Συγκλονιστικη καταβυθιση στα εγκατα της ανθρωπινης υπαρξης

Μπράνιμιρ Στσεπάνοβιτς, «Στόμα γεμάτο χώμα», μτφρ. Ισμήνη Ραντούλοβιτς, επίμετρο Τάκης Κατσαμπάνης, εκδ. Κυψέλη, Αθήνα 2024, σ. 96.

«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»

Ο Μπράνιμιρ Στσεπάνοβιτς (1937-2020) γεννήθηκε στην Ποντγκόριτσα του Μαυροβουνίου και πέθανε στο Βελιγράδι. Εξέδωσε, μεταξύ άλλων, τη συλλογή διηγημάτων «Πριν από την αλήθεια» (1961) και το μυθιστόρημα «Ντροπιαστικό καλοκαίρι» (1965). Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και περιλαμβάνονται σε πολλές ανθολογίες στη χώρα του και στο εξωτερικό. Έγραψε το σενάριο για εννέα ταινίες μεγάλου μήκους και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Πούλα βραβεύτηκε δύο φορές για σενάριά του. Η νουβέλα του «Ο θάνατος του κυρίου Γκόλουζα» (1977), με είκοσι πέντε άλλα αφηγήματα από όλον τον κόσμο, συμπεριλήφθηκε στην ανθολογία παγκόσμιας πεζογραφίας με επιλογές του Τσαρλς Άνγκοφ, που εκδόθηκε το 1969 στις ΗΠΑ.

Το «Στόμα γεμάτο χώμα» τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας της πόλης του Βελιγραδίου το 1974 και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Έχει κάνει είκοσι τρεις εκδόσεις στη Γαλλία και τριάντα δύο στη Σερβία, όπου επίσης μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, σε σκηνοθεσία του Πούρισα Τζόρτζεβιτς και βραβεύτηκε ως η καλύτερη σερβική ταινία του Φεστιβάλ FEST Βελιγραδίου το 2023.

Αυτό το εμβληματικό βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά τον Απρίλιο του 1992 από τις εκδόσεις «Παρασκήνιο», με μια υπέροχη εικονογράφηση του  Radomir Reljic. Ένα βιβλίο κλασικό πια στην παγκόσμια λογοτεχνία, που εκφράζει όλη τη δυναμική και το σπάνιο ταλέντο του Γιουγκοσλάβου συγγραφέα. Κι ευτυχώς που αυτό το διαμάντι επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κυψέλη τον Ιούνιο του 2024 (κι από τότε κάνει άλλες δύο επανεκδόσεις), σε μετάφραση της Ισμήνης Ραντούλοβιτς, με ένα ευσύνοπτο και κατατοπιστικό επίμετρο του Τάκη Κατσαμπάνη, αποδεικνύοντας ότι τα μικρά αριστουργήματα, ακόμη κι αν παραμείνουν για καιρό στο σκοτάδι, θα λάμψουν με τη δύναμη του περιεχομένου τους και θα διεκδικήσουν τη θέση τους στο αναγνωστικό στερέωμα.

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο, που βασίζεται σε μια απλή ιδέα, διαποτισμένη από το παράλογο. Ένας άνθρωπος μαθαίνοντας πως έχει λίγο χρόνο ζωής αποφασίζει να ταξιδέψει με το τρένο πίσω στα πατρογονικά χώματα, στα βουνά της μητρικής γης του Μαυροβουνίου, στις ψηλές κορυφές του Πρεκόρνιτσα. Ασφυκτιώντας μέσα στο βαγόνι του τρένου, πηδά κάτω και τρέχει προς το δάσος, μέσα στην οργιώδη βλάστηση, στα χρώματα και τις μυρωδιές της καλοκαιρινής φύσης, επιδιώκοντας να αισθανθεί ξανά όσα ένιωθε παιδί. Κατά την περιδιάβασή του στο δάσος, συναντά δύο ανθρώπους της πόλης με όλα τα σύνεργα για τις διακοπές τους. Αντικρίζοντας τον παρείσακτο ταξιδιώτη, αναρωτιούνται τον λόγο της παρουσίας του. Τρέχουν ξοπίσω του στην αρχή από ενδιαφέρον, εκείνος τρέχει για να τους αποφύγει κι έτσι αρχίζει ένα ανελέητο ανθρωποκυνηγητό, στο οποίο προστίθενται συνεχώς κι άλλα μέλη από την πλευρά των διωκτών, που, για ανεξήγητους (και δικούς του ο καθένας) λόγους, καταδιώκουν λυσσαλέα τον άνθρωπο. Αυτόν που ενώ αρχικά είχε στόχο να τελειώσει τη ζωή του, τώρα παλεύει με νύχια και με δόντια να γλυτώσει από τους διώκτες του και να αντιμετωπίσει τα πρωταρχικά ένστικτα της επιβίωσης, τον παραλογισμό της κατάστασής του και τη φύση της βίας και του θανάτου.

Αυτό το ιδιαίτερο ανάγνωσμα στήνεται πολύ έξυπνα με μια παράλληλη αφήγηση της ιστορίας, με την εναλλαγή της τριτοπρόσωπης και της πρωτοπρόσωπης αφήγησης ανάμεσα στον κυνηγημένο και τον θηρευτή. Στην τριτοπρόσωπη αφήγηση παρακολουθούμε την πορεία του ανώνυμου ήρωα και μέχρι ενός βαθμού επιτυγχάνεται η «αντικειμενική» περιγραφή των κινήσεων, των σκέψεων, των προβληματισμών και τελικά των αποφάσεών του. Χωρίς φυσικά να χάνεται και η «υποκειμενικότητα» της επαφής με αυτόν. Από την άλλη, με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση (δια στόματος του ενός από τους δυο αρχικούς διώκτες του), παρακολουθούμε  και πάλι τόσο τις κινήσεις του κυνηγημένου, υπό το βλέμμα και την αντίληψη των διωκτών του, αλλά και τις ψυχικές, συναισθηματικές και διανοητικές παλινδρομήσεις των ίδιων αυτών των ανθρώπων, που για ακατανόητους λόγους φτάνουν στο σημείο να καταδιώκουν, χωρίς καμιά προφανή και έλλογη αιτία, έναν άνθρωπο. Η σχέση των άλλων με το άτομο είναι μια βασική παράμετρος στο έργο του συγγραφέα, θυμίζοντάς μας πολύ έντονα τον Γκαρσίν από το «Χωρίς διέξοδο» του Σαρτρ, όταν λέει «οι άλλοι είναι η κόλαση».

Γραμμένο από τον Στσεπάνοβιτς σαν μια αλληγορία, αυτό το αλλόκοτο έργο θυμίζει Μπεκετικό παράλογο σε κίνηση. Γιατί υπάρχει, όπως στον Μπέκετ, μια κατάσταση αβεβαιότητας και παράνοιας, όπου η ανθρώπινη ύπαρξη μοιάζει με έναν ατέρμονο κύκλο ματαίωσης. Και σε αυτό του το έργο, όπως και στο «Ο θάνατος του κυρίου Γκολούζα», ο συγγραφέας καταπιάνεται με διαχρονικά υπαρξιακά ζητήματα, ή ορθότερα, με τρεις μεγάλους πυλώνες της ανθρώπινης ύπαρξης: τη ζωή, την αγάπη και τον θάνατο. Παράλληλα, όμως, φέρνει στην επιφάνεια μέσα από αυτό το ανηλεές κυνήγι κι άλλα ζητήματα, όπως ο πατριωτισμός, η σύνδεση με τη μάνα γη, το ζήτημα της αυτοχειρίας, ο τρόπος που δημιουργείται και λειτουργεί ο όχλος-μάζα, τα παράλληλα σύμπαντα της ανθρώπινης ηθικής, το φάσμα των συναισθημάτων που ξεδιπλώνεται στην ψυχή του ήρωα, όπως απώλεια, σύγχυση, θάνατος, τελική ευτυχία.

Αυτή η υπαρξιστική νουβέλα, που είναι γραμμένη με τρόπο λιτό, απέριττο, ποιητικό και, ταυτόχρονα, σαν θρίλερ καταδίωξης, μας συνταράζει και μας ωθεί να ψάξουμε βαθιά μέσα μας τι πραγματικά είμαστε κι εμείς οι ίδιοι. Ο διώκτης ή ο διωκόμενος; Μας προτρέπει να αναρωτηθούμε σαν τον ανώνυμο ήρωα αν ζήσαμε ουσιαστικά τη ζωή μας, αν ο χρόνος μας είναι αρκετός και τι θα κάναμε σε περίπτωση που ξαφνικά μας τελείωνε; Και πόσο συγκλονιστική αυτή η σπειροειδής καταβύθιση στα έγκατα του ήρωα, που ανακαλύπτει σιγά σιγά πως το μεγαλείο της ύπαρξης βρίσκεται στα μικρά κι απλά. Με τη συσσωρευμένη σοφία, αλλά και τις ματαιώσεις των γηρατειών, αναγνωρίζει ότι «το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης βρισκόταν πρωτίστως στην αγάπη και στην ομορφιά, δηλαδή σε όλα εκείνα που δεν υπήρχαν στην ήδη θολή και άσχημη εικόνα της ζωής του», και διαπιστώνοντας όσα δεν έκανε ή δεν απήλαυσε, αποφασίζει να τα διεκδικήσει μέχρι την τελευταία του στιγμή, κι έτσι η αρχική ανάγκη του για έναν ήσυχο θάνατο μετατρέπεται σε λυσσαλέα θέληση για ζωή. Με αυτόν τον τρόπο αποφασίζει να ολοκληρώσει τον «τέλειο» κύκλο της ύπαρξής του, για να επαναπατριστεί στον χθόνιο προορισμό, αφού πρώτα συμφιλιωθεί με ολόκληρη την πλάση.

Και σ’ αυτό το σημείο εστιάζοντας μπορούμε να δώσουμε και μια δεύτερη ερμηνεία στο έργο, θεωρώντας πως το θέμα του μπορεί να είναι και η λαχτάρα για την πατρίδα, η ανάγκη του να την προστατέψει από τους εξωτερικούς «εχθρούς» – διώκτες, σαν ένας άλλος μυθικός Ανταίος, που προκαλούσε όποιον ξένο περνούσε από τη χώρα του να παλέψουν και πάντα νικούσε, γιατί έπαιρνε τη δύναμή του από την επαφή του με τη γη, που του επέτρεπε την ακαταμάχητη ισχύ του. Η σκηνή όπου ο ήρωας γεμίζει το στόμα του με το χώμα από την πατρίδα του είναι μια βαθιά συμβολική και πολυσήμαντη στιγμή. Το χώμα λειτουργεί ως σύμβολο της πατρίδας, της ταυτότητας, της ρίζας και της νοσταλγίας. Συνάμα, είναι και σύμβολο του θανάτου και της φθαρτότητας. Γιατί ο ήρωας κοινωνεί την πατρίδα του, επιστρέφοντας στη γη που τον γέννησε, στην πολιτιστική γη που τον διαμόρφωσε (θα μπορούσε να είναι ένα έργο ενάντια στην παγκοσμιοποίηση) και με έναν τρόπο γονιμοποιεί με το σώμα του την πατρογονική γη για την επόμενη γενιά.

Αυτό το συγκλονιστικό έργο θα μπορούσε να διαβαστεί παράλληλα με το έργο του Σαρτρ «Χωρίς διέξοδο», με το έργο του Κάφκα, καθώς είναι απόλυτα καφκική η αγωνία, οι αβεβαιότητες και η αδυναμία του ατόμου απέναντι σε ακατανόητα συστήματα εξουσίας, αλλά και με το έργο του Μπέκετ. Θα μπορούσε, όμως, υπέροχα και να διαβαστεί εκ παραλλήλου με την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, καθώς και τα δυο έργα ασχολούνται με την υπαρξιακή αγωνία, την έννοια του θανάτου και την προσπάθεια του ανθρώπου να δώσει νόημα στην ύπαρξή του. Κι ακόμα ακόμα η επαφή του διωκόμενου με τη φύση μπορεί να είναι κι ο αντίποδας της κλειστοφοβίας του «Υπογείου» του Ντοστογιέφσκι.

Αυτό, όμως, δεν κάνουν πάντα τα μεγάλα έργα; Με έναν τρόπο συνομιλούν με όλα τα υπόλοιπα αριστουργήματα και μας ωθούν να τα διαβάσουμε έναν προς ένα.

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.