα του λυκείου και πολλά πράγματα;
Π.Χ.: Θα έχετε προσέξει ότι πέρα από την πολιτική των συρρικνώσεων της δημόσιας εκπαίδευσης και της ενίσχυσης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, όλες οι άλλες παρεμβάσεις στο επίπεδο της γενικής εκπαίδευσης, σχεδόν όλες, αναφέρονται στο λύκειο και στις πανελλήνιες εξετάσεις. Θεωρείται ότι είναι το πιο πρόσφορο πεδίο για να ασκηθεί ο κάθε υπουργός και να πει ότι εγώ κάτι δημιούργησα, κάτι έκανα εκεί. Εμείς είμαστε υπέρ της αποσπασματικότητας και όχι υπέρ της προχειρότητας. Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε πρόσφατα για το νέο Λύκειο και πρόχειρο και αποσπασματικό ήταν. Το αποτέλεσμα ήταν να αρχίσει να συζητείται και να κατατίθεται στη Βουλή λίγες μέρες πριν την έναρξη των μαθημάτων, ενώ επρόκειτο να εφαρμοστεί από τις έντεκα του Σεπτέμβρη που έγινε ο αγιασμός. Αυτό δημιούργησε μία σειρά από σοβαρά προβλήματα, δυσλειτουργικά στα σχολεία και θα έλεγε κανείς ότι το σύνολο της εκπαίδευσής μας επηρεάστηκε αρνητικά από την κατάθεση της τελευταίας στιγμής. Είναι το νομοσχέδιο του παρά πέντε όπως το έχω χαρακτηρίσει ή αν θέλετε το νομοσχέδιο του «απ’ έξω». Το νομοσχέδιο του «απ’έξω» γιατί δεν σχεδιάστηκε με γνώμονα τις ανάγκες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος αλλά υπακούει στις κατευθύνσεις που δίνουν ο ΟΟΣΑ, η τρόικα και η ευρωπαϊκή ένωση. Αυτού του είδους η εξωγενής παρέμβαση στην ελληνική εκπαίδευση μόνο αρνητική μπορεί να είναι. Σας θυμίζω μόνο ότι ακόμα και οι ευρωπαϊκές συμβάσεις, όπως η συνθήκη του Αμστερνταμ και παλαιότερα του Μάαστριχ, έλεγαν ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί μία ενιαία εξωγενής εκπαιδευτική πολιτική σε όλες τις χώρες, αλλά κάθε χώρα έχει το αυτεξούσιο να οργανώνει τη δική της εκπαίδευση με βάση τις ανάγκες της. Εδώ λοιπόν έρχεται μία συνταγή από το Διεθνές Ευρωπαϊκό Ταμείο ή από τον ΟΟΣΑ για να θεραπεύσει πάσαν νόσον του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Αυτό είναι καταστροφικό κυριολεκτικά γιατί εκείνοι που σχεδίασαν αυτά τα μέτρα δεν ήξεραν που πατάει και που βρίσκεται το ελληνικό σχολείο.
«Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα αυτής της πολιτικής είναι ότι ολοένα και περισσότερα παιδιά θα εγκαταλείπουν το σχολείο»
ΠτΘ: Σε κάθε αρχή σχολικής χρονιάς, αντιμετωπίζουμε ένα μεγάλο πρόβλημα που αφορά στη μεταφορά των μαθητών. Τουλάχιστον τα δύο τελευταία χρόνια το πρόβλημα είναι μεγάλο. Είδαμε μάλιστα πέρυσι στην Ξάνθη ορισμένοι μαθητές να μεταφέρονται ακόμα και στην καρότσα φορτηγών. Έχετε θέση γι’ αυτό;
Π.Χ.: Ήδη έχουν γίνει σημαντικές παρεμβάσεις και ακόμα και σε αυτό το τελευταίο απαράδεκτο νομοθέτημα καταφέραμε και πετύχαμε αξιόλογες αλλαγές, χωρίς βέβαια να μπορούμε να αλλοιώσουμε την αντιδραστική ουσία αυτού του νομοσχεδίου. Γι’ αυτό που είπατε θα ήθελα να πω το εξής: Είναι περίεργο ότι όλες αυτές οι συγχύσεις μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών οδηγούν πάντοτε στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην κακή λειτουργία, στην οικονομική συρρίκνωση και τελικά στην αδυναμία να εξυπηρετηθούν τα παιδιά που τυγχάνουν της μεγαλύτερης ανάγκης της βοήθειας της πολιτείας. Επομένως αυτό παρατηρείται και στην περίπτωσης που επισημάνατε. Να κρύβεται το κράτος πίσω από την αδυναμία οργάνωσης των υπηρεσιών του, αλλά το τελικό αποτέλεσμα να είναι είτε τα παιδιά να μην πηγαίνουν στο σχολείο, είτε να πηγαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο θα μπορούσαν να εξεύρουν σε τοπική βάση. Η επιστημονικά τεκμηριωμένη εκτίμησή μας πλέον είναι ότι θα ενισχυθεί περισσότερο η εγκατάλειψη του σχολείου από παιδιά και αυτό θα είναι ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα αυτής της πολιτικής. Εδώ είναι που όλοι μαζί πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας για να τα αποτρέψουμε. ‘Όλα αυτά τα προβλήματα που είπαμε τα προσδιορίσαμε στο επίπεδο της προσχολικής και της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, γιατί δεν είναι σοβαρό πρόβλημα ότι με το τελευταίο νομοθέτημα μετατρέπουμε το λύκειο σε ένα διαρκές εξεταστικό ναρκοπέδιο, όπου σε κάθε τάξη το παιδί, από την πρώτη τάξη του λυκείου μέχρι την Τρίτη, για να προαχθεί στην επόμενη θα εξετάζεται με θέματα τα οποία θα ορίζονται κατά το ήμισυ από κεντρική τράπεζα θεμάτων; Αυτό δυσκολεύει ή δεν δυσκολεύει την προαγωγή των παιδιών από τάξη σε τάξη και αυξάνει ή δεν αυξάνει την εξώθηση των παιδιών προς την τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση; Επομένως αυτά τα προβλήματα σημαίνουν μεγαλύτερη αμορφωσιά, λιγότερη γενική παιδεία και μόρφωση για όλα τα παιδιά και ένα λύκειο το οποίο μετατρέπεται σταδιακά σε λύκειο των λίγων για να οδηγήσει μετά στο πανεπιστήμιο των λιγότερων. Αυτοί οι λίγοι και οι λιγότεροι θα προέρχονται κατά βάση από τα προνομιούχα στρώματα και ιδιαίτερα από κείνες τις οικογένειες που μπορούν να ανταπεξέλθουν σε έναν μακροχρόνιο και σκληρό ανταγωνισμό σε αντίθεση με εκείνες τις οικογένειες που πλήττονται από την κρίση και την ανεργία και δεν έχουν την δυνατότητα να αναζητήσουν ή να εξασφαλίσουν άλλου είδους βοηθήματα. Πρόκειται για ένα νομοθέτημα που αυξάνει την αμορφωσιά, την διαρροή από το λύκειο και ενισχύει τα φροντιστήρια. Αν δει κανείς την άλλη εναλλακτική που προσφέρει το σύστημα, δηλαδή τα επαγγελματικά λύκεια και τις λεγόμενες σχολές επαγγελματικής κατάρτισης, διαπιστώνει το εξής περίεργο, από τις μεν ειδικότητες που μέχρι πρόσφατα προσφέρονταν στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, το υπουργείο φρόντισε να πετάξει στην ιδιωτική πρωτοβουλία εκείνες που ήταν πιο περιζήτητες και είχαν την πιο μεγάλη συμμετοχή παιδιών, όπως τις γραφικές τέχνες και ιατρικά επαγγέλματα. Με την ιδιομορφία μάλιστα ότι είναι δύο τομείς, στους οποίους προσέφευγαν και προετοιμάζονταν επαγγελματικά κυρίως οι γυναίκες, οι οποίες πλήττονται από αυτήν την ρύθμιση. Πλέον τα παιδιά που φοιτούν εκεί δεν μπορούν να βρουν την ειδικότητα στην οποία φοιτούσαν, την αναζητούν έτσι πλέον στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Από την άλλη πλευρά να δει κανείς την ρύθμιση για τις λεγόμενες σχολές επαγγελματικής κατάρτισης που τώρα δημιουργούνται κανείς δεν ξέρει αν είναι κάτι το αναγνωρισμένο ή το ανεπίσημο. Το ίδιο το υπουργείο δεν κατατάσσει αυτές τις σχολές σε αυτό που ονομάζουμε τυπική εκπαίδευση. Υποχρεώνει το κράτος τα παιδιά που τελειώνουν το γυμνάσιο να κάνουν αυτή την κρίσιμη επιλογή και ουσιαστικά τα σπρώχνει προς τις σχολές αυτές γιατί βρίσκουν μπροστά τους ένα λύκειο που δεν είναι προσβάσιμο γι’ αυτά. Επιλέγοντας λοιπόν αυτές τις σχολές, θα παίρνουν πρόχειρη, αποσπασματική και μη έγκυρη γνώση και στη συνέχεια θα εξωθούνται στην λεγόμενη μαθητεία, δηλαδή θα πηγαίνουν σε εργοδότες για να συμπληρώσουν την μόρφωση τους, κάτω από συνθήκες που δεν έχουν ξεκαθαριστεί και θα είναι μάλλον υπέρ του συμφέροντος των εργοδοτών.
Ο εκπαιδευτικός σχεδιασμός έρχεται απ’ έξω και δεν γνωρίζει τις ανάγκες της ελληνικής πραγματικότητας
ΠτΘ: Έχουμε δει ότι φέτος ο συνολικός αριθμός των αποσπασμένων εκπαιδευτικών ήταν κατά 72% μικρότερος σε σχέση με πέρυσι, ενώ η τύχη των 1700 ενστάσεων που έχουν κατατεθεί αγνοείται. Βλέπουμε δε και περιπτώσεις εκπαιδευτικών με οικογένειες και παιδιά από την Αθήνα για παράδειγμα να τους στέλνουν εδώ στην Κομοτηνή και αντίστροφα, με αποτέλεσμα να έχουμε μέχρι και παραιτήσεις. Την ίδια ώρα δε βλέπουμε πολλές κενές θέσεις στα σχολεία, και στην Ροδόπη συγκεκριμένα με αποτέλεσμα σε περίπτωση κωλύματος ενός αριθμού καθηγητών την ίδια ημέρα, λόγω της έλλειψης αναπληρωτών το σύστημα θα παραλύσει.
Π.Χ.: Και σε αυτή τη περίπτωση θα ήθελα να πω ότι πρόκειται για ένα σχεδιασμό ο οποίος έρχεται από έξω και δεν γνωρίζει τις ανάγκες της ελληνικής πραγματικότητας. Πρώτα απ’ όλα κατηγορείται το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα για μεγάλο αριθμό εκπαιδευτικών, κάτι που δεν το συναντάμε σε άλλες χώρες. Εγώ θα έλεγα ότι η αναλογία που είναι κάπως πιο πάνω από άλλες χώρες της Ευρώπης, βασίζεται ακριβώς στην ελληνική ιδιαιτερότητα. Όταν έχεις μικρά νησιά διάσπαρτα στο Ιόνιο, όταν έχεις απομονωμένες γεωγραφικά περιοχές λόγω του κάθετου διαμελισμού της χώρας, είναι επόμενο ότι οδηγούμαστε σε ολιγομελή σχολεία και πολλές φορές δυσπρόσιτα και ολιγοθέσια. Και αυτό βέβαια σημαίνει ότι χρειάζεσαι και περισσότερο προσωπικό. Δεν μπορούμε εμείς να θυσιάσουμε τη μόρφωση των παιδιών της περιφέρειας ή των νησιών, επειδή έτυχε να γεννηθούν και να ζουν σε έναν τόπο μακρινό. Ίσα ίσα περιοχές που βρίσκονται σε δυσπρόσιτα μέρη και είναι στην περιφέρεια της χώρας και κοντά στα σύνορα, πρέπει να στηρίζονται περισσότερο από ότι οι άλλες. Και με αυτή τη λογική εμείς κάνουμε τον δικό μας σχεδιασμό. Δεύτερον πρέπει να τονίσουμε ότι η διαχείριση όλου του προβλήματος σχετικά με το εκπαιδευτικό προσωπικό χωλαίνει ανεπανόρθωτα. Οι εκπαιδευτικοί έχουν μεταβληθεί σε απλά νούμερα τα οποία πρέπει να πειθαρχήσουν στον σχεδιασμό που έχει κάνει η τρόικα και τα μνημόνια. Αυτό εμείς δεν μπορούμε να το ανεχθούμε. Δεν ανεχόμαστε άνθρωποι οι οποίοι δεν γνωρίζουν καν πώς θα έπρεπε να λειτουργήσει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, οι οποίοι δεν έχουν και κανέναν λόγο να ενδιαφέρονται γι’ αυτό παρά μόνο για το πώς θα ικανοποιήσουν τους στόχους τους ποσοτικούς, να ορίζουν τα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Έχουμε σε όλο αυτό το διάστημα διαθεσιμότητες, πλεονάσματα εικονικά τα οποία δημιούργησε η κρατική πολιτική και τελικά απολύσεις. Έχουμε υποχρεωτικές μετακινήσεις από την δευτεροβάθμια στην πρωτοβάθμια, έχουμε υποχρεωτικές μετακινήσεις εκτός έδρας, σε άλλο νομό, πολλές φορές σε άλλη περιφέρεια. Όλα αυτά έχουν δημιουργήσει τόσο σοβαρά προβλήματα δυσλειτουργίας στο ελληνικό σχολείο και είναι ανεμενόμενο να υπάρξουν σοβαρότατες επιπτώσεις. Είχαμε πρόσφατα ένα διεθνές συνέδριο στην Αθήνα, με αντικείμενο πως μπορούν να αξιοποιηθούν οι νέες τεχνολογίες για να περιοριστεί το φαινόμενο της σχολικής εγκατάλειψης. Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική εισήγηση παρουσίασε το πρόβλημα της σχολικής εγκατάλειψης σε όλες τις χώρες τις Ευρώπης, όπου είναι όντως ένα εκρηκτικό πρόβλημα. Ήδη από τον Νοέμβριο του 2011 η Ε.Ε. τόνισε με μεγάλη ανησυχία ότι είναι υψηλοί οι δείκτες διαρροής σε όλη την Ευρώπη και δεν μπορούν να πληρωθούν οι όροι και οι στοχεύσεις που είχαν θέσει ούτε καν για το 2020. Επομένως εδώ φαίνεται πως χρειάζεται μια άλλη πολιτική. Και ιδιαίτερα τα προβλήματα είναι οξυμένα σε χώρες όπως είναι η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ελλάδα και αναμένεται να οξυνθούν, όχι αναμένεται, είναι βέβαιο και εδώ δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός αντιμετώπισης. Ακόμα και το πιο στοιχειώδες, δηλαδή να μελετήσουμε πώς έχει προχωρήσει και εξελιχθεί το πρόβλημα της σχολικής διαρροής αγνοείται από το υπουργείο διότι όλες οι ερευνητικές δομές και υπηρεσίες έχουν καταργηθεί. Δεν υπάρχει το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, δεν υπάρχει το Κέντρο Εκπαιδευτικής Ερευνας και δεν έχει ανατεθεί καμία έρευνα σε κανέναν φορέα επιστημονικό για να μελετήσει αυτό το πρώτο και βασικό πρόβλημα. Πώς θα προχωρήσουμε λοιπόν και πώς θα αντιμετωπίσουμε αυτές τις συνέπειες που ανέφερα πριν;
«Οδεύουμε προς πλήρη ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης»
ΠτΘ κ.Χαραμή θα ήθελα ένα σχόλιο όσον αφορά στην κατάσταση στο χώρο των πανεπιστημίων. Βλέπουμε τα μεγαλύτερα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας να κλείνουν το ένα μετά το άλλο. Είχαμε τη Σύνοδο των Πρυτάνεων οι οποίοι βγαίνουν και λένε ότι πλέον αδυνατούν να μείνουν ανοιχτά τα ιδρύματα και αναστέλλουν τη λειτουργία τους. Και εδώ στην περιοχή, το Δημοκρίτειο φυσικά είναι ένα πανεπιστήμιο το οποίο ναι μεν δεν πλήττεται τώρα όσον αφορά στις διαθεσιμότητες, τουλάχιστον βάσει της αρχικής λίστας, είναι ωστόσο ένα πανεπιστήμιο με πάρα πολλά προβλήματα. Αδυναμία πλέον υπάρχει και σ’ ό,τι αφορά τη σίτιση των μαθητών, στις εστίες, στη στέγασή τους, σε πάρα πολλούς τομείς…
Π.Χ.: Κοιτάξτε είναι εύλογο να αναμένει κανείς ότι αυτή η πολιτική θα ξεσπάσει κυριολεκτικά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και αυτό γιατί ο χώρος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, προσθέτω και της έρευνας, έχει συνδεθεί με τα μεγάλα συμφέροντα και επιχειρείται διεθνώς αλλά και στη χώρα μας το πανεπιστήμιο να μην υπηρετεί πλέον αυτό που όσο μπορούσε και σ’ όποιο βαθμό υπηρετούσε, δηλαδή τη συνολική αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής κοινωνίας, αλλά να στραφεί κυρίως στο να εξυπηρετεί τους άμεσους στόχους και τις επιδιώξεις των μεγάλων επιχειρήσεων. Αυτό είχε ξεκινήσει εάν θυμόσαστε με την υπόθεση του Άρθρου 16 του Συντάγματος και με την προσπάθεια που είχε γίνει τότε, η οποία ευτυχώς ματαιώθηκε από ένα πανεκπαιδευτικό κίνημα αντίστοιχο με το σημερινό, να αλλάξει και να επιτραπεί η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων. Βεβαίως τώρα έχουμε μια δεύτερη επίθεση η οποία χτυπά ταυτόχρονα και το δημόσιο χαρακτήρα των πανεπιστημίων αλλά και έμμεσα προσπαθεί να συρρικνώσει και να εμποδίσει τη λειτουργία τους, την αποτελεσματική τους λειτουργία, ώστε να ανοίξει το δρόμο πάλι προς την ιδιωτική πρωτοβουλία. Και εδώ έχουμε αυτό το σχέδιο που συνολικά η νεοφιλελεύθερη ατζέντα προσπαθεί να περάσει από παντού, δηλαδή να πατήσουμε σε υπαρκτά προβλήματα της εκπαίδευσης και αξιοποιώντας αυτά να πείσουμε ότι η ευθύνη και η αιτία της δυσλειτουργίας είναι ακριβώς στο δημόσιο χαρακτήρα και να έρθει μετά ο ιδιωτικός τομέας να προετοιμάσει μια τόσο καταστροφική εξέλιξη για τα πράγματα ώστε να φανεί άμεσα και καθοριστικά πόσο ύπουλη και πόσο αντιεθνική και καταστροφική ήταν αυτή η πολιτική. Πιστεύω λοιπόν εδώ ότι για να στηρίξουμε την τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει πρώτα απ’ όλα να κατανοήσουμε την φύση των προβλημάτων, να κατανοήσουμε τις επιδιώξεις των μεγάλων συμφερόντων που συνδέονται με το πανεπιστήμιο και με την έρευνα και να αναζητήσουμε εκείνους τους τρόπους οι οποίοι θα περιορίσουν τα προηγούμενα προβλήματα και τις προηγούμενες παθογένειες και θα αναζητήσουν πραγματικά λύσεις προς όφελος του τόπου και όχι προς όφελος των επιχειρήσεων.
ΠτΘ: Οδεύουμε λοιπόν προς την πλήρη ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης…
Π.Χ: Και όλων των τομέων ουσιαστικά που καλύπτονται από το λεγόμενο κράτος πρόνοιας
«Δεν μπορεί πλέον να ανεχόμαστε ως κοινωνία τα δυο μείζονα αγαθά, υγεία και παιδεία, να είναι στο περιθώριο»
ΠτΘ: Κάθε Σεπτέμβρη παρουσιάζει το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ μία έρευνα, σύμφωνα με την οποία το 33% εδώ της περιοχής μας ζούνε κάτω από τα όρια της φτώχειας. Δεν θα μιλήσουμε για τον Βόρειο Έβρο ή την Ορεινή Ροδόπη, όπου τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Αυτό σημαίνει ότι αν δεν έχουμε λεφτά θα πεθάνουμε ή δε θα μπορέσουμε να προσφέρουμε στα παιδιά μας μόρφωση ή εν γένει δεν θα μπορούμε να έχουμε ένα καλό επίπεδο διαβίωσης.
Π.Χ.: Θα πω καταρχάς ότι οι έρευνες που έχουνε γίνει για τα ποσοστά φτώχειας κλπ καταρχάς στερούνται των επαρκών κριτηρίων. Ουσιαστικά και οι δείκτες φτώχειας και οι δείκτες ανεργίας είναι υψηλότεροι, αλλά δεν έχουν προσαρμοστεί ακόμη τα δεδομένα της έρευνας ώστε να αναδείξουν σε όλο το εύρος το πρόβλημα. Το δεύτερο που έχω να πω είναι ότι ενώ το ποσοστό της φτώχειας είναι στο επίπεδο που είπατε, όταν εξετάζουμε τα παιδιά που ζούνε σε καθεστώς φτώχειας είναι υψηλότερο και αυτό διότι συνήθως οι οικογένειες που ζούνε σε σκληρότερες συνθήκες κάνουν και περισσότερα παιδιά και έχουμε αυτήν την αυξημένη διάσταση του προβλήματος. Σίγουρο είναι όμως ότι δεν μπορεί πλέον να ανεχόμαστε ως κοινωνία τα δυο μείζονα αγαθά που έχει δημιουργήσει αυτή η κοινωνία και άμα θέλετε και όλος ο σύγχρονος πολιτισμός, την υγεία και την παιδεία, να τα έχουμε στο περιθώριο ή να είναι ως στοιχειώδη εν ανεπαρκεία αγαθά για το μεγαλύτερο μέρος του παιδικού μας και του νεανικού μας πληθυσμού. Εδώ λοιπόν είναι πραγματικό έγκλημα να συνεχιστεί αυτή η πολιτική και γι’ αυτό εμείς θα θέλαμε να δεσμευτούμε ότι τομείς όπως υγεία, παιδεία και επίσης περιβάλλον, ενημέρωση, νερό, ενέργεια, όλα αυτά θα τα διατηρήσουμε, ως δημόσια αγαθά, εξασφαλίζοντας παράλληλα και εκείνους τους όρους που θα κάνουνε τη λειτουργία τους πιο αποτελεσματική για το λαό και με λιγότερο κόστος.
«Το ίδιο το σχολείο, επιτέλους, θα πρέπει να αποτελέσει κύτταρο δημοκρατίας»
ΠτΘ: κ.Χαραμή θα ήθελα να κλείσουμε με την Χρυσή Αυγή. Θα ήθελα καταρχάς την τοποθέτησή σας, το σχόλιό σας για όλο αυτό το «τσίρκο» που ζούμε αυτές τις μέρες, μετά την δολοφονία του Παύλου Φύσσα και γενικά όλο το χειρισμό της υπόθεσης αυτής από την κυβέρνηση και δεύτερον σ’ ότι αφορά μία δήλωσή σας στο «Έθνος» στην οποία είπατε μεταξύ άλλων ότι σε μεγάλες πόλεις της χώρας έχουν καταγραφεί κρούσματα εκφοβισμών και απειλών τόσο ως προς τα παιδιά μεταναστών ή παιδιά με διαφορετικές απόψεις από εξωσχολικά στοιχεία ή ακόμη και ανήλικους μαθητές που πρόσκεινται στη ΧΑ. Υφίστανται όντως τέτοια φαινόμενα στη χώρα μας;
Π.Χ.: Να ξεκινήσω από το δεύτερο. Αν δει κανείς συνολικά το ελληνικό σύστημα και την ελληνική νεολαία θα έλεγε ότι τα ποσοστά των παιδιών που έχουν ασπαστεί, που έχουν αποδεχθεί, τη Χρυσή Αυγή δεν είναι μεγάλα. Δηλαδή μπορεί η ελληνική κοινωνία να είναι κατάλληλα θωρακισμένη και ιδεολογικά και σε ό,τι αφορά τις επιλογές και τις προτεραιότητές της έτσι που να απομονώνει αυτού του είδους τα φαινόμενα, όμως, ναι, υπάρχουν σχολεία στα οποία έχουν διαμορφωθεί τέτοιοι όροι και συνθήκες που συναντάμε πυρήνες ολιγομελείς παιδιών που αποδέχονται ή συνεργάζονται άμεσα τη Χρυσή Αυγή. Γενικότερα θα έλεγε κανείς ότι τέτοιες αντιλήψεις ακραίες, αυταρχικές και πολλές φορές νεοναζιστικού τύπου βρίσκουν έδαφος να καλλιεργηθούν ακριβώς επειδή υπάρχει συγκεκριμένη κατάσταση και ουσιαστικά οι νέοι μας ζουν χωρίς προοπτική, χωρίς οράματα, χωρίς ιδανικά, κάτω από τη σκληρή αυτή και αδήριτη πραγματικότητα της πολιτικής των μνημονίων. Όμως και εδώ υπάρχει έδαφος για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο και το δυστύχημα είναι ότι η ίδια η πολιτεία αδιαφορεί. Πολλές φορές στον τομέα της παιδείας έχουν γίνει νύξεις και δημοσίως και στη Βουλή ακόμη για το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής και την επίδραση που επιχειρεί να ασκήσει στα σχολεία. Η απάντηση της πολιτείας ήταν ότι θα ιδρύσει ένα παρατηρητήριο για την αντιμετώπιση των φαινομένων βίας στα σχολεία, αλλά δεν είναι όλες οι μορφές βίας ίδιες, Εδώ έχουμε μια μορφή βίας που επιδιώκει τη νομιμοποίησή της μέσα από ένα κόμμα το οποίο βρίσκεται και στη Βουλή και αυτού του είδους η νομιμοποίηση κάνει τη βία πολλαπλάσια πιο αποτελεσματική. Εδώ λοιπόν χρειάζονται πιο συγκεκριμένες πολιτικές από το υπουργείο Παιδείας. Και κάτι άλλο. Πρέπει η ίδια η γνώση να θωρακίσει τη νέα γενιά και πολλές φορές αυτή η γνώση που χρειάζεται για να τη θωρακίσει δεν διδάσκεται στο σχολείο ή διδάσκεται στο περιθώριο. Τα παιδιά ακόμη και τα πιο φοβερά εγκλήματα στο παρελθόν, όπως το Ολοκαύτωμα, δεν τα διδάσκονται είτε γιατί είναι στο τέλος του βιβλίου και δεν προφταίνουν να εξαντλήσουν την ύλη είτε γιατί κάποια σχολικά βιβλία τα περιγράφουν απλά με λίγες λεπτομέρειες στο περιθώριο των βιβλίων ή σε μια λεζάντα φωτογραφίας. Εδώ πρέπει να υπάρξει συνολική επανεξέταση αυτών των διαδικασιών και μεθόδων ώστε και οι εκπαιδευτικοί να στηριχθούν και να εμπλουτισθούν οι πρακτικές τους. Θυμούμαι το συνέδριο που οργάνωσε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Τμήμα Ιστορίας, με αντικείμενο πώς διδάσκεται η εμπειρία του φασισμού στα σχολεία, το πόρισμα του οποίου θα έπρεπε να μεταφερθεί σε όλα τα σχολεία. Τέλος το ίδιο το σχολείο επιτέλους θα πρέπει να αποτελέσει κύτταρο δημοκρατίας. Αν τα παιδιά συμμετέχουν δημιουργικά και ισότιμα σε ένα σχολικό περιβάλλον το οποίο σέβεται την προσωπικότητά τους, ζητά την συμμετοχή τους και προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματά τους τότε μαθαίνουν να σέβονται τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων, γιατί τα δικαιώματα είναι ενιαία και αδιαίρετα και έτσι βιώνοντας τα παιδιά τη δημοκρατία στο σχολείο, πράγμα που το έχουν ανάγκη περισσότερο από κάθε τι δεν θα έχουν καμία διάθεση για κανενός είδους ολοκληρωτισμό και βία.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
