Οι «Δυο Παναγιες» της Καβαλας: Μια «ποιητικη» περιηγηση στη γραφικη συνοικια της Παλιας Πολης
Στην εποχή της ταχύτητας και της βιασύνης, ο Παντελής Δ. Ιατρουδάκης έρχεται με τη νέα έκδοσή του, «Δύο Παναγίες (2013-2021)», να μας υπενθυμίσει τη δύναμη της παρατήρησης και της στοχαστικής περιπλάνησης. Στο ιδιαίτερα προσεγμένο τετράγωνο λεύκωμα-δοκίμιό του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν, η φωτογραφική πράξη συναντά την ποιητική, η αρχιτεκτονική ματιά συλλαμβάνει το φως και τη φθορά, και ο γενέθλιος τόπος της Καβάλας αποτυπώνεται όχι απλώς ως τοπίο, αλλά ως βιωμένος χώρος, με ποικίλες προσλήψεις.

Το λεύκωμα αυτό, που εμπεριέχει κείμενα και φωτογραφίες του κ. Ιατρουδάκη, προλογίζει ο Καθηγητής Αρχιτεκτονικής Δημήτρης Αντωνακάκης, ενώ στην έκδοση αυτή συνέδραμαν και οι Μιχάλης Λυχούνας, με συμβουλές τοπικής έρευνας, η Ελένη Γαραντούδη στην επιμέλεια και ο Νίκος Καραγιαννακίδης στην επικουρική επιμέλεια.
Ο Παντελής Ιατρουδάκης, αρχιτέκτονας, που σήμερα ασχολείται με τη Διοίκηση Ψηφιακής Σχεδίασης, και ερασιτέχνης –αλλά εξαιρετικά επιμελής και ευαίσθητος– φωτογράφος, επανέρχεται στη συνοικία της Παναγίας στην Παλιά Πόλη της Καβάλας όχι ως τουρίστας ή περιηγητής, αλλά ως «μυστικός» συνομιλητής των κτισμάτων, των δρομίσκων και του φωτός. Η Παναγία, μια συνοικία-τοπόσημο στην πόλη της Καβάλας δεν είναι, τελικά, μία. Είναι δύο, όπως δηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου: Δύο όψεις ενός χώρου που δεν διαχωρίζεται με διακριτή γραμμή, αλλά με τον ψυχισμό του παρατηρητή.
Το βιβλίο αποτελεί καρπός πολυετούς ενασχόλησης (2013-2021) και δεν αρκείται στην αισθητική εντύπωση, την αρχιτεκτονική παρατήρηση και την προσωπική εμπειρία, αλλά συνθέτει ένα ενιαίο αφήγημα, που κινείται ανάμεσα στην ιστορική περιδιάβαση και την υπαρξιακή φωτογραφική ποίηση. Για να γίνει περισσότερο αντιληπτό το περιεχόμενό του, ακολουθούν οι προσλήψεις δύο οξυδερκών αναγνωστών. Συγκεκριμένα, η αναγνωστική ματιά της συμπατριώτισσας του κ. Ιατρουδάκη και καταξιωμένης συγγραφέα Μανίνας Ζουμπουλάκη, η οποία δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα “Athensvoice” –από το κείμενό της προέρχεται και ο τίτλος του παρόντος–, καθώς και η κριτική της Κατερίνας Γκιουλέκα, αποφοίτου του Πολυτεχνείου του Μονάχου και ποιήτριας, που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα “Culturebook”.
Ας περιδιαβούμε, λοιπόν, στα σοκάκια της «διπλής» Παναγίας της Καβάλας…

Μανίνα Ζουμπουλάκη, «Ένα βιβλίο για την Παναγία της Καβάλας, την οποία κοιτάζει από δύο πλευρές και με διαφορετικό βλέμμα»
Το βιβλίο είναι βαρύ, τετράγωνο και αυτό που λέμε «δύσκολο»: ο συγγραφέας του, Παντελής Ιατρουδάκης, γράφει με έναν ιδιαίτερο και όχι εύκολο τρόπο, ίσως για ανθρώπους που μελετάνε (ακόμα) βιβλία, σίγουρα για ανθρώπους που διαβάζουν ποίηση. Έχει τίτλο «Δύο Παναγίες» και, παρόλο που μεγάλωσα στην Καβάλα, αναρωτήθηκα τι εννοεί. Η Παναγία, η μεγάλη συνοικία στην Παλιά Πόλη της Καβάλας, στην ανατολική μεριά του λιμανιού, είναι μία, δεν είναι; Με κτίσματα του 18ου αιώνα, όπως η Οικία του Μεχμέτ Αλή, με την εκκλησία-σύμβολο, που χτίστηκε το 1957 πάνω σε έναν ναό του 15ου αιώνα, το Τζαμί του Χαλίλ Μπέη, το πολυτελές ξενοδοχείο Ιμαρέτ, τα παλιά ωραία σπίτια με τα καφασωτά… και τα κρυφά δρομάκια που οδηγούν στη θάλασσα ή σε αδιέξοδα, δηλαδή σε θανατηφόρα, απότομα βράχια κρεμασμένα πάνω από τη θάλασσα.
Μετά, διαβάζοντας αργά αργά το «Δύο Παναγίες», σχεδόν κατάλαβα τι εννοεί ο συγγραφέας: η μία Παναγία είναι αυτή που βλέπει το λιμάνι, η δυτική, κι η άλλη βλέπει τη Θράκη, η ανατολική. Δεν χωρίζονται με σύνορα, εννοείται η μία μπαίνει μέσα στην άλλη, εννοείται τα σπίτια μοιάζουν ίδια, τόσο από τη μία όσο και από την άλλη πλευρά.
Ακόμα πιο μετά, κοιτάζοντας προσεκτικά τις ασπρόμαυρες, εντυπωσιακές φωτογραφίες που συνοδεύουν τα κείμενα, ή μάλλον που κυριαρχούν στις σελίδες, κατάλαβα ότι το «σχεδόν» χωράει πολλά πράγματα μέσα του… κι ότι, τελικά, αυτή η παλιά, γραφική συνοικία της Καβάλας έχει όντως δύο διακριτές πλευρές. Όχι τόσο ως προς την εμφάνιση όσο ως προς την ατμόσφαιρα και το φως, το οποίο φως στην Καβάλα είναι διαφορετικό απ’ ό,τι στην υπόλοιπη Ελλάδα – και δεν το λέω επειδή εκεί μεγάλωσα (τώρα που το σκέφτομαι, το Αμύνταιο, στη Δυτική Μακεδονία, έχει ένα παρόμοιο φως με αυτό της Καβάλας, αλλά μόνον όταν δεν το πιάνει υγρασία).
Τέλος πάντων, το βιβλίο είναι ενδιαφέρον, επιμορφωτικό, ποιητικό εκτός από ωραίο, ο συγγραφέας και φωτογράφος Παντελής, αρχιτέκτονας που «ασκεί τη Διοίκηση Ψηφιακής Σχεδίασης και φωτογραφίζει ερασιτεχνικά», έχει κάνει τρομερή έρευνα, με βιβλιογραφία, αμέτρητες παραπομπές, με μεγάλη σοβαρότητα, αλλά κυρίως με μεγάλη αγάπη. Τόσο για τη φωτογραφία όσο και για τη συνοικία της Παναγίας, αυτήν με τα δύο πρόσωπα, την Παλιά Πόλη μιας πολύ θεωρητικής, όμορφης, σύγχρονης πόλης.

Κατερίνα Γκιουλέκα, «Ένα φωτογραφικό λεύκωμα πολύπλευρο κόσμημα»
Ο συνάδελφος αρχιτέκτονας και φίλος Παντελής Ιατρουδάκης εξέδωσε από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν της Θεσσαλονίκης ένα εκ πρώτης όψεως φωτογραφικό λεύκωμα, ένα εντούτοις πολύπλευρο κόσμημα, με τον τίτλο «Δύο Παναγίες».
Περιπλανώμενος στη γενέθλια πόλη της Καβάλας, διαθέτοντας χρόνο, αλλά κυρίως προσφέροντας ψυχή, ο Ιατρουδάκης ξεκίνησε να φωτογραφίζει στην πόλη τον λόφο-ακρωτήρι της Παναγίας με το έμπειρο μάτι του αρχιτέκτονα και συνέχισε εκεί όλο και πιο προσεκτικά, κάθε φορά εστιάζοντας και σε νεότερα σημεία και νέες πτυχές του βιωμένου χώρου.
Το σκοπούμενο αντικείμενο δεν αντιμετωπίζεται ως άψυχο περιβάλλον, αλλά ζωντανεύει από την ίδια την ανα-πνοή του φωτογράφου που το αγαπά όλο και βαθύτερα (συμπέρασμα εκ του αποτελέσματος) ως δοχείο ζωής. Δανείζομαι τον χαρακτηρισμό από τον αρχιτέκτονα Άρη Κωνσταντινίδη, ο οποίος επισήμανε με αυτόν την άρρηκτη σχέση των κατασκευών στον χώρο με τις ζωές των ανθρώπων, συνθήκη που κατεξοχήν πιστοποιείται στα ζυμωμένα στον χρόνο περιβάλλοντα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.
Με την επιμονή και την επανάληψη ο Ιατρουδάκης, περιδιαβαίνοντας, διαβάζει όλο και εμβριθέστερα τον χώρο και αποκτά σταδιακά μια συλλογή από προσλαμβάνουσες, αλλά και από τελικές εικόνες, η οποία οδηγεί το νήμα της σκέψης του στο να συνδυάσει, από μια χρονική στιγμή και μετά, τα φυσικά, γεωγραφικά, ιστορικά, αρχιτεκτονικά και κοινωνικά στοιχεία, και να καταλήξει σε μιαν ανάλυση της παλιάς πόλης, που αφ’ ενός μας ξαφνιάζει απολαυστικά και αφ’ ετέρου μας συστήνει ουσιαστικά τον τόπο.
Καταλήγει λοιπόν, μετά κι από ενδελεχή μελέτη πλήθους γραπτών τεκμηρίων, να παραδώσει μια σύντομη αλλά πολύ ουσιαστική επιστημονική –αποτολμώ να πω– πραγματεία για όσα διαπιστώνει, γραμμένη με γλώσσα αρκετά ποιητική και συνοδευόμενη αφενός από δικά του επεξηγηματικά σκαριφήματα-μινιατούρες, εξαιρετικής αφαίρεσης και λεπτουργίας, και αφετέρου από την επίσης δική του λεπτομερή και στοχευμένα οργανωμένη φωτογράφηση, η οποία είχε σε μεγάλο βαθμό προηγηθεί.
Ωστόσο, αυτό που δεν θα μπορούσε να προκύψει από τη μελέτη τόσο του διαθέσιμου στον φυσικό χώρο υλικού όσο και των τεκμηρίων από τρίτους ερευνητές είναι ακριβώς η ποιότητα και η πνοή αυτής της φωτογράφησης. Μιας φωτογράφησης που είχε ξεκινήσει με αναλογικά μέσα, αλλά, εξ όσων φαίνεται, απογειώθηκε με τα ψηφιακά.

Η ματιά του Ιατρουδάκη πάλλεται ανοιγοκλείνοντας στο φως και μας παραδίδει απαράμιλλης ομορφιάς στιγμιότυπα, βγαλμένα από την καθημερινή αιωνιότητα του χώρου.
Δεν χορταίνεις να θαυμάζεις (σε αγκύλη οι αριθμοί σελίδων):
—Το κέντημα του φωτός στις επιφάνειες.
—Τη βλάστηση που αναδεικνύεται, όπως εξανθρωπίζει το δομημένο περιβάλλον [32].
—Το φωτογραφικό αποτέλεσμα με λεπτολογία γκραβούρας [33].
—Τη ματιά του φωτογραφικού υποκειμένου, όπως σκηνοθετεί τη γαλήνη απόντων ιαπωνικών κήπων [35].
—Την ανάδειξη των θεϊκών χαράξεων των τοπίων [39].
—Το φως, όπως χειρουργεί το σώμα της πόλης [40].
—Την εντροπία να έρπει προς το χωνευτήρι του πελάγους [41].
—Κατάματα τις ζωές των ανθρώπων [50].
—Το σοβάτισμα να έχει εξημερώσει τους δαιμονικούς ψιθύρους της φύσης [56-57].
—Τη συγκινητική τεκμηρίωση της λατρευτικής αγάπης του τόπου.
—Τα πολλαπλά layers της ανθρώπινης επέμβασης (χειρονομίας) [67].
—Τους αφηρημένους κονστρουκτιβιστικούς πίνακες φωτός [69].
—Τον αρχιτέκτονα να φωτογραφίζει την υγρασία και το αεράκι στη σκιά.
—Κλείνοντας το μάτι σε οπτικές απάτες, όπου ο τραυματισμένος σοβάς γίνεται νεφέλωμα που στέφει το σαχνισί [74].
—Το μάτι του φωτογράφου να γεωμετρεί τον ουρανό [82].
—Τη γενέθλια πόλη ως Ιανό. Την Παναγία της κοινότητας και την Παναγιά των σπλάχνων.
Ο Ιατρουδάκης, αρχιτέκτων μηχανικός με πολυετή προϋπηρεσία στην προσεκτική και σε πλήρες εύρος οργάνωση της ψηφιακής σχεδίασης και την τεκμηρίωση των σχετικών προτύπων, εργασία απαιτητική και επίπονα ορθολογική, με στόχευση τη σύνταξη ενός τελικού χρήσιμου πολυεργαλείου, μίας κοινής και εύχρηστης μεθόδου για την κοινότητα των σχεδιαστών μηχανικών, με αξιομνημόνευτη προσωπική πειθαρχία και αφιέρωση στον σκοπό αυτής της ενασχόλησης στο πλευρό των αρχιτεκτονικών κ.ά. μελετητικών γραφείων της Αθήνας, αλλά στη συνέχεια και του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας, μας αποκαλύπτει σε αυτό το βιβλίο του ένα νέο πρόσωπο. Με την ίδια προσεκτική και τεκμηριωμένη αναλυτική σκέψη του μας προσφέρει τον μίτο να περιδιαβούμε σε μια φωτογραφική περιπλάνηση που αποκαλύπτει μιαν απρόβλεπτη βαθύτατη ευαισθησία και ποιητικότητα, ποιότητες που κατάφερε να αποσπάσει από μέσα του αναστρεφόμενος ο ίδιος ο φωτογραφικός του φακός.
Το βιβλίο προλογίζει ο Δάσκαλος, Καθηγητής της Αρχιτεκτονικής Δημήτρης Αντωνακάκης.
Από το εξώφυλλο μέχρι τον αρχιτεκτονημένο κολοφώνα του ένας τετράγωνος τόμος, μοναδικά εκλεκτός, ασπρόμαυρος με ελάχιστες κόκκινες επισημάνσεις στα τυπογραφικά ποικίλματα, αλλά πλούσια πολύχρωμος, έμπλεος από αγνά αισθήματα και τίμια χωρική παραμυθία!
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
