«Η τεχνη θελει επιμονη»: Ο Νικος Καμπασελε «ξετυλιγει» τον κοσμο του κομικ
Σε μια εποχή κατά τη διάρκεια της οποίας η εικόνα παράγεται και καταναλώνεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ο κόσμος των κόμικς μοιάζει να αντιστέκεται σιωπηλά. Ο Νίκος Καμπασελέ, ένας καλλιτέχνης που επιλέγει να δημιουργεί μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα, στη Θράκη, υπενθυμίζει ότι πίσω από κάθε σελίδα κρύβονται ώρες, μέρες, ακόμη και χρόνια δουλειάς.
Μέσα από την έκθεση με τα κόμικς του, που παρουσιάστηκε στον Πολυχώρο Τέχνης και Σκέψης «Οικία Μάνου Χατζιδάκι» στην Ξάνθη και την εκδήλωση παρουσίασης των κόμικς του, που έγινε στον ίδιο χώρο στις 4 Μαΐου, δεν παρουσίασε απλώς ολοκληρωμένα έργα, αλλά άνοιξε στο κοινό τη διαδικασία της δημιουργίας: από το πρώτο σκίτσο μέχρι την τελική εκτύπωση.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί μιλά για τη θέση των ελληνικών κόμικς στον διεθνή χάρτη, τις δυσκολίες της καλλιτεχνικής ζωής στην περιφέρεια, αλλά και για τη βαθύτερη ανάγκη της τέχνης να αφηγείται ιστορίες που ξεπερνούν τον χρόνο –ακόμη κι όταν ο κόσμος γύρω μας επιμένει να επιταχύνει.
Νίκος Καμπασελέ, «Οι δημιουργοί, μεταξύ μας, έχουμε πολύ φιλικές σχέσεις. Δεν υπάρχει το κλίμα του ανταγωνισμού που ενδεχομένως παρατηρείται σε άλλους καλλιτεχνικούς τομείς»
Χ.Κ.: Πόσο «ορατή» πιστεύετε ότι είναι σήμερα η δουλειά πίσω από το τελικό αποτέλεσμα για το ελληνικό κοινό;
Ν.Κ.: Η αλήθεια είναι ότι πρέπει να ασχοληθεί κάποιος για να το καταλάβει. Βέβαια, επειδή ζούμε σε μία εποχή που όλα μοιάζουν να «τρέχουν» πάρα πολύ γρήγορα, αυτό ίσως δίνει την εντύπωση ότι η ζωγραφική είναι κάτι που γίνεται εύκολα και γρήγορα. Όταν κάποιος θέλει να παρουσιάσει τη δουλειά του, το κάνει με τα λεγόμενα spit paints (βιντεάκια), που δείχνουν συμπυκνωμένες πολλές ώρες σχεδίου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Προστίθενται φυσικά και οι εικόνες, που δημιουργούνται μέσω τεχνητής νοημοσύνης. Η πραγματικότητα είναι ότι η ζωγραφική, και το κόμικ ειδικότερα, είναι κάτι το οποίο παίρνει πολύ χρόνο για να γίνει, αρκεί να σκεφτεί κάποιος πως, για να γίνει μία σελίδα, χρειάζεται περίπου δύο έως τρεις ημέρες δουλειά. Ο κάθε δημιουργός έχει τους δικούς του χρόνους ανάλογα με την εμπειρία και το ζωγραφικό στυλ που επιλέγει.
Στην έκθεση, όπου παρουσιάστηκαν τα δικά μου έργα, επιχειρήσαμε να δείξουμε τη διαδικασία ως εξής: παρουσιάσαμε κάποιες σελίδες οι οποίες είναι ασπρόμαυρες, δίπλα δείξαμε το πώς φαίνονται χρωματισμένες στο βιβλίο και δίπλα –από την άλλη πλευρά– πώς ήταν το προσχέδιο της κάθε σελίδας.
Χ.Κ.: Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει ένας Έλληνας δημιουργός σήμερα στην επαρχία;
Ν.Κ.: Για εμένα, το πιο δύσκολο είναι ότι δεν υπάρχουν ίσως πάρα πολλές διοργανώσεις κόμικς, και συγκεκριμένα στη Θράκη εν προκειμένω. Κάθε φορά που γίνεται ένα φεστιβάλ κόμικς ή μία παρουσίαση, θα πρέπει να ταξιδέψω, ώστε να καταφέρω να το παρακολουθήσω. Το καλό, βέβαια, είναι ότι είμαστε μία σχετικά μικρή χώρα, οπότε όλοι οι άνθρωποι που ασχολούμαστε επαγγελματικά με τα κόμικς γνωρίζουμε, σε γενικές γραμμές, ο ένας τη δουλειά του άλλου. Επίσης, υπάρχει ένα πολύ καλό κλίμα, μιας και είναι ένα είδος ζωγραφικής που απευθύνεται άμεσα στο κοινό –ο οποιοσδήποτε μπορεί να το αγοράσει, είναι προσιτό στην τιμή και μπορεί να το διαβάσει με ευκολία. Οι δημιουργοί, μεταξύ μας, έχουμε πολύ φιλικές σχέσεις. Δεν υπάρχει το κλίμα του ανταγωνισμού που ενδεχομένως παρατηρείται σε άλλους καλλιτεχνικούς τομείς.

«Μέσα στην ευρωπαϊκή σκηνή των κόμικς, η Ελλάδα έχει μία εντελώς δική της δυναμική»
Χ.Κ.: Πώς αξιολογείτε τη θέση της Ελλάδας στον διεθνή χάρτη των κόμικς σήμερα; Υπάρχουν προοπτικές εξωστρέφειας για τους Έλληνες δημιουργούς;
Ν.Κ.: Η ευκολία με το κόμικ είναι ότι δεν περιορίζει αναφορικά με τον τόπο που πρέπει να μένει κάποιος. Σίγουρα διευκολύνει πολύ κάποιον που μένει σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο, όσον αφορά τις μετακινήσεις, τις γνωριμίες, τα πράγματα που βλέπει, αλλά δεν είναι περιοριστικό. Πρόκειται για μία μορφή τέχνης, την οποία μπορεί κάποιος να δουλεύει και από απόσταση.
Γενικά το ευρωπαϊκό κόμικ έχει έναν δικό του χαρακτήρα, ειδικά αν το συγκρίνουμε με το αμερικανικό, που εστιάζει κυρίως στους σούπερ ήρωες ή με το ασιατικό. Το ευρωπαϊκό κόμικ, λοιπόν, εστιάζει στη διαφορετική ματιά του κάθε δημιουργού. Έτσι, έχουμε αυτήν την τύχη ακριβώς, επειδή είμαστε σε αυτήν την ευρωπαϊκή σκηνή των κόμικς. Στην Ελλάδα τα κόμικς γνωρίζουν μία μεγάλη άνθιση τα τελευταία χρόνια –έχουμε και μεγαλύτερη αυτονομία ως δημιουργοί, όσον αφορά τις ιστορίες και το σχέδιο. Μέσα στην ευρωπαϊκή σκηνή των κόμικς, η Ελλάδα έχει μία εντελώς δική της δυναμική. Είμαι πολύ χαρούμενος που συμμετέχω κι εγώ σε αυτή.
Χ.Κ.: Το έργο σας αντλεί από τη βυζαντινή ιστορία αλλά και την επιστημονική φαντασία. Πρόκειται για μια καλλιτεχνική επιλογή ή και για ένα σχόλιο πάνω στη σύγχρονη ελληνική ταυτότητα;
Ν.Κ.: Είναι ταυτόχρονα ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας, επειδή στην ίδια την αφήγηση γίνεται λόγος για το πώς εξελίσσονται οι άνθρωποι μέσα από τα «πιστεύω» τους και πώς μπορούν, είτε να παγιδευτούν μέσα σε αυτά είτε να ανυψωθούν μέσα από αυτά, λειτουργώντας αρνητικά, μα και θετικά, ανάλογα με τον τρόπο διαχείρισης από τους ήρωες της ιστορίας. Από την άλλη, ήθελα να εξερευνήσω εικαστικές πλευρές που δεν είχα δει να έχουν εξερευνηθεί, τουλάχιστον στο βάθος που θα ήθελα εγώ. Αυτός ο συνδυασμός που επέλεξα είναι αρκετά παράδοξος, αλλά και ταυτόχρονα πολύ κοντά σε εμάς. Ήθελα, μέσα από τη δουλειά μου, να εξερευνήσω περισσότερο αυτά τα στοιχεία.
Χ.Κ.: Έχετε ενεργή παρουσία σε κοινωνικές δράσεις. Πιστεύετε ότι ο καλλιτέχνης οφείλει να παίρνει θέση στα κοινωνικά ζητήματα;
Ν.Κ.: Αρχικά, δεν διαχωρίζω τον καλλιτέχνη από τους υπόλοιπους ανθρώπους, δηλαδή ο κάθε άνθρωπος μπορεί να παίρνει μέρος στα κοινωνικά ζητήματα –μας επηρεάζουν όλους και τα διαχειριζόμαστε μαζί ως κοινωνία. Ο ρόλος του καλλιτέχνη σε μία κοινωνία είναι το «φίλτρο», δηλαδή μέσα από την τέχνη του –είτε το θέλει είτε όχι– περνάνε τα βιώματά του και τα μηνύματα που λαμβάνει από την κοινωνία γύρω του. Πολλές φορές μπορεί και υποσυνείδητα κάποιος καλλιτέχνης να μιλά για κάτι. Είναι ένας τρόπος επικοινωνίας.
«Νιώθω ότι θέλω να προσφέρω στον τόπο μου, γιατί και αυτός μου έχει προσφέρει πάρα πολλά»
Χ.Κ.: Μεγαλώσατε στη Θράκη αλλά γεννηθήκατε στην Αθήνα. Πόσο καθοριστική ήταν αυτή η διαδρομή στη διαμόρφωση της ταυτότητάς σας;
Ν.Κ.: Ήταν πολύ καθοριστική με πάρα πολλούς τρόπους. Την αγαπώ τη Θράκη γενικότερα, μα και την Αλεξανδρούπολη πιο συγκεκριμένα. Έφυγα να σπουδάσω στην Αθήνα, όταν τελείωσα το σχολείο. Εκεί τελείωσα την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Αν και είχα την ευκαιρία να μείνω στην πρωτεύουσα, πάντα γυρνούσα πίσω στη Θράκη. Μετά έφυγα για να κάνω το μεταπτυχιακό μου στη Γαλλία, στην École Εuropéenne Supérieure de l’Ιmage (Master BD) της Ανγκουλέμ, και πάλι θέλησα να γυρίσω πίσω. Νιώθω ότι θέλω να προσφέρω στον τόπο μου, γιατί και αυτός μου έχει προσφέρει πάρα πολλά, όσον αφορά τις εικόνες που πήρα, τους ανθρώπους που γνώρισα, τα μέρη όπου εργάστηκα.
Χ.Κ.: Από τα πρώτα σας μαθήματα ζωγραφικής μέχρι σήμερα, τι έχει αλλάξει περισσότερο στον τρόπο που βλέπετε την τέχνη σας;
Ν.Κ.: Πάντα είχα στο μυαλό μου, κι ως μικρό παιδί, ότι ήθελα να κάνω ιστορίες με την τέχνη μου. Βέβαια, ποτέ δεν ένιωθα αρκετά καλός στη ζωγραφική. Συνεχώς από τότε, όσο κι αν βελτιώνομαι στη ζωγραφική, προσπαθώ να φέρω στην πραγματικότητα εικόνες που έχω στο μυαλό μου. Αν το καταφέρω σε ποσοστό 55 έως 60%, τότε θα είμαι ευχαριστημένος. Αυτή είναι και η γοητεία της όλης υπόθεσης, να προσπαθεί συνεχώς κάποιος να γίνεται ακόμη καλύτερος. Συνεχώς προκύπτουν νέες ιστορίες, πιο περίπλοκα σχέδια που ο καθένας προσπαθεί να αποδώσει με τη μέγιστη δυνατή επιτυχία.
Χ.Κ.: Τι ρόλο παίζει η καθημερινότητά σας στη διαδικασία της δημιουργίας σας;
Ν.Κ.: Δίχως αμφιβολία, παίζει πολύ μεγάλο ρόλο, επηρεάζεται από τη δουλειά μου ως εικαστικός. Ο χρόνος που μπορώ να εργάζομαι στα εικαστικά είναι συνήθως τα απογεύματα ή τα Σαββατοκύριακα. Υπάρχει ένας περιορισμός. Η ζωγραφική είναι αρκετά μοναχικό επάγγελμα, κάτι που προϋποθέτει να το διαπραγματευτεί κάποιος και να συμβιώσει με τους υπόλοιπους ανθρώπους, άρα να έχει δίπλα του ανθρώπους που μπορούν να το καταλάβουν αυτό, την ανάγκη δηλαδή να κλειστεί κάποιος μέσα στην προσπάθεια να δημιουργήσει κάτι που παρουσιάζει ενδιαφέρον.
—Η παρούσα συνέντευξη δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα «Εμπρός» της Ξάνθης στις 25/04/2026, με αφορμή την παρουσίαση των κόμικς του Νίκου Καμπασελέ «Θύελλα» (prequel, 1, 2), «Σταυρούπολη» (1, 2) και «Ο Σκελετούλης και η παρέα του» (εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης) στην Ξάνθη και την παράλληλη σχετική έκθεση στον Πολυχώρο Τέχνης και Σκέψης. Ευχαριστούμε θερμά τη φιλόλογο και αρθρογράφο της εφημερίδας κ. Χρύσα Κιατίπη, καθώς και την εκδότρια της εφημερίδας κ. Ελένη Διαφωνίδου.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
