Τα «καρκαντζιαλε» των Χριστουγεννων

Στα σοκάκια της μνήμης…

[Γεννημένη και μεγαλωμένη στο Ορμένιο του νομού Έβρου, η Χρυσούλα Ιωαννίδου  διετέλεσε Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας και σήμερα, παράλληλα με τις αγροτικές της ασχολίες, καταπιάνεται με τη διαφύλαξη της τοπικής προφορικής ιστορίας, με πιο πρόσφατο πόνημά της τη συλλογή «Ιστορίες Γυναικών – “Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο”» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2025).

Αυτήν τη φορά, με αφορμή και τον εορτασμό των Χριστουγέννων, η κ. Ιωαννίδου στρέφεται στον κόσμο των παραδόσεων και των προφορικών δοξασιών. Μας μεταφέρει δύο προφορικές μαρτυρίες, δύο αφηγήσεις του λαϊκού μας πολιτισμού, όπου πρωταγωνιστούν οι Καλικάντζαροι, τα δαιμόνια, πλάσματα της νύχτας, που ξεπροβάλλουν τις μέρες των εορτών για να σκανταλέψουν, να πειράξουν, να προκαλέσουν μικρές ή και μεγαλύτερες αναστατώσεις στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.

Ωστόσο, οι ιστορίες αυτές δεν περιορίζονται μόνο στη σκανταλιά και τον φόβο. Όπως συχνά συμβαίνει στη λαϊκή αφήγηση, οι Καλικάντζαροι λειτουργούν και ως φορείς ηθικών και κοινωνικών νουθεσιών. Ιδίως στη δεύτερη αφήγηση που παραθέτει η κ. Ιωαννίδου, με πρωταγωνίστρια την έξυπνη και εφευρετική Μάρω και αντίπαλο δέος την πονηρή ετεροθαλή της αδερφή, την Κουτσιώ, η ιστορία αποκτά χαρακτήρα παραμυθιού με σαφές ηθικό πρόσημο, όπου η εξυπνάδα, η καλοσύνη και η δικαιοσύνη τελικά υπερισχύουν της κακίας και της δολιότητας.

Καλικάντζαροι, σκανταλιές και χριστουγεννιάτικες αφηγήσεις μιας άλλης εποχής ξεδιπλώνονται μέσα από αυτές τις προφορικές μαρτυρίες. Ας τις απολαύσουμε…]

——

Ι.

Τ’ γη τ’ν κρατάει ψηλά τ’ ένα τρανό δέντρου. Ούλου τουν χρόνου καρκαντζιαλέ πουλεμάν να του κόψναν. Μι τα μπουσκιά (πριόνια), μι σ’ μπαλτάδις. Χριτς, χρατς, χριτς, χρατς ούλ τ’ μέρα, ούλ τ’ νύχτα ακούουντει τα μπουσκιά να κόφτναν τα ντάλια που του δέντρου. Μα σαν φτάναν τα Χριστούγιννα, αφήναν τα μπουσκιά κι σ’ μπαλτάδις κι έρουντει σι μας. Σκουμίρσει η γλυκιά η πίτα μι του σουσάμ’, η πίτα μι τ’ν κουλουκύθα, τα λουκάνκα, καβουρμάς κι ούλα τα καλά που τοιμάζναν γυναίκες. Ξέρναν κι αθρώπ’ πότι ανιβαίναν καρκαντζιαλέ κι έτσ’ φλάουντει.

Ούλ τ’ μέρα κρύουντει καρκαντζιαλέ κι σα μουργκιάς (με τη δύση του ήλιου) φανιρώνουνται. Χιρνάν να κάμναν ζημιές. Σκουρπάν τ’ αλεύρ, σκουρπάν τ’ στάχτ’ που του τζιάκ, ρίχναν τα λουκάνκα που του σταλίκ (βέργα), που τάχει κριμασμένα η νοικοκύρ’ς. Ζημιές, ζημιές, ούλις σ’ μέρις, ούλις σ’ αλτές βραδές. Που τα Χριστούγιννα ως παραμονή τα Φώτα, ούλις σ’ νύχτεις ως να λαλήσ’ πέτνους έσκιαζαν κι σ’ αθρώπ.

Για ταύτο σ’ γέλασει, Μάρω. Ως να λαλήσ’ πέτνους, έφκιανει τσιτσίλις (πλεξούδες). Τρεις τρίχεις νια τσιτσίλα, τρεις τρίχεις νια τσιτσίλα. Έτσ’ σ’ γέλασει σ’ καρκαντζιαλέ κι πήρει σ’ λίρεις κι τα φλουριά. Έλεαν οι τρανές γυναίκεις στα πιδιά: «Άμα ακούστει να σας χουρατέβναν του βράδ’, να μην αποκρίνιστει. Δα είναι καρκαντζιαλέ κι δα σας πάρναν τ’ λαλιά σας». Ντα φτάναν τα Φώτα αρχινάν να φουνάζναν: «Άντε, τοιμαστήτει, άντε να πααίνουμει, γιατί έρτει η τρελόπαπας μι την αγιαστούρα τ’ κι μι τ’ μαγκούρα τ’». Αφήναν ήσυχεις σ’ αθρώπ’ κι κατιβαίναν κάτ’ που τ’ γη πάλι. Τ’ δέντρου έθρεψε. Κι μι τα μπουσκιά κι μ’ σ’ μπαλτάδις αρχινάν πάλι. Χριτς, χρατς, χριτς, χρατς ως να ’ρθαν τ’ άλλα τα Χριστούγιννα.

ΙΙ.

Νιάφρα κι έναν κιρό ήταν ένα κουρτσάκι που το έλεαν Μάρω. Μάνα τ’ είχει πιθάν’ κι μπαμπά τ’ πήρι δεύτερ’ γυναίκα. Η δεύτερ’ η γυναίκα τ’ είχει κι κείν’ ένα κουρτσάκ. Το ’λιγαν Κουτσιώ. Χιτς δε τ’ χώνευαν τ’ Μάρω. Ούλου τουν κιρό τ’ν έβαναν να κάμ’ ζουρκνιές (δύσκολες) δλειές. Ντα κόντιβαν τα Χριστούγιννα τ’ν έστειλι δεύτερ’ μάνα τ’ να πάει να μάσ’ ξύλα. Μέρα μικρή, νυχτώθκει Μάρω. Κοίταξι λουίρ λουίρ κι είδγει ένα σπιτάκ. Σέφκει μέσα κι κλείδουσι μ’ πόρτα. Έναν κιρό χίρζναν να βροντάν τ’ν πόρτα κι να φουνάζναν τ’ όνομ’ τ’.

―Άνξει, Μάρω, άνξει. Μάρω απίκασει. Ήταν καρκαντζιαλέ.

―Δεν ανοίω, δεν…, να πάτι πρώτα να μη φέρτει ένα ζιρβή πουστάλ (παπούτσι), αποκρίθκει.

Γλήουρα γλήουρα καρκαντζιαλέ παν κι γύρσαν.

―Άνξει, Μάρω, άνξει. Το φιρμάνι του ζιρβή πουστάλ.

―Πού δα πάω μι ένα πουστάλ; Να πάτι να μη φέρτει κι του διξί.

Έφκαν καρκαντζιαλέ κι μάνι μάνι πάλι γύρσαν ουπίς. Τότι, Μάρω γύρηυει κι άλλα πράματα. Γύριψει τσουράπια, φουστάν, ζακέτα, τσιουμπέρ, γκιρντάνια, λίρις κι φλουριά. Ένα, ένα τα γύρηυει. Ύσταρα, χίρζει να φκιάν τα μαλλιά τ’ τσιτσίλις. Τρεις τρίχις νια τσιτσίλα, τρεις τρίχις νια τσιτσίλα. Καρκαντζιαλέ που όξου τ’ φώναζαν ν’ ανοίξ. Η Μάρω έλιγι: «Δεν ανοίω, δεν… κόμα δε μπίτσαν (τελείωσαν) τσιτσίλιμ». Μάρω ήξιρε, καρτιρούσει να λαλήσ’ πέτνους. Για ταύτου χασουμιρούσι να φκιάν σ’ τσιτσίλις τ’.

Κικιρίκου λάλσει πέτνους. Καρκαντζιαλέ έφκαν κι Μάρω άνξει τ’ν πόρτα. Σ’ σκάλεις βρήκει ούλα όσα γύριψει που σ’ καρκαντζιαλέ. Τάμασει ούλα μες σι ένα τσουβάλ’, πήρει κι τα ξύλα κι ξικίνσει να γυρίσ’ σπίτ’. Τ’ν είδγει που μακριά πέτνους κι αρχίνσε να λαλάει. «Κικιρίκου, Μάρω, έρτει φουρτουμέν φλουριά». Άκσει η δεύτερ’ μάνα τ’ κι βγήκει όξου να δγιει. Αλήθεια ήταν. Μάρω άδειασει του τσουβάλ’ κι γιόμσει τόπος λίρες, φλουριά κι ζάκατα. Ζήλιψει Κουτσιώ.

Του βράδ’ πάει κι κείν’ στο σπίτ’ στου μπαΐρ. Καρτέρσει να έρθναν καρκαντζιαλέ. Φώναξαν καρκαντζιαλέ:

―Άνξει, Κουτσιώ, άνξει.

―Δεν ανοίου, δεν… να πάτει να μη φέρτει πουστάλια, ζάκατα, φλουριά, λίρις, γκιρντάνια.

Σαν τάφιραν καρκαντζιαλέ, άνξει μάνι μάνι τ’ν πόρτα. Τ’ν έπιασαν καρκαντζιαλέ κι χίρζαν να τ’ δέρναν. Τ’ν έδιρναν ώσπου λάλσε πέτνους. Τότι τ’ν άφσαν. Πήρι Κουτσιώ του τσουβάλ’ που βρήκι κι σκέφκει: «Δεν πειράζ’, μπάριναμ (τουλάχιστον) μάφσαν λίρις κι φλουριά». Σαν πάει σπίτ’, άνξει του τσουβάλ’ κι τι να δγιει! Ήταν γιμάτο πέτρις. Μάρω τ’ν αψύχσει κι τ’ν έδωσι που τχα τ’ (δικά της). Κι έζησαν φτοι καλά κι ’μείς καλύτιρα.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.