Μια ζωη ξαναγραφεται με φωνη «δανεικη»

Νίκος Δαββέτας, «Η δεσμοφύλακας», Νάντια Κουτσουρούμπα επιμ., εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2025, σ. 160.

«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»

«Όταν η νόσος του Αλτσχάιμερ είχε καταβάλει πλήρως τη μητέρα μου, εκείνη εξακολουθούσε να θυμάται με τον δικό της τρόπο τα χρόνια που υπηρετούσε ως σωφρονιστική υπάλληλος στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ και Κορυδαλλού. Μπορεί να μη θυμόταν ποιος ήμουν, πού ζούσε και σε ποια εποχή, όμως ανέφερε συχνά, με τα μικρά τους ονόματα, δεκάδες κρατούμενες, ποινικές και πολιτικές, με τις οποίες είχε συγχρωτιστεί. Και όσο εκείνη ξαναζούσε “τα χρόνια του καθήκοντος”, ως δεσμοφύλακας, αναγκαστικά τα ξαναζούσα κι εγώ, καθώς η παιδική μου ηλικία είχε σημαδευτεί από διαδοχικές επισκέψεις “στη δουλειά της μαμάς”.

Το κοινό μας ταξίδι ως το αναπότρεπτο τέλος της, οι παραληρηματικοί μονόλογοι και οι καθημερινοί μας διάλογοι, μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της ασθένειας, διασώθηκαν σε δυο πυκνογραμμένα τετράδια. Τώρα, δεν ξέρω αν συνιστούν μια εξομολόγηση μεταμφιεσμένη σε μυθοπλασία ή μυθοπλασία μεταμφιεσμένη σε αυτοβιογραφική εξομολόγηση».

Ν. Δ.

Στο πρόσφατο βιβλίο «Η δεσμοφύλακας» του Νίκου Δαββέτα, η σχέση μητέρας και γιου ξεδιπλώνεται μέσα από μια πυκνή, συγκινητική αφήγηση. Η μητέρα, πρώην σωφρονιστική υπάλληλος, χάνει σταδιακά τον έλεγχο της ίδιας της της μνήμης
–εκείνης που κάποτε κράταγε «δέσμιους» άλλους ανθρώπους. Ο γιος, από την πλευρά του, γίνεται ο νέος «φύλακας»: όχι μόνο του αδύναμου σώματός της, αλλά και «θεματοφύλακας» της ιστορίας της. Η φροντίδα του δεν είναι μόνο φυσική, αλλά και αφηγηματική. Με τα τετράδιά του γίνεται αρχείο της ζωής της –κι ενδεχομένως και της δικής του. Πρόκειται για μια σχέση εσωτερικής μετακίνησης, εκεί όπου το παιδί μετατρέπεται σε γονιό του γονιού του, κι η τρυφερότητα διαποτίζεται με ενοχή, οδύνη και –τελικά– παρηγοριά.

Η λογοτεχνία ανέκαθεν στάθηκε απέναντι στη φθορά με ένα είδος αξιοπρέπειας. Όταν η πραγματικότητα αρχίζει να ξεγλιστρά και οι λέξεις γίνονται τα μόνα σημάδια που απομένουν, τότε η γραφή μετατρέπεται σε καταφύγιο, ή και σε τελευταία πράξη φροντίδας. Αυτό συμβαίνει συχνά στα λογοτεχνικά έργα που αγγίζουν το θέμα του Αλτσχάιμερ: εκεί όπου η μνήμη σβήνει, η σχέση ανάμεσα στον φροντιστή – παιδί και τον γονιό αποκτά σχεδόν ιερό χαρακτήρα. Το αποδεικνύουν πολλά μυθιστορήματα που τα τελευταία χρόνια πραγματεύονται το θέμα της άνοιας, με πολλούς αφηγηματικούς τρόπους, από τον Georgi Gospodinov στο «Χρονοκαταφύγιο» (εκδ. Ίκαρος, 2021), μέχρι τον Eribon στο «Η ζωή, τα γηρατειά και ο θάνατος μιας γυναίκας του λαού» (εκδ. Νήσος, 2024) και την Avni Doshi στην «Καμένη ζάχαρη» (εκδ. Κλειδάριθμος, 2021) ή την Emma Doude van Troostwijk στο «Αυτοί που ανήκουν στη μέρα» (εκδ. Πόλις, 2024).

Αυτά μου ήρθαν πρόχειρα στο μυαλό, διαβάζοντας το νέο μυθιστόρημα του Νίκου Δαββέτα και προσπάθησα να σκεφτώ τι κάνει διαφορετικά ο δικός μας αγαπημένος συγγραφέας. Αρχικά, η γραφή του είναι μια τελετουργία μνήμης, αφού τα τετράδιά του, αλλά και οι επιστροφές στο πατρικό σπίτι καταλήγουν να είναι πράξεις αντίστασης στον χρόνο. Θέματα μικρά και πεζά (που γιγαντώνονται όμως υπό το φως της διαθλασμένης πραγματικότητας της ασθένειας), οι σχέσεις μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, ο τρόπος με τον οποίο οι οικειότητες μπορούν να ξετυλιχτούν, το χρέος που κουβαλάμε για όσους μας αγαπούν, όλα μπαίνουν στο λογοτεχνικό σύμπαν αυτού του ευσύνοπτου μυθιστορήματος. Και μας κάνουν απολύτως κατανοητό (σε μας που δεν έχουμε αντιμετωπίσει μια τέτοια κατάσταση) ότι η πραγματικότητα της καθημερινής ζωής είναι ταυτόχρονα δύσκολα διαχειρίσιμη, αναπόφευκτη αλλά και βαθιά ανθρώπινη. Γι’ αυτό και υπάρχει αυτή η συναισθηματική πολυφωνία. Η τρυφερότητα συνυπάρχει με θυμό, αλλά και με ανάγκη συμφιλίωσης και λύτρωσης. Η λογοτεχνία του Δαββέτα δεν λειαίνει τον πόνο, τον αποτυπώνει με ειλικρίνεια. Η κατάσταση συχνά απογοητεύει και «αποξενώνει» τον αφηγητή- φροντιστή από τη μητέρα του –πλέον όλο και πιο σπάνια συνδέονται– κι αυτό είναι ένα οδυνηρό συναίσθημα.

Το πιο σημαντικό όμως ερώτημα που θέτει ο συγγραφέας είναι το τι μας συμβαίνει όταν οι αναμνήσεις μας εξαφανίζονται. Χωρίς να αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο η μνήμη αποτελεί το στερέωμα της ταυτότητάς μας και της προσωπικής μας αφήγησης, με τον τρόπο που δομεί το βιβλίο του καταδεικνύει πως η μνήμη «συγ-γράφεται» από άτομα που συλλογικά θυμούνται συγκεκριμένες ιστορίες και συνεχίζουν να τις επαναδιατυπώνουν και να τις αναδιατάσσουν, «μεταμορφώνοντας» ο ένας τις αναμνήσεις του άλλου. Το συναντάμε ξεκάθαρα στις σελίδες του βιβλίου αυτού, καθώς ο Δαββέτας δίνει τον λόγο στη μητέρα του, για να εξιστορήσει περιστατικά από την επαγγελματική της ζωή, ως δεσμοφύλακας, στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού και Αβέρωφ, ταυτόχρονα με κάποια περιστατικά της προσωπικής της ζωής, ενώ ο ίδιος συμπληρώνει κενά ή δίνει τη δική του οπτική στα λεγόμενά της, καταγράφοντας τις προσωπικές του μνήμες. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο προσόν∙ πως αξία έχουν οι μοιρασμένες εμπειρίες· οι αμφίσημες περιοχές, αυτά που έμειναν για καιρό στο περιθώριο, που ποτέ δεν ειπώθηκαν ξεκάθαρα, όσα εγχαράσσουν αποτύπωμα και όσα κρύβονται στη σκιά. Μέσα από κάθε αφήγηση, το πιεστικό «τώρα» της αρρώστιας απομακρύνεται και δίνει τη θέση του σε ένα «τότε», που μοιάζει πιο σταθερό, πιο διαυγές. Ή, τουλάχιστον, έτσι φαίνεται. Γιατί ίσως, μέσα από τη γραφή, ο συγγραφέας ανακαλύπτει άλλες διαστάσεις –βλέπει πίσω αλλιώς, σαν να κοιτάζει για πρώτη φορά.

Διαβάζοντας το κείμενο, παρακολουθούμε τη μητέρα του αφηγητή-συγγραφέα σε διάφορες φάσεις της ζωής της: κορίτσι, μητέρα, σύζυγο, σκληρά εργαζόμενη∙ πάντα με τη μορφή μιας ανάμνησης βιωμένης ως παρόν. Και τα πράγματα που θυμάται φαίνεται πως τη βρίσκουν περισσότερο απ’ ό,τι τα βρίσκει η ίδια. Της έρχονται κομματιαστά, σαν σελίδες κομμένες από ένα βιβλίο, σαν φύλλα ημερολογίου σκορπισμένα στον άνεμο. Πρέπει ως αναγνώστες να αναδιατάξουμε αυτήν τη σπασμένη, διάσπαρτη συλλογή αναμνήσεων; Να βάλουμε σε σειρά (ημερολογιακή κι όχι μόνο) τις σκέψεις της και τη ζωή της; Θαρρώ πως όχι. Η σειρά δεν έχει καμιά σημασία∙ ίσως μόνο η επιθυμία μας να μάθουμε περισσότερα γι’ αυτήν την ενδιαφέρουσα γυναίκα.

Ο Νίκος Δαββέτας προβληματίζεται εάν τα γραφόμενά του «συνιστούν μια εξομολόγηση μεταμφιεσμένη σε μυθοπλασία ή μυθοπλασία μεταμφιεσμένη σε αυτοβιογραφική εξομολόγηση». Επινοημένα ή μη, τα έχει δημιουργήσει κι επινοήσει όλα στον βαθμό που το να ζεις και να δημιουργείς είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Η οριοθέτηση μεταξύ μυθοπλασίας και μη μυθοπλασίας μπορεί να φαίνεται θολή, ωστόσο το αποτέλεσμα αυτής της συγγραφικής απόπειρας είναι πολύ ευδιάκριτο. Πρόκειται για ένα ντοκουμέντο ζωής, προσωπικό χρονικό, η αναμέτρηση του συγγραφέα, αλλά πρωτίστως του γιου με την αγάπη, την ευθύνη, την ανάγκη του ανθρώπου να θυμάται.

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.