Οταν η συγγραφη των βιωματων συμβαλλει στην αποδοχη του εαυτου μας

James Baldwin, «Ανέβα στο βουνό να το φωνάξεις», μτφρ. Χρήστος Οικονόμου, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2024

Ένα από τα κλασικότερα ίσως μυθιστορήματα της αμερικανικής πεζογραφίας κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις με τίτλο «Ανέβα στο βουνό να το φωνάξεις» του James Baldwin, σε μετάφραση Χρήστου Οικονόμου. Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο που έγραψε ο James Baldwin, ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα το οποίο έμελλε να του ανοίξει τον δρόμο για να δοκιμαστεί στο μυθιστόρημα και έπειτα σε θεατρικά έργα, τα οποία τον οδήγησαν στο να θεωρείται ένα από τους σημαντικότερους αφροαμερικάνους συγγραφείς του 20ου αιώνα.

Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Ο Τζον Γκράιμς, ένας ευαίσθητος και χαρισματικός έφηβος, μεγαλώνει στο Χάρλεμ. Η οικογένειά του τον προετοιμάζει για να γίνει ιεροκήρυκας. Τη νύχτα των γενεθλίων του, όμως, όταν κλείνει τα δεκατέσσερα, θα βιώσει μια πρωτοφανούς έντασης ηθική και πνευματική κρίση. Θέλει να ορίζει ο ίδιος τον εαυτό του. Αλλά ένας νέος που προέρχεται από ένα τόσο βαθιά θρησκευόμενο περιβάλλον έχει δικαίωμα επιλογής; Και ακόμα περισσότερο, πόσο ελεύθερος μπορεί να είναι ένας νεαρός μαύρος αμερικανός, τη δεκαετία του ’30; Σε αυτό το πρώτο του μυθιστόρημα –ένα από τα κλασικά κείμενα, όχι μόνο της αμερικανικής, αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, βιβλίο που επηρέασε αποφασιστικά συγγραφείς όπως η Τόνι Μόρισον και η Maya Angelou– ο Τζέιμς Μπόλντουιν μεταπλάθει προσωπικές του εμπειρίες από τα νεανικά του χρόνια στη Νέα Υόρκη της Μεγάλης Ύφεσης και αφηγείται, με σπαρακτική ειλικρίνεια, μια πολυεπίπεδη ιστορία βίαιης αλλά και λυτρωτικής ενηλικίωσης, που συνυφαίνεται αριστοτεχνικά με τη συλλογική οδύσσεια των μαύρων της Αμερικής, τη βαθιά και περίπλοκη σχέση τους με τη θρησκεία και τον αδιάκοπο αγώνα τους ενάντια στην αδικία, τη μισαλλοδοξία και τον ρατσισμό».

Αργυρώ Μαντόγλου,* «Ο Μπόλντουιν κατορθώνει να συνθέσει μια ιδιαίτερα λεπτομερή τοιχογραφία της κοινότητας του Χάρλεμ, αποτυπώνοντας και τις επιμέρους ιδιαιτερότητές της»

Η συγγραφέας και μεταφράστρια Αργυρώ Μαντόγλου γράφει για το βιβλίο του James Baldwin, για τη δομή των κεφαλαίων και το περιεχόμενό τους, περιγράφοντας τους βασικούς χαρακτήρες, τονίζοντας στο τέλος τα μηνύματα που περνάει ο συγγραφέας μέσα από τον ήρωα και τα βιώματά του.

Αυτοβιογραφική ποιότητα

[…]Το «Ανέβα στο βουνό να το φωνάξεις», χρειάστηκε πολλά χρόνια για να ολοκληρωθεί. Η μεγαλύτερη δυσκολία οφειλόταν στην αυτοβιογραφική ποιότητα του έργου και στο θέμα το οποίο έξυνε παλιά ψυχικά τραύματα, ιδιαίτερα εκείνα που αφορούσαν τη σχέση με τον πατριό του τον οποίο, μέχρι την εφηβεία, θεωρούσε και φυσικό του πατέρα. Η συγγραφή του βιβλίου επέφερε και μια κάποιου είδους κάθαρση, απαλλάσσοντας τον από τον θυμό, τον φόβο, προσφέροντας του τη συμφιλίωση με τις ρίζες και το παρελθόν του καθώς αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει τα βίαια αυτά συναισθήματα προκειμένου να μετουσιωθούν σε τέχνη. Το επόμενο μυθιστόρημα του είχε ακόμα περισσότερες δυσκολίες δημοσίευσης λόγω του ομοφυλοφιλικού περιεχομένου, αλλά παρά τις αναστολές του, δεν εγκατέλειψε τη γραφή του.

Ο Μπόλντουιν, νιώθοντας μια σχετική ασφάλεια στη Γαλλία, «εκμεταλλεύτηκε» όπως ο Χένρυ Τζέιμς, (ένας ακόμα εκπατρισμένος Αμερικάνος που έζησε και έγραψε στο Παρίσι) την απόσταση, για να αποσπάσει μια προοπτική του εαυτού του και των δεινών που υφίστανται οι μαύροι της Αμερικής. Μη έχοντας απαλλαγεί από την εμπειρία της αμερικανικής κουλτούρας, αλλά όντας ελεύθερος από αυτή, άρχισε να ανακαλύπτει τους τρόπους που το προσωπικό βίωμα συνδέεται με το δημόσιο. Όπως ο Χένρυ Τζέιμς άρχισε κι αυτός να διακρίνει στις μικρές πράξεις των ανθρώπων που ζουν μέσα στο πλαίσιο μιας κουλτούρας κάποιους μεταφορικούς υπαινιγμούς που αντανακλούν την ιδιαιτερότητα και τις συνήθειες ενός κοινωνικού συνόλου. Η ανάγνωση των έργων του μεγάλου Αμερικάνου εκπατρισμένου συγγραφέα του έδωσε την ιδέα να περιγράψει την περιπέτεια και την εξέλιξη μιας κεντρικής συνείδησης (του ήρωά του) ώστε η δράση του μυθιστορήματος να περιστρέφεται γύρω από μια κρίσιμη στιγμή της ζωής του: τα δέκατα τέταρτα γενέθλια του.

Είσοδος στην εφηβεία

Στο μυθιστόρημα υπάρχει η αφήγηση της ιστορίας του νεαρού Τζον Γκράιμς που μεγαλώνει σε μια φτωχή οικογένεια του Χάρλεμ με πατέρα τον Γκάμπριελ Γκράιμς, ιεροκήρυκα στη μικρή τοπική εκκλησία των πεντηκοστιανών. Όλοι θεωρούν πως κάποια μέρα ο Τζον θα γίνει κι αυτός ένας σπουδαίος ιεροκήρυκας, όμως ο ίδιος, μπαίνοντας στην εφηβεία αρχίζει να σκέφτεται τρόπους για να δραπετεύσει. Η επιθυμία διαφυγής οφείλεται εν μέρει στην έλξη που ασκεί πάνω του το άγνωστο, αλλά και στον τρόμο που του δημιουργεί ο τυραννικός πατέρας του, παρά την προστασία που του παρέχουν η μητέρα του, Ελίζαμπεθ, και η θεία του, Φλόρενς, οι οποίες λειτουργούν ως κυματοθραύστες της πατρικής οργής, ωστόσο ξεσπάει επάνω τους αδικαιολόγητα πολλές φορές.

Στο πρώτο κεφάλαιο περιγράφεται η οικογενειακή ζωή του Τζον, ο θυμός, η φτώχια και οι ενοχές του κάθε μέλους ξεχωριστά. Η ένταση κλιμακώνεται μέχρι να οδηγηθούμε στο πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο, όπου, μετά από μια ολονύχτια παραμονή στην εκκλησία, ο Τζον γίνεται αποδεκτός από την εκκλησιαστική κοινότητα, έχοντας προηγουμένως βιώσει μια κατανυκτική εμπειρία ως νεοφώτιστος, η οποία περιγράφεται ως μια, κάποιου είδους, πνευματική κατάληψη.

Λεπτομερής τοιχογραφία

Στα ενδιάμεσα κεφάλαια περιγράφονται οι περιπέτειες της θείας του, της μητέρας του αλλά και του πατέρα του που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν από τον Νότο στη Νέα Υόρκη, η σκληρή ζωή τους και οι αδικίες που υπέστησαν οι οποίες αντανακλώνται τώρα στη ζωή του Τζον.

Παρότι φαινομενικά στο μυθιστόρημα καταγράφεται η ιστορία μιας οικογένειας μαύρων στο Χάρλεμ, ο Μπόλντουν κατορθώνει να συνθέσει μια ιδιαίτερα λεπτομερή τοιχογραφία της συγκεκριμένης κοινότητας, χρησιμοποιώντας το κάθε μέλος ξεχωριστά ως όχημα προκειμένου να αποτυπωθούν οι επιμέρους ιδιαιτερότητές της. Ταυτόχρονα, αποδίδοντας στα θέματα που πραγματεύεται μια οικουμενική βαρύτητα, τα καθιστά ικανά να ξεφύγουν από τα όρια του μικρόκοσμου του Χάρλεμ και από τα δεινά μιας οικογένειας μαύρων κατά τη δεκαετία του τριάντα, παρουσιάζοντας τους Γκράιμς ως χαρακτήρες μιας βιβλικής ιστορίας οι οποίοι σηκώνουν το βάρος της ανθρώπινης οδύνης, ενώ το μίσος, ο έρωτας, η εκδίκηση, η ενοχή και άλλα βαθιά συναισθήματα που βιώνουν υπερβαίνουν το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο ο συγγραφέας τους τοποθετεί και αποκτούν μια διαχρονική, πανανθρώπινη ποιότητα.

“Η Οδός της Απώλειας”

Το κεντρικό δράμα του βιβλίου αφορά στον αγώνα του Τζον να συνθηκολογήσει με τον εαυτό του, με το παρελθόν του, το παρόν και το μέλλον. Ο αγώνας αυτός αφορά, επίσης στη συνθηκολόγηση με τα μεγαλύτερα μέλη της οικογένειάς του που μετά από μια σειρά ψυχικών και φυσικών κακουχιών μοιάζουν παγιδευμένα, από ισχυρότερες από αυτούς δυνάμεις, σε ένα παρόν που δεν επέλεξαν.

Το εντονότερο συναίσθημα στρέφεται ενάντια στον πατριό του, μια εχθρότητα που ο Τζον αγωνίζεται να ξεπεράσει. Ταυτόχρονα παλεύει με τους πειρασμούς που ελλοχεύουν σε κάθε βήμα του, πειρασμοί που αφθονούν στον εξωτερικό κόσμο, στην “Οδό της Απώλειας”: τη σεξουαλικότητα, την οκνηρία, την αμαρτία, ακόμα και την ελευθερία. Αλλά το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι η ενοχή για τις αμαρτωλές του παρορμήσεις, οι οποίες ενσαρκώνονται στην έλξη που αισθάνεται για έναν μεγαλύτερο νεαρό, τον Ελάιζα. Η καταστολή των διλημμάτων του επέρχεται με τη μεταστροφή του μετά από τη δυνατή υπερβατική του εμπειρία στον ναό, καθώς ο Τζον βγαίνει από το εκστατικό παραλήρημα με την αίσθηση πως έχει τουλάχιστον προσωρινά σωθεί, αν και βαθιά μέσα του γνωρίζει πως η νίκη του είναι προσωρινή και πως οι δυνάμεις του σκότους δεν έχουν οριστικά οπισθοχωρήσει: ο αγώνας του θα συνεχιστεί γιατί δεν έχει ακόμα απαλλαγεί από τον θυμό ενάντια στον πατέρα του, επιπλέον η συγκίνηση που ένιωσε από το φιλί που του έδωσε στο μέτωπο ο Ελάιζα δεν τον έχει εγκαταλείψει.

Το πρώτο αυτό έργο του Μπόλντουιν πραγματεύεται δυο βασικά θέματα της ιστορίας της αμερικάνικης λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα: τον ρόλο της εκκλησίας και τις σχέσεις ανάμεσα σε μαύρους και λευκούς. Η σχέση αυτή παρότι δεν δηλώνεται, υπονοείται σιωπηρά και αποτελεί κεντρικό μέρος της αφήγησης καθώς, εν μέρει εξηγείται και ο λόγος που ο Χριστιανισμός υπήρξε πόλος έλξης για τους υποτελείς: η υπόσχεση ενός καλύτερου μελλοντικού κόσμου τους έδινε τη δύναμη να σηκώσουν τα βάρη της παρούσας μίζερης καθημερινότητάς τους και κατέστειλε την ορμή της επιθυμίας για χειραφέτηση και την ανάγκη απόδοσης δικαιοσύνης».

*Αργυρώ Μαντόγλου, «Ανέβα στο βουνό να το φωνάξεις» του Τζέιμς Μπόλντουιν (κριτική) – Η ιστορία της δύσκολης ενηλικίωσης ενός αγοριού στο Χάρλεμ του ’30», bookpress.gr, 15/4/2024

Ο Βραβευμένος μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας James Baldwin

Ο Τζέιμς Μπόλντουιν γεννήθηκε στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης στις 2 Αυγούστου του 1924. Το πρώτο του μυθιστόρημα, “Go Tell It on the Mountain” εκδόθηκε το 1953. Ζωντανεύοντας τις εμπειρίες του ως νεαρού ιεροκήρυκα στους δρόμους του Χάρλεμ, γνώρισε αμέσως επιτυχία και ακολούθησε το “Giovanni’s Room”, που ερευνά το ζήτημα του ομοφυλοφιλικού έρωτα με ευαίσθητο και επιβλητικό τρόπο. Το “Another Country” (1963) προκάλεσε λογοτεχνική έκρηξη και το 1964 ακολούθησαν δύο βιβλία το “Nobody Knows my Name” και το “Notes of a Native Son”, τα οποία περιέχουν αρκετές από τις ιστορίες και τα δοκίμια που του χάρισαν φήμη τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη. Το “Nobody Knows my Name” επιλέχτηκε από την Αμερικανική Ένωση Βιβλιοθηκών ως ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της χρονιάς εκείνης. Το “Going to Meet the Man” ήταν η πρώτη συλλογή διηγημάτων του Τζέιμς Μπόλντουιν. Εξέδωσε συλλογές δοκιμίων, μεταξύ των οποίων “The Fire Next Time” (1963), “Nothing Personal” (1964), “No Name in the Street” (1971), “The Devil Finds Work” (1976), “Evidence of Things not Seen” (1983) και έγραψε δύο θεατρικά έργα: “The Amen Corner” (1955) και “Blues for Mr Charlie” (1965). Στα μυθιστορήματά του συγκαταλέγονται τα “If Beale Street Could Talk” (1974), “Little Man, Little Man” (1975) και “Just Above my Head” (1979).

Ο Τζέιμς Μπόλντουιν κέρδισε βραβεία, υποτροφίες και επιχορηγήσεις, ενώ το 1986 παρασημοφορήθηκε από τη Λεγεώνα της Τιμής. Πέθανε το 1987 στο σπίτι του στη Γαλλία. Η νεκρολογία των “Times” έγραφε: «Τα καλύτερα έργα του αντέχουν σε σύγκριση με οτιδήποτε εκδόθηκε την ίδια εποχή στις Ηνωμένες Πολιτείες», ενώ το “Newsweek” τον χαρακτήρισε ως «έναν οργισμένο συγγραφέα η ευφυΐα του οποίου ήταν τόσο προκλητική και η γραφή του τόσο καλαίσθητη, ώστε δεν άργησε να γίνει ο μαύρος συγγραφέας που οι λευκοί φιλελεύθεροι δεν έπαψαν να φοβούνται».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.