«Ο Γ. Ιωαννιδης μας ξαναθυμιζει οτι η καρδια εχει αναγκη μοναχα απο ιστοριες που της μιλουν με εναργεια και λιτοτητα για τα σπουδαια του κοσμου»

Από την παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων του Γιάννη Ιωαννίδη, «Ξυπνήστε ρε! Δεκαπέντε “Καρύδια”* διηγήματα», στην Κομοτηνή

«Τέντωσα το κορμί με δυσπιστία και πράγματι ένιωσα όλη εκείνη την άνεση στις κινήσεις που είχα πριν. Ο αφαλός είχε φαίνεται πάρει τον δρόμο της επιστροφής, γιατί κανένα σημάδι, κανένας χτύπος δεν πρόδιδε την παρουσία του άλλου. Είχαμε κάνει μερικά βήματα μέχρι την αυλή κι ούτε πόνος ούτε τίποτα.»

Αυτό, φίλες και φίλοι, είναι ένα απόσπασμα ενός εκ των δεκαπέντε διηγημάτων του βιβλίου που παρουσιάζουμε, το οποίο φέρει ως τίτλο «Ο αφαλός και οι δρόμοι του» και συγκεφαλαιώνει –κατ’ εμέ– εξ ολοκλήρου τον κεντρικό φιλοσοφικό άξονα γύρω από τον οποίο ο συγγραφέας μας, ο Γιάννης Ιωαννίδης, δόμησε την εκτύλιξη των δεκαπέντε πολύτιμων Καρύινων ιστοριών του. Αυτός του αφαλού ή άλλως του ομφαλού της υπόστασής μας. Δηλαδή, της μνήμης του τόπου και του ηθογραφικού σύμπαντός του, που μας συνδέει άρρηκτα με την απαρχή της ύπαρξής μας και στέκει αέναα ως ακοίμητος διαφεντευτής της ανθρώπινης πεμπτουσίας μας. Ο ομφαλός της συμμετρίας των σωμάτων και των ψυχών μας. Η μνήμη, τα σπαράγματά της, οι αλήθειες της, οι ομορφιές των βιωμάτων της, που μας συνέχουν και που στέκονται αγέρωχοι και καλλίμορφοι οδοδείκτες στο επίγειο διάβα μας.

Πριν, όμως, σας σεργιανίσω περαιτέρω υπό την προσωπική μου αναγνωστική θεώρηση στο διηγηματικό σύμπαν του Γιάννη Ιωαννίδη, θέλω, κατ’ αρχάς, να ευχαριστήσω εκ βάθους καρδίας τόσο τον συγγραφέα όσο και τη συντονίστριά μας, για την τιμητική πρόσκληση να συμπαρουσιάσω το εξαιρετικό αυτό πόνημα. Κι επιτρέψτε μου, επιπρόσθετα, στην απαρχή της ομιλίας μου, να μοιραστώ μαζί σας και τη συγκίνησή μου για τα αποψινά παιχνιδίσματα της καλόγνωμης Μοίρας του βίου μου.

Σήμερα αισθάνομαι –όπως θα ’λεγε κι ο ποιητής– «σαν να δαγκώνω ένα δάκρυ χαράς του παλιού καιρού». Εδώ, στην αυλή της Τσανακλείου, που γειτνιάζει με τον χώρο όπου στα εφηβικά μου χρόνια, μαζί με άλλα παιδιά –ένα εκ των οποίων και ο Γιώργος Μανανάς, που είναι παρών– ευλογήθηκα να ζήσω την ακριβή και ανεκτίμητη πνευματική εμπειρία της ιδεολογικής μου συγκρότησης, συγκάθειμαι ομοτράπεζη με τους τότε καθοδηγητές μου.

Τον Γιάννη τον Σιούλα, που ως φοιτητής της Νομικής, ήταν ο άνθρωπος που ανέλαβε επί χρόνια –έμπλεος ενθουσιασμού και πλήρους συνειδητοποίησης της σπουδαιότητας της αποστολής του– να διαπλάσει τα άγουρα νεανικά μυαλά μας ως ολοκληρωμένες και συγκροτημένες θεωρητικά πολιτικές οντότητες.

Και τον συγγραφέα μας, τον αγαπημένο μας κύριο Γιάννη Ιωαννίδη, έναν εκ των υπευθύνων της Νομαρχιακής Επιτροπής του κόμματος –στο οποίο ανήκαμε– για το μαθητικό τμήμα.

Κλείνω αυτήν την παρένθεση ενθύμησης και αφειδώλευτης προσωπικής, συγκινησιακής φόρτισης κι επιστρέφω στο βιβλίο μας, που φέρει τον εγερτικό και γενεθλιακό συνάμα τίτλο: «Ξυπνήστε ρε! Δεκαπέντε “Καρύδια”* διηγήματα». Δεκαπέντε εξιστορήσεις του παραμυθητικού πλούτου, που κατέλειπε στον συγγραφέα μας η αδιάρρηκτη σχέση του με τον τόπο –καταγωγικό και μη– κι ό,τι αυτός εμπεριέχει: έμψυχα και άψυχα όντα, δομημένο σύμπαν, φυσικό περιβάλλον. Δεκαπέντε σύντομες ιστορίες για τις περιπέτειες του ανθρώπινου βίου και για την αριστοκρατία του ήθους του παλιών καιρών, που ως απόηχος συναισθηματικής θαλερότητας έρχονται ως τις μέρες μας.

Η Καρυδιά της προσφυγιάς, της μετανάστευσης, της αγωνίας για επιβίωση, της πάλης για πρόοδο και ανάπτυξη, της λαϊκής σοφίας, της παράδοσης και της νεωτερικότητας, μετουσιώνεται στα διηγήματα του Γιάννη Ιωαννίδη σε ένα περίφημο λογοτεχνικό σύμπαν. Ένα σύμπαν, που ως άλλο μεταξένιο, νοερό νήμα συνδέει γόνιμα και δημιουργικά τις διαδρομές του χθες με αυτές του παρόντος και του μέλλοντος. Το ήθος των παλιών ανθρώπων και η κοσμοθεώρηση του αδιατάρακτου της συνύπαρξης όλων των έμβιων όντων με το φυσικό περιβάλλον, γίνεται η στέρεη βάση εκτύλιξης των διηγημάτων. Πάθη, μικρότητες, μεγαλοθυμίες, ματαιώσεις αλλά και δικαιώσεις ονείρων, έχουν ως σκηνικό τους μια φύση –ως επί το πλείστον αυτή της Καρυδιάς– που περιγράφεται με έναν καθηλωτικά γλαφυρό τρόπο

Τότε που ο κόσμος θωρακίζονταν με σμίξιμο, αλληλεγγύη και συμπόρευση.

Τότε που η ευτυχία, αλλά και ο όλεθρος του άλλου ήταν ανυπόκριτο μοίρασμα και έγνοια όλων.

Τότε που οι γερμένοι και στριφογυριστοί από την καταπόνηση του περάσματος του πανδαμάτορα χρόνου κορμοί γέρικων ελιών και τα μεγάλα κι απόκοσμα καραγάτσια σηματοδοτούσαν και ενέγραφαν ανεξίτηλα το διάβα των ανθρώπων στον χωροχρόνο.

Τότε που τα πηγάδια με το λάλον ύδωρ της ζωής έκρυβαν μυστικά αλλόκοτα, που καισάρευαν με τη δύναμη της διάδοσής τους τις ψυχές.

Γιατί το χάρτινο σύμπαν του παρόντος βιβλίου εμπεριέχει τα αποτυπώματα ενός πολιτισμού που τα χωράει όλα: Χαρά, λύπη, ανημπόρια, αγαπητική φροντίδα, πνιγηρά αισθήματα, σκοτεινά βλέμματα, θυσιαστική αλληλεγγύη, καθαρτήριο κλάμα, χαίνουσες πληγές για αμετάκλητες απώλειες, αγωνιστικές παροτρύνσεις για έγερση ενάντια στον ωχαδερφισμό και στην κοινωνική απόσυρση.

Στις χάρτινες ιστορίες της παρούσας διηγηματικής μας συλλογής τίποτε δεν είναι φτιασιδωμένο με ψευδεπίγραφο λυρισμό, που ωραιοποιεί καταστάσεις και εξιδανικεύει συνθήκες και ανθρώπινες διαδρομές. Όλα είναι απέριττα ευθυτενή: ο λόγος, η γραφή, οι λέξεις, που μας παίρνουν σεβαστικά από το χέρι και μας οδηγούν να συνοδοιπορήσουμε με τις μεγάλες βεβαιότητες της πλάσης τούτης.  

Ο συγγραφέας μας, με αριστοτεχνία παλιού παραμυθά, μας ξαναθυμίζει ότι η καρδιά για να ανταμώσει με την ευθραυστότητά της έχει ανάγκη μοναχά από ιστορίες που της μιλούν με ενάργεια και λιτότητα για τα σπουδαία του κόσμου. Ακούστε –επί παραδείγματι– πώς περιγράφεται στο διήγημα «Τάβλι και απουσία» ο θάνατος ως λυτρωτική απόληξη μιας τιτάνιας, κοπιώδους κι εναγώνιας μάχης με την αρρώστια και την ανέκκλητη φθορά της.

«Είναι κι αυτός τρόπος, για να μπορέσει κανείς να ξεφύγει απ’ την ανημποριά. Πολεμάς, πολεμάς, κι ύστερα λες: “Τώρα θα σου δείξω” και πας και γράφεσαι απών. Τότε βέβαια τελειώνουν οι βόλτες, το διάβασμα, το τάβλι. Τελειώνουν όμως και τα σακουλάκια και πού ξέρεις…; Γράφτηκε απών».

Γι’ αυτό είναι πολύτιμοι στις ζωές μας οι ωραίοι παραμυθάδες των γειτονιών του κόσμου, όπως ο κύριος Γιάννης. Γιατί μας βοηθάν να ανταμώσουμε με τους καημούς και τα «πάθια» της ψυχής μας μέσα από ένα βιβλίο, μια αφήγηση, μια έγγραφη αντήχηση αναμνήσεων και θυμοσοφίας, με τρόπο ανεπιτήδευτο, συγκλονιστικό και απλόχερα τρυφερό.

Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Από την πρώτη ιστορία μέχρι και την τελευταία, ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να αποδυθεί σε μια περιδιάβαση σ’ έναν όμορφα παράταιρο λογοτεχνικό πλανήτη, όπου αντηχούν ντοπιολαλιές και κυριαρχούν μικρές ιστορίες μεγάλων στο θυμικό ηρώων. Θα τον συνεπάρουν η συγκίνηση της απώλειας, η τρυφεράδα της αγάπης και του νοιαξίματος, το θρόισμα των φύλλων και το λύγισμα των δέντρων, τα αλυχτίσματα των σκυλιών, που συνδιαμορφώνουν τα χνάρια των ανθρώπων. Θα γοητευτεί από τα λαϊκά γιατροσόφια, που θεραπεύουν σώματα και ψυχές και από τη συνοδοιπορία των γενεών, που εναλλάσσονται κρατώντας η μία το χέρι της άλλης και εγγράφοντας με τις μικροϊστορίες τους τη συλλογική ιστορία του τόπου

Η συλλογή αυτή, όμως, των δεκατριών εκ των δεκαπέντε διηγημάτων συνιστά κι ένα εξαίσιο εγχείρημα καταγραφής όλων εκείνων των στοιχείων που δομούν τον γενέθλιο τόπο του συγγραφέα μας. Άνθρωποι, ζώα, πουλιά, σπίτια, αντικείμενα, δέντρα, φυτά διαπλέκονται αρμονικά κι αλληλένδετα και συνδιαμορφώνουν έναν κόσμο θαυμαστό, περίπλοκο και μυσταγωγικό.

Η Καρυδιά της προσφυγιάς, της μετανάστευσης, της αγωνίας για επιβίωση, της πάλης για πρόοδο και ανάπτυξη, της λαϊκής σοφίας, της παράδοσης και της νεωτερικότητας, μετουσιώνεται σε ένα περίφημο λογοτεχνικό σύμπαν. Ένα σύμπαν, που ως άλλο μεταξένιο, νοερό νήμα συνδέει γόνιμα και δημιουργικά τις διαδρομές του χθες με αυτές του παρόντος και του μέλλοντος. Το ήθος των παλιών ανθρώπων και η κοσμοθεώρηση του αδιατάρακτου της συνύπαρξης όλων των έμβιων όντων με το φυσικό περιβάλλον, γίνεται η στέρεη βάση εκτύλιξης των διηγημάτων. Πάθη, μικρότητες, μεγαλοθυμίες, ματαιώσεις αλλά και δικαιώσεις ονείρων, έχουν ως σκηνικό τους μια φύση –ως επί το πλείστον αυτή της Καρυδιάς– που περιγράφεται με έναν καθηλωτικά γλαφυρό τρόπο. Τέτοιον, που καθιστά το τοπίο και τα όσα το συναποτελούν μάρτυρες και ενεργούς συμμετέχοντες στα διαδραματιζόμενα.

Ένα εκ των διηγημάτων είναι αφιερωμένο στον αείμνηστο Δήμαρχο Κομοτηνής και πολιτικό συνοδοιπόρο πολλών εξ ημών, στον Τάσο τον Βαβατσικλή. Μέσα από μια φανταστική εξιστόρηση με τίτλο «Τσίπουρο άνευ και καυτερή πιπεριά», ο Τάσος, που αγαπήσαμε και επί χρόνια πολλά συμπορευτήκαμε, προβάλλει ολοζώντανος μπροστά μας, σκιαγραφημένος συγκινητικά ευθύβολα από τη λογοτεχνική γραφίδα του συγγραφέα μας:

«Τύπος με ιδιαιτερότητες, χωρίς να είναι εγωκεντρικός, μα ούτε φαντασμένος, με πολύ φροντίδα για τον τόπο και αφοσίωση για την κοινή πρόοδο, μακριά από τα καταναλωτικά πρότυπα, λάτρης της παράδοσης και της παραδοσιακής ζωής γενικά.»

Το βιβλίο αυτό διαβάζεται απνευστί. Από την πρώτη ιστορία μέχρι και την τελευταία, ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να αποδυθεί σε μια περιδιάβαση σ’ έναν όμορφα παράταιρο λογοτεχνικό πλανήτη, όπου αντηχούν ντοπιολαλιές και κυριαρχούν μικρές ιστορίες μεγάλων στο θυμικό ηρώων. Θα τον συνεπάρουν η συγκίνηση της απώλειας, η τρυφεράδα της αγάπης και του νοιαξίματος, το θρόισμα των φύλλων και το λύγισμα των δέντρων, τα αλυχτίσματα των σκυλιών, που συνδιαμορφώνουν τα χνάρια των ανθρώπων. Θα γοητευτεί από τα λαϊκά γιατροσόφια, που θεραπεύουν σώματα και ψυχές και από τη συνοδοιπορία των γενεών, που εναλλάσσονται κρατώντας η μία το χέρι της άλλης και εγγράφοντας με τις μικροϊστορίες τους τη συλλογική ιστορία του τόπου.

Θα παρακινηθεί ολόθυμα από το ακροτελεύτιο διηγηματικό κάλεσμα της κοινωνικής εγρήγορσης και θα απομείνει περιδεής και συγκινημένος μ’ ένα δάκρυ στις άκρες των ματιών του, αντικρίζοντας τον Γιώργη του δέκατου τέταρτου διηγήματος να θρηνεί τους νεκρούς του και να ανασυνθέτει τον παράδεισο της ευτυχίας που απώλεσε οριστικά, θωρώντας τις φωτογραφίες τους κρεμασμένες σ’ ένα αρντίτς, σ’ ένα βελονωτό δεντράκι του τόπου του, μπροστά στη θαλπωρή της φλόγας ενός τζακιού. Γιατί, όπως και στον βίο μας, έτσι και στο βιβλίο τούτο, τα πάντα είναι τόπος κι ενθύμηση.

Κύριε Γιάννη, εύχομαι να είναι καλοτάξιδο στον νου και στις ψυχές των αναγνωστών του και να βρει τη θέση που του αρμόζει στις βιβλιοθήκες τους.

*Η Σοφία Μενεσελίδου είναι φιλόλογος και επιστημονική σύμβουλος Δημάρχου Κομοτηνής. Το παρόν κείμενό της είναι η ομιλία της στην εκδήλωση παρουσίασης της συλλογής διηγημάτων του Γιάννη Ιωαννίδη, «Ξυπνήστε ρε! Δεκαπέντε “Καρύδια”* διηγήματα» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2026), που διοργανώθηκε στο πλαίσιο των δράσεων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κομοτηνής και της ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ. «Κομοτηνή Εν Δράσει», από τις εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης και τον Πολιτιστικό Σύλλογο Καρυδιάς και Φίλων, στον προαύλιο χώρο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, την Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026.

Βλ. σχετικό ρεπορτάζ ΕΔΩ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.