Στην Ηπειρο της δυστοπιας

Μιχάλης Μακρόπουλος, «Μαύρο νερό», Γιώτα Κριτσέλη επιμ., εκδ. Κίχλη, Αθήνα 2019, σ. 80.

«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»

Ο Μιχάλης Μακρόπουλος είναι ένας πολυγραφότατος άνθρωπος, αφού ολημερίς ασχολείται με την τέχνη του λόγου, είτε ως συγγραφέας είτε ως κατ’ επάγγελμα μεταφραστής λογοτεχνικών έργων. Δηλώνει βέρος Αθηναίος, Παγκρατιώτης. Παρόλα αυτά, έζησε και στη Θεσσαλονίκη, ενώ την τελευταία δεκαετία έχει εγκατασταθεί στη Λευκάδα και περνά μεγάλα χρονικά διαστήματα και στο Δελβινάκι Πωγωνίου, στην Ήπειρο, ιδιαίτερη πατρίδα της συζύγου του. Σ’ αυτό το ειδυλλιακό όσο κι άγριο ηπειρώτικο τοπίο διαδραματίζονται πολλά από τα έργα του, τα οποία συνδέει μια αόρατη κλωστή είτε ως προς τη θεματολογία τους είτε ως προς την τοπογραφία τους.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Τον Μ. Μακρόπουλο τον πρωτοδιάβασα στο «Δέντρο του Ιούδα» (Κίχλη, 2014). Σε εκείνο το υπέροχο βιβλίο ταξίδεψα στο Δελβινάκι, ψηλά στο Πωγώνι, όπου το χειμωνιάτικο τοπίο της ορεινής Ηπείρου άφηνε το αποτύπωμά του στη λιτή αλλά ουσιαστική αφήγηση του συγγραφέα. Μετά, ακολούθησαν άλλα αγαπημένα βιβλία, οι νουβέλες «Σπουργίτω και Γκράχαμ» (Πικραμένος, 2012), «Τσότσηγια και Ω’μ» (Κίχλη, 2017),το «Μαύρο νερό» (Κίχλη, 2019), η «Θάλασσα» (Κίχλη, 2020)και η «Μαργαρίτα Ιορδανίδη» (Κίχλη, 2024). Δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να πει κανείς ότι ο Μ. Μακρόπουλος αγαπά πολύ τη μικρή φόρμα. Σχεδόν όλα του τα βιβλία είναι ολιγοσέλιδες νουβέλες, μα η σφιχτοδεμένη τους αφήγηση, η ποιητικότροπη γραφή τους, η δύναμη των νοημάτων που υποβόσκουν κάτω από τις περιγραφές, η χαρακτηρολογία των ηρώων του, όλα μαζί ενισχύουν τόσο πολύ την ουσία της γραφής του, που οι παραπανίσιες σελίδες απλά θα αποδυνάμωναν την αξία τους.

Το «Μαύρο νερό» δεν είναι καινούρια κυκλοφορία. Εκδόθηκε το 2019 από την Κίχλη, αλλά έκλεψε τις εντυπώσεις και –εγώ τουλάχιστον– το θεωρώ εμβληματικό για τη συγγραφική πορεία του Μακρόπουλου. Θυμάμαι πως εκδόθηκε σε μια περίοδο που στην Ήπειρο υπήρχαν έντονες αντιδράσεις στα σχέδια της ισπανικής “Repsol” και της “Energean”, για την απαρχή των ερευνών για εξόρυξη υδρογονανθράκων στην ευρύτερη περιοχή. Σε ένα τέτοιο εγχείρημα, σε μια περιοχή όπως η Ήπειρος, αγνή, παρθένα, με μοναδική φυσική ομορφιά, ελλοχεύουν απειλές∙ τα ποτάμια της, το άγριο φυσικό τοπίο, οι προστατευόμενες περιοχές, τα προϊόντα της κι ο τουρισμός, όλα θα κινδύνευαν με ανεπανόρθωτη καταστροφή. Δεν ξέρω αν ο Μακρόπουλος έγραψε το «Μαύρο νερό» επηρεασμένος από εκείνα τα γεγονότα, όμως σίγουρα κατάφερε να αποδώσει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, σε μια δυστοπική νουβέλα, πώς θα μπορούσαν να εξελιχθούν τα πράγματα μετά από μια σοβαρή περιβαλλοντική μόλυνση.

Η υπόθεση είναι απλή. Ένας Πατέρας κι ο ανάπηρος εικοσάχρονος γιος του ζουν μαζί με άλλους δέκα ανθρώπους σε ένα εγκαταλελειμμένο, λόγω οικολογικής καταστροφής, χωριό, κάπου στην ορεινή Ήπειρο. Γύρω τους έχει συντελεστεί τεράστια οικολογική καταστροφή. Το νερό δεν πίνεται, η χλωρίδα και η πανίδα έχουν δηλητηριαστεί από τη μόλυνση. Αυτοί προσπαθούν να επιβιώσουν σε ένα απαγορευτικά νοσηρό περιβάλλον, αρνούνται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, κατά τις κρατικές εντολές, και με όλες τους τις δυνάμεις προσπαθούν να κρατηθούν ζωντανοί. Αυτό είναι το πλαίσιο του έργου.

Από τον τίτλο ακόμα, που σε μια δυστοπική νουβέλα μπορεί να λειτουργήσει ως ένα εξαιρετικά φορτισμένο σύμβολο, ο αναγνώστης αρχίζει κάτι να υποψιάζεται. Αφού το νερό, κατεξοχήν αντιπροσωπευτική εικόνα της ζωής, του καθαρμού και της αναγέννησης, αντιστρέφεται σε «μαύρο νερό», σε φορέα δηλαδή θανάτου (παραπέμπει σε τοξικότητα, πετρέλαιο, αποσύνθεση), το νερό που «καθαρίζει» τώρα μολύνει. Και δείχνει ότι η φύση δεν έχει πια τη δύναμη να «ξεπλύνει» τις αμαρτίες του ανθρώπου. Το νερό κουβαλά πλέον τη σαπίλα και την αρρώστια που σέρνεται. Όποιος το πίνει, μολύνεται, αρρωσταίνει, πεθαίνει. Δεν υπάρχει επιστροφή.

Και το υπόλοιπο σκηνικό του Μακρόπουλου είναι εντελώς εναρμονισμένο με την καταστροφή. Υπάρχει μια συνολικότερη κατάρρευση, που δεν χρειάζεται να την πει, να τη βροντοφωνάξει δια στόματος του Πατέρα-αφηγητή. Ο Μακρόπουλος τη δείχνει. Είναι διάχυτη στις αράδες του, μέσω της περιγραφής του τόπου, που υπήρξε θύμα μιας αλόγιστης κι απερίσκεπτης ανθρώπινης δραστηριότητας, με απώτερο σκοπό το κέρδος. Ο συγγραφέας, σε συνεντεύξεις του, έχει πει πως, γράφοντας το βιβλίο του (σχεδόν μονοκοπανιά),  ήθελε να αποδώσει την ατμόσφαιρα του “Stalker” του Tarkovsky. Και μάλλον δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνει. Το μοτίβο επαναλαμβάνεται στη «Θάλασσα», όπου η γη ερημώνει, ενώ σώζονται μόνο οι «μεταλλαγμένοι», αλλά και στην ερημιά του πλανήτη «Άρη», που είναι όλος μια στιγμή που απολιθώθηκε.

Έτσι, με σχετική βεβαιότητα, η γραφή του μπορεί να ενταχθεί στη μετα-αποκαλυπτική λογοτεχνία –αφού φέρει τα χαρακτηριστικά της. Ειδικά στο «Μαύρο νερό», επειδή η πολιτισμική και κοινωνική δομή  που περιγράφει έχουν καταρρεύσει. Το χωριό είναι ερειπωμένο, δεν υπάρχει τροφή και πόσιμο νερό, ενώ οι επιζώντες επιχειρούν  να προσαρμοστούν, να επιβιώσουν μέσα στα ερείπια της προηγούμενης κοινωνίας. Αλλά και οι ιδέες που πραγματεύεται άπτονται της θεματολογίας της μετα-αποκαλυπτικής λογοτεχνίας: η επιβίωση, η απώλεια, οι ηθικές και ψυχολογικές δοκιμασίες, η δυναμική μεταξύ μοναχικότητας και κοινοτικής ανασύνθεσης.

Ο Πατέρας (που δεν έχει όνομα και υιοθετεί εκείνο που τον προσφωνεί ο γιος του) φροντίζει το ανάπηρο παιδί του, το οποίο –από τα συμφραζόμενα κατανοούμε– πως είναι θύμα-γέννημα της μόλυνσης, καθώς η μητέρα του είχε δηλητηριαστεί, νοσήσει και τελικά πεθάνει. Αυτό το παιδί, με τα ατροφικά άκρα, ο Πατέρας το κουβαλά στους ώμους του για να το μεταφέρει, το περιποιείται, το φροντίζει, ενώ συγχρόνως το προμηθεύει με βιβλία που αγαπά να μελετάει. Οι δυο τους αντιστέκονται σθεναρά στις δυσκολίες και αρνούνται να εγκαταλείψουν την πατρογονική εστία (μαζί με άλλους δέκα εναπομείναντες), αντιστεκόμενοι στις κρατικές διαταγές. Μένουν, γιατί στον τόπο εκείνον έχει ριζώσει η ίδια τους η ψυχή, γιατί είναι ένα κομμάτι μιας αρραγούς αλυσίδας. Στο σημείο αυτό ολοφάνερα ο Μακρόπουλος εκφράζει τις αντιλήψεις του σχετικά με τη σύνδεση του ανθρώπου με τον τόπο του, ως προς τη διαμόρφωση και της ατομικής του ταυτότητας αλλά και της κοινωνικής του συγκρότησης. Εμφατικά υπογραμμίζει την έννοια της κοινότητας, η οποία δεν αποτελείται μονάχα από τους ανθρώπους που ζουν σε μια περιοχή, αλλά κι από τις μνήμες τους, και συνεκδοχικά τους νεκρούς του τόπου. Ο ίδιος, μάλιστα, είχε πει πως ένας άνθρωπος κι ένα έρημο χωριό αποτελούν κοινότητα, γιατί αυτή δεν είναι μόνο οι ζώντες αλλά και οι μνήμες των ανθρώπων. Το αποδεικνύει περίτρανα η περιγραφή της Αθηνάς του Κοτσίνη, της τελευταίας από τους κατοίκους του χωριού, λίγο πριν πεθάνει:

«Ζωντάνευε με τη φαντασία της τους νεκρούς και πρωταγωνιστούσε σ’ ένα θέατρο φαντασμάτων. Τον Πατέρα, άμα τύχαινε να τον συναντήσει, τον έβλεπε όπως οποιονδήποτε άλλο είχε συναντήσει πρωτύτερα και θα συναντούσε κατόπιν∙ ήταν εξίσου υλικός με τα φαντάσματα […], η Αθηνά του Κοτσίνη είχε γίνει ένα με αυτόν τον τόπο […] το μολυσμένο χώμα θα τη δεχόταν στη σκοτεινή και νοτερή του αγκαλιά σαν ξενιτεμένη που παλιννόστησε».

Ενώ ο Γιάννης ο Πάντος, ο μόνος που αποφάσισε να μετοικήσει στον Κατσικά, θα είχε άλλη μοίρα.

«Φεύγοντας […] θα αφανιζόταν με τρόπο που δεν μπορεί κανένας θάνατος να αφανίσει τον άνθρωπο. Φεύγοντας, το παλιό χαρακωμένο τραπέζι στο σπίτι του, κείνη η κουτσή καρέκλα […], το παλιό στρώμα που το κορμί του το ’χε βαθουλώσει […], η ραγισμένη τσιάφκα όπου έπινε το γάλα του, όλα θα έχαναν το νόημά τους –και τότε ο Γιάννης Πάντος δεν θα είχε υπάρξει ποτέ».

Μα κι ο γιος, ο Χριστόφορος, είναι ένας χαρακτήρας του κειμένου, που με μαεστρία χτίζει ο Μ. Μακρόπουλος. Σε μια δυστοπική νουβέλα  η ύπαρξη –κατά τη γνώμη μου–ενός ανάπηρου ήρωα μπορεί να αποκτήσει έντονη σημειολογική φόρτιση, καθώς η αναπηρία του μπορεί να λειτουργήσει σε πολλαπλά επίπεδα. Ο Χριστόφορος –που παραπέμπει στον βίο του Αγίου με εννοιολογικές προεκτάσεις– μπορεί να γίνει σύμβολο της εύθραυστης ανθρωπότητας, αναπαριστώντας τη συλλογική αδυναμία της απέναντι στη φύση που καταστρέφεται∙ το σώμα του νέου φέρει τα σημάδια της ζημιάς που υπέστη και ο πλανήτης. Όμως, παρά την αναπηρία του, ο Χριστόφορος συνεχίζει, επιβιώνει. Γιατί–αν δεχτούμε τώρα πως συμβολίζει τη φύση– αποδεικνύει πως αν και έχει πληγωθεί ανεπανόρθωτα, υπάρχει ακόμα ανθεκτικότητα και δυνατότητα προσαρμογής. Αν πάλι σκεφτόμασταν διαφορετικά, θα μπορούσαμε να δεχτούμε πως η επιλογή του χωλού κεντρικού χαρακτήρα στη νέα δυστοπική πραγματικότητα επιβεβαιώνει πως η αληθινή ηρωικότητα βρίσκεται στην ευαλωτότητα, στη σοφία και την επινοητικότητα κι όχι στη ρώμη. Η αναπηρία του αναγκάζει τον ήρωα να βλέπει, να σκέφτεται διαφορετικά. Αυτήν τη νέα ματιά και τους καινούς τρόπους θέασης ίσως έχει ανάγκη η ανθρωπότητα, για να συνεχίσει να υπάρχει σε έναν κατεστραμμένο κόσμο.

Κι ο Πατέρας(ο βιβλικός Πατέρας, θα μπορούσε κι έτσι να ερμηνευτεί),που τον κουβαλά στους ώμους, γίνεται το σύμβολο της προηγούμενης γενιάς που κουβαλά τις συνέπειες των πράξεών της. Ο Χριστόφορος είναι το «παιδί» της κατεστραμμένης γης κι ο Πατέρας κουβαλά την ενοχή του για τις αιτίες που άφησαν το παιδί του ανάπηρο. Ενδεχομένως, το ταξίδι τους να είναι η εξιλέωση και η μοναδική ελπίδα πως η νέα γενιά πρέπει να σωθεί, γιατί η ανθρωπότητα οφείλει να διασώσει το μέλλον της. Κι ο Μακρόπουλος αφήνει μια χαραμάδα ελπίδας∙ το τέλος της νουβέλας του μπορεί να θεωρηθεί κι αισιόδοξο. Ο Χριστόφορος πραγματοποιεί το όνειρό του, ιππεύει ένα άλογο και τότε μεταμορφώνεται «από μισερός άνθρωπος σε Κένταυρο», ενώ ο Πατέρας, για όσο μέλλον του απομένει, ξαναρχίζει μια καινούργια ζωή με τη γυναίκα που βρέθηκε στον δρόμο τους.

Ξεχωριστή μνεία θα μπορούσε να γίνει και στους θρησκευτικούς συμβολισμούς του βιβλίου και σε μια σύγκριση της φύσης του Μακρόπουλου με τη φύση των κλασικών διηγηματογράφων (π.χ. Παπαδιαμάντης), αλλά και των νεότερων (π.χ. Χατζής, Δημητρίου) και φυσικά στη γλώσσα του Μακρόπουλου, μια ατόφια δημοτική, με διάσπαρτους ηπειρώτικους ιδιωματισμούς, μα πάνω απ’ όλα μια γλώσσα που απεκδύεται τη σάρκα της και αφήνει να φανεί ο ποιητικός της πυρήνας.

Συμβουλή: διαβάστε τα άπαντα του Μακρόπουλου.  

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.