Όταν το Ευρωκοινοβούλιο αλληθωρίζει προς την Ακροδεξιά

24.10.2019 19:03

Toυ Δημήτρη Μακροδημόπουλου, (E-mail: [email protected])

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 2009 να καθιερώσει την 23η Αυγούστου ημέρα εξίσωσης του φασισμού και του ναζισμού με τον κομμουνισμό, καθώς και η πρόσφατη απόφασή του να αποδώσει εξ ίσου τις ευθύνες για την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, επικαλούμενο το Σύμφωνο Μολότοφ–Ρίμπεντροφ, αποσκοπεί κατ’ αρχήν να αποπροσανατολίσει τους ευρωπαίους από την αδυναμία του καπιταλισμού να λειτουργήσει ανθρώπινα χωρίς τα όρια που του επέβαλε στην άσκηση της κοινωνικής πολιτικής το αντίπαλο δέος του κομμουνισμού, πριν τη διάλυση της ΕΣΣΔ.
 
Γι’ αυτό ο Ulrich Beck υποστήριζε ότι «το κοινωνικό κράτος –στη Δύση– είναι νόθο τέκνο του κομμουνισμού, γεννημένο από τον φόβο απέναντί του». Γι’ αυτό και ανακαλείται βαθμιαία με τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Αλλά και ο Eric Hobsbawm στην «Εποχή των άκρων» διαπιστώνει ότι: «Τα πιο διαρκή αποτελέσματα της Οκτωβριανής Επανάστασης, επιδίωξη της οποίας ήταν η ανατροπή του καπιταλισμού, συνίστανται στη διάσωση του ανταγωνιστή της τόσο στην περίοδο του πολέμου όσο και της ειρήνης». Διότι χωρίς τη νίκη της ΕΣΣΔ επί του Χίτλερ «ο Δυτικός κόσμος», συνεχίζει ο Hobsbawm, «πιθανότατα θ’ αποτελούνταν σήμερα από μια σειρά παραλλαγών αυταρχικών και φασιστικών καθεστώτων». Ειδικότερα, στην περίοδο της ειρήνης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, «τον ανάγκασε να αυτομεταρρυθμιστεί για ν’ ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της συστημικής αντιπαράθεσης καπιταλισμού-σοσιαλισμού».
 
Με άλλα λόγια, η εξαφάνιση του σοβιετικού μπλοκ επιφέρει και την εξαφάνιση του δυτικοευρωπαϊκού σοσιαλδημοκρατικού κράτους πρόνοιας, διότι είχε οικοδομηθεί από τον φόβο της σύγκρισης μαζί του. Το καπιταλιστικό σύστημα είναι διατεθειμένο να κάνει σημαντικές παραχωρήσεις στους εργαζόμενους και τους φτωχούς μόνον όταν υπάρχει η σοβαρή απειλή μιας εναλλακτικής λύσης, ενός διαφορετικού τρόπου παραγωγής, ο οποίος υπόσχεται στους εργαζόμενους τα δικαιώματά τους. Για να διατηρήσει τη νομιμοποίησή του, ο καπιταλισμός είναι υποχρεωμένος να δείχνει ότι μπορεί να λειτουργεί καλύτερα απ’ ό,τι η εναλλακτική λύση, ακόμη και για τους εργάτες και τους φτωχούς, αλλά από τη στιγμή που αυτή η εναλλακτική λύση εξαφανίζεται, δεν έχει λόγους να μην ανακαλέσει τις παραχωρήσεις προς τους εργαζόμενους, όπως συμβαίνει μετά το 1989.
 
Όμως, ό,τι και αν πιστεύει κανείς για την ΕΣΣΔ, ακόμη και αν ασπάζεται τις χειρότερες εκδοχές, δεν μπορεί να εθελοτυφλεί, όπως το Ευρωκοινοβούλιο, και να αρνείται την πραγματικότητα που βιώσαμε: Όσο υπήρχε δηλαδή το αντίπαλο δέος η ευημερία ανθούσε στην Ευρώπη, ενώ η εξαφάνισή του συμπαρασύρει έκτοτε τα πάντα. Οι διαπιστώσεις βέβαια δεν περιορίζονται στην κοινωνική πολιτική. Διότι αμέσως με τη διάλυση της ΕΣΣΔ άρχισαν οι πόλεμοι, κατ’ αρχήν με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου κατά του Σαντάμ, οι οποίοι έκτοτε πολλαπλασιάστηκαν με άμεση συνέπεια τις ατέλειωτες προσφυγικές ροές που αποκαλύπτουν και το δήθεν ουμανιστικό πρόσωπο της Ευρώπης. Συνέβαιναν όλα αυτά πριν τη διάλυση της ΕΣΣΔ; Η σημαντικότερη ίσως διαπίστωση αφορά τον τρόπο διάλυσης του Συμφώνου της Βαρσοβίας, αλλά και της ΕΣΣΔ και της πτώσης  των κομμουνιστικών καθεστώτων στα ανατολικά κράτη. Υπάρχει ιστορικό προηγούμενο, καθεστώτα που ελέγχουν τη δικαιοσύνη και τις ένοπλες δυνάμεις να παραδίνονται αμαχητί και να θεωρούνται ολοκληρωτικά;
 
Ας μην ξεχνάμε ότι ο φασισμός και ο ναζισμός αποτελούν πολιτικές εκφάνσεις των κρίσεων του καπιταλισμού, όπως εν προκειμένω του μεσοπολέμου, και τα αίτιά τους θα πρέπει να αναζητηθούν στη λειτουργία του καπιταλισμού στα κράτη της Δυτικής Ευρώπης, η οποία συνεχίζει να υποθάλπει τον ναζισμό κάθε φορά που υπηρετεί τις επιδιώξεις της, όπως απέδειξε η υποστήριξη του ναζιστικού ένοπλου «Δεξιού Τομέα» στην Ουκρανία, προκειμένου να καταλυθεί πραξικοπηματικά η εξουσία του εκλεγμένου προέδρου Γιαννουκόβιτς.
 
Όμως, το ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου παραποιεί την ιστορία. Αποσιωπά κατ’ αρχήν ότι από το Μάρτη μέχρι τον Αύγουστο του 1939 έγιναν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη Βρετανία, στη Γαλλία  και στη Σοβιετική Ένωση για τη συνασπισμένη αντιμετώπιση του ναζισμού χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Η Σοβιετική Ένωση αφέθηκε μόνη της τη στιγμή που η Βρετανία προσπαθούσε να περισώσει την αυτοκρατορία της και να αρπάξει όσες αποικίες μπορούσε από τους άλλους (Συρία, Λίβανο, Ιράκ). Ο ίδιος ο Στάλιν στον λόγο του στις 3/7/1941 είχε πει για το Σύμφωνο: «Τι κερδίσαμε όταν κλείσαμε το σύμφωνο της μη επίθεσης με τη Γερμανία; Εξασφαλίσαμε για ενάμιση χρόνο ειρήνη και τη δυνατότητα να προετοιμάσουμε τις δυνάμεις μας για αντίσταση, αν τυχόν η φασιστική Γερμανία, παρά την ύπαρξη του συμφώνου, αποτολμούσε να επιτεθεί στη χώρα μας. Αυτό είναι συγκεκριμένο κέρδος για εμάς και απώλεια για τη Γερμανία».
 
Ο ιστορικός Νίκος Ψυρούκης υποστηρίζει ότι «το σοβιετογερμανικό σύμφωνο μη επίθεσης αποτελούσε άμεση συνέπεια της πολιτικής “της ύφεσης και μη επέμβασης” των δυτικών δυνάμεων, της πολιτικής του “Μονάχου” και της έμπρακτης εφαρμογής του». Εκείνο που θα πρέπει να προσθέσει ο γράφων είναι ότι ποτέ ιστορικά οι πόλεμοι δεν είχαν ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο, αλλά πάντα οικονομικό. Αυτό αποδεικνύει και η σύγκρουση Ουάσινγκτον-Μόσχας που συνεχίζεται αμείωτη και σήμερα παρά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου.
 
 

Αλεξανδρούπολη 29-9-2019


ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine