Περιμενοντας τα Χριστουγεννα
Κάθε χρόνο στο σχολείο μας κάναμε χριστουγεννιάτικο δέντρο, γι’ αυτό φρόντιζαν πάντα οι δάσκαλοι. Στέλνανε δύο-τρία μεγάλα παιδιά, μαθητές της ΣΤ΄ τάξης στο μπαΐρ’ για να φέρουν το δέντρο, το οποίο ήταν κέδαρος. Αυτό το είχαν σημαδεμένο τα παιδιά από το καλοκαίρι ακόμα. Το φέρνανε λοιπόν, το στόλιζαν οι δασκάλες με τα μεγαλύτερα κορίτσια και φρόντιζαν για κάθε παιδί να υπάρχει ένα μικρό δωράκι· κανένα μολύβι, καμία ξύστρα. Μόλις τα παίρναμε…, σφαίρα εμείς για το σπίτι.
Τώρα θα έπρεπε να οργανωθούμε για τα κόλιαντα, για να τραγουδήσουμε, αλλά όχι πάνω από τρία παιδιά. Τι κάναμε; Παίρναμε από ένα τσιακί και σπίρτα και πηγαίναμε κάτω στο Αϊβαλίκ, για να κόψουμε βέργες –ξυλοκρανιά θα ήταν η βέργα. Ανάβαμε φωτιά και εκεί επί τόπου τις καψαλίζαμε, για να γίνουν σκληρές και, αφού τελειώναμε από κει, ανεβαίναμε πάνω στο ντιαμίριαλου –σιδηροδρομική γραμμή– και ψάχναμε να βρούμε βίδες, για να τις βάλουμε στο κάτω μέρος της βέργας. Γιατί η βέργα με βίδα; Για να δέρνουμε τα σκυλιά που θα πηγαίναμε στα κόλιαντα. Μήπως δεν υπήρχαν σκυλιά τότε; Σκυλιά να θέλεις… Κάθε σπίτι από δυο-τρία είχε και ήταν και πολύ χαμνά! Σιγά που θα καθόταν το σκυλί να το χτυπήσεις, αλλά εμείς αισθανόμασταν πιο ασφαλείς με μία βέργα και, μάλιστα, με βίδα από κάτω. Να είχαμε να λέμε όταν βρισκόμασταν στα κούτσουρα –τόπος συνάντησης– και άμα είχες και φακό, ήσουν ο καλύτερος του χωριού.
Στα κούτσουρα βρισκόμασταν, όχι σε καφετέριες. Είχε ένα σκοτάδι… πω, πω! Δεν έβλεπες μπροστά σου. Βλέπετε, τότε δεν υπήρχε ακόμα η ΔΕΗ, μόνο λάμπες πετρελαίου υπήρχαν τότε στα σπίτια. Όπου να πατούσες, μέσα στις λάσπες θα πατούσες, χαμός! Εάν τύχαινε και μας έπαιρναν για δώρο κανένα ζευγάρι μπότες λαστιχένιες… Ε, εκεί ήμασταν άρχοντες. Μαζευόμασταν δυο-τρία παιδιά, ξαδερφάκια ή φιλαράκια. Αφού είχαμε οργανωθεί από πλευράς ασφαλείας με βέργες, με φακό, με μπότες κ.λπ., πριν αρχίσουμε να τραγουδάμε, κάναμε μερικές πρόβες στον φούρνο μας κάτω και, μόλις ακούγαμε την καμπάνα να χτυπάει το απόγευμα, τότε ξεκινούσαμε να τα πούμε. Όχι πιο μπροστά, όπως γίνεται τώρα.
Πρώτα, βέβαια, από τα σπίτια μας και μετά στις γειτονιές. Ξέραμε περίπου πού θα έπεφταν οι δραχμές και όχι μια δραχμή, πάντα μισή. Αλλιώς μόνο σύκα, άντε και κανένα μήλο ή πορτοκάλι, αν υπήρχε κι αυτό. Είχαμε και ένα καλαθάκι, μας δίνανε και παστό, το οποίο πουλούσαμε και παίρναμε και από κει καμία δραχμή. Τα χρήματα που μάζευα εγώ τα ήξερα περίπου. Θα ήταν από 14 έως 16 δρχ. και όλα σε μισές δραχμές. Ποτέ δεν έφτασα το εικοσάρικο. Και πώς τα φύλαγα! Δικά μου ήτανε, μέσα στην τρελή χαρά εγώ…, είχα δραχμές! Φυσικά, έτσι ήταν για όλα τα παιδιά τότε, και με αυτά τα λεφτά θα περνούσαμε τις γιορτές και κοιτάζαμε να μας μείνουν και λίγες δραχμές για κανένα τετράδιο.
Κάποιοι πηγαίνανε στα μαγαζιά, χαλούσαν 1 δρχ. και παίρνανε 10 δεκάρες. Παίζανε χτυπώντας τη δεκάρα στον τοίχο, χτυπούσε και ο άλλος που ήθελε να παίξει και μετράγανε με την πιθαμή. Εάν ακουμπούσε τη δεκάρα, την κέρδιζε, την έπαιρνε και ξανά από την αρχή. Εγώ δεν έπαιξα ποτέ, γιατί τις αψυχούσα τις δραχμούλες μου. Δεν ήθελα να τις χάσω τζάμπα.
Κάπως έτσι μπαίναμε στις γιορτές των Χριστουγέννων. Για το σφάξιμο των γουρουνιών τα έγραψε πολύ καλά όλα η Χρυσούλα Ιωαννίδου [βλ. σχετικά εδώ]. Εδώ στον μαχαλά μας, είχαμε έναν που τα έκοβε, έτσι το λέγανε: «δα κόψουμι του γ’ρούν’». Σ’ Κατσικά τον Αδάμ. Τον θυμάμαι! Ένας ψηλός άντρας, με μία ποδιά στη μέση και το μαχαίρι στο χέρι. Πήγαινε από αυλή σε αυλή και έκοβε τα γουρούνια.
Να πούμε και για τους μεγάλους κάτι. Τα μαγαζιά (καφενεία) ήταν γεμάτα, μόνο το μεσημέρι αδειάζανε για λίγο. Τότε, όλοι είχανε ζώα και πήγαιναν να τα ποτίσουν και να τα ταΐσουν. Μετά, όλοι πάλι στο καφενείο. Τέτοιες μέρες, λοιπόν, τα χαρτιά είχαν την τιμητική τους, παίζανε πολύ. Εγώ θυμάμαι το μαγαζί τού Μέτογλου, και το παλιό και αργότερα το καινούργιο. Έπαιζαν εκεί μέρα νύχτα αυτές τις μέρες. Εικοσιμία και τριανταμία ήταν τα πιο διαδεδομένα παιχνίδια τότε. Μερικοί μερακλήδες τα παίζανε όλα για όλα. Το αποκορύφωμα ήταν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και μετά τέρμα. Και όλοι ξέρανε ποιος κέρδισε και ποιος έχασε. Έτσι περνούσαμε τις μέρες των εορτών.
Φτάναμε προς το τέλος των εορτών κι εμένα σφιγγόταν η καρδιά μου. Πώς θα πάμε ξανά στο σχολείο, γιατί ξέραμε τι μας περιμένει. Α, και κάτι ακόμη που θυμήθηκα και θέλω να το πω. Μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, μαζί με τον παπα-Χρήστο –τότε δεν ήταν παπάς–, είπαμε ας πάμε ως στα Δίκαια –μεγάλη υπόθεση τότε– με το «μουτρίτς», για να πάμε να φάμε σε μαγειρείο. Βλέπεις, είχαμε ακόμα δραχμές από τα κόλιαντα. Λοιπόν, βγάλαμε εισιτήριο με επιστροφή 2,5 δρχ. και στο μαγειρείο; Φάγαμε από μία φασολάδα με κουραμάνα, άλλες 2,5 δρχ. Αξέχαστο! Το ευχαριστήθηκα ότι έφαγα στο μαγειρείο, αλλά μου λείπανε οι δραχμούλες μου. Ε, είπα, ήταν κι αυτό μία εμπειρία.
Του Άη Γιαννιού ερχόταν κάθε χρόνο μία παρέα οργανοπαίχτες με κλαρίνο και βιολί και παίζανε μπροστά στην παλιά κοινότητα, στην πλατεία. Μαζευόταν σχεδόν όλο το χωριό. Κόσμος, παιδιά… γινόταν ένας χορός «3 κάτια» που έλεγαν. Τότε, κοίταζαν πώς να περάσουν μερικές ώρες με λίγη ξεγνοιασιά, μετά από την κούραση που είχαν όλες αυτές τις μέρες, για να τιμαρέψουν το γ’ρούν’ που είχαν κόψει. Και στο τέλος τέλος έπαιρναν ένα καζάν’, έριχναν μέσα το λίπος –αυτό που δεν θέλανε– και κόκαλα νομίζω, τα βράζανε ρίχνοντας μέσα και ποτάσα και κάνανε και το σαπούνι τους, για να πλένουν τα ρούχα. Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο –για το δέρμα ξέρουμε όλοι ότι το κάνανε τσαρούχια.

*Ο Βασίλης Βλασακίδης γεννήθηκε στο Ορμένιο του Ν. Έβρου. Είναι συνταξιούχος και πλέον ζει τον μισό χρόνο στο Ορμένιο και τον υπόλοιπο στη Γερμανία, όπου και εργαζόταν στο παρελθόν. Έχει δύο παιδιά και τρία εγγόνια, που ζουν και εργάζονται επίσης στη Γερμανία. Το παρόν κείμενο αποτελεί προφορική αφήγηση, την οποία κατέγραψε η συντοπίτισσά του Χρυσούλα Ιωαννίδου, διαρκής ερευνήτρια της ιστορίας του οικισμού.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
