ΙΙ. Χρηστος Χαρτοματσιδης
Είχα τη χαρά πριν από εφτά χρόνια να παρουσιάσω μαζί με την Κατερίνα Σχοινά και τον Χάρη Μιχαλόπουλο το τότε καινούργιο βιβλίο του Μισέλ, τη νουβέλα «LadyCortisol» (εκδ. Πατάκη, 2016). Απόψε θα σας μιλήσω για το τελευταίο του έργο, «Αμήν. Προσευχές στο Κενό» (εκδ. Πατάκη, 2024).
Ο Μισέλ Φάις είναι γνωστός κι αγαπητός συγγραφέας στην πόλη μας. Έχει γεννηθεί στην Κομοτηνή και συνεχίζει την πορεία του στην Αθήνα. Υπεύθυνος των σελίδων του βιβλίου στην «Εφημερίδα των Συντακτών», επιμελείται λογοτεχνικές σειρές και διδάσκει δημιουργική γραφή στη σχολή των εκδόσεων Πατάκη και στο Πανεπιστήμιο της Δυτικής Μακεδονίας.
Και τότε είχα επισημάνει πως το βιβλίο του είναι ένα ασυνήθιστο βιβλίο. Αυτό που διαφέρει από τα άλλα είναι η συνεχής προσήλωση του Μισέλ στη φόρμα, η προσπάθειά του να εφευρίσκει και να πειραματίζεται με καινούργιες τεχνοτροπίες, να δοκιμάζει καινοτόμες τεχνικές, να προβληματίζει και πολλές φορές να προβοκάρει αναγνώστες και κριτικούς. Η νουβέλα του «Lady Cortisol» ήταν γραμμένη σαν ερωτήσεις κι απαντήσεις, χωρίς όμως να υπάρχουν σημεία στίξης και διαφορετικοί παράγραφοι, σαν μια παράλογη συνέντευξη, που δεν ξέρουμε ποιος κάνει τις ερωτήσεις, ενώ οι απαντήσεις αποκάλυπταν τα εσώψυχα της ηρωίδας.
Σίγουρα η ιδιαιτερότητα με την οποία ξεχωρίζει το γράψιμο του Μισέλ είναι οι πρωτοποριακοί του πειραματισμοί στη φόρμα και σ’ αυτήν την κατεύθυνση θα προσπαθήσουμε να μελετήσουμε το τελευταίο του έργο. Πρόκειται για το «Αμήν», με υπότιτλο: «Προσευχές στο Κενό». Μέσα διευκρινίζει πως πρόκειται για διηγήματα. Πράγματι, έχουμε 87 μικρά ή μεγαλύτερα πεζά. Δεν είναι όμως το μέγεθός τους που προσδιορίζει το λογοτεχνικό τους είδος. Πολλά από τα μικρά, άνετα θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε και σαν μικρές παραβολές ή σαν ποιήματα γραμμένα σε πεζό λόγο. Άλλωστε, μπορούμε να δούμε κάτω από αυτήν την οπτική γωνιά και τις προσευχές. Περισσότερο θα τα παρομοίαζα με τους ψαλμούς.
Οι ψαλμοί δεν έχουν μόνο δοξαστικό χαρακτήρα. Ψάχνοντας στη Wikipedia, για να τεκμηριώσω αυτές μου τις υποθέσεις, διάβασα τα εξής:
«Η Βίβλος των Ψαλμών περιέχει προσευχές, ύμνους, θρησκευτικά τραγούδια. Επίσης, περιέχει και ψαλμούς ευχαριστήριους, μετάνοιας, εξομολόγησης, αγάπης και μίσους εναντίον των εχθρών». Περιέχουν δηλαδή ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΘΕΜΑΤΑ.
«Η διάταξη των ψαλμών δεν έχει εσωτερική ενότητα, όμως μπορεί κανείς να διακρίνει στο Ψαλτήρι ομάδες ψαλμών που συνδέονται με κοινά χαρακτηριστικά. Η Βίβλος των Ψαλμών περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες ποιημάτων, «πού μέ βάση τά φιλολογικά τους χαρακτηριστικά διακρίνονται σέ τρεῖς κυρίως τύπους μέ τίς ὑποδιαιρέσεις τους: ὕμνοι, θρῆνοι καί εὐχαριστήρια ἄσματα. Ἀπό ἄποψη περιεχομένου ὅμως τό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν καλύπτει ἕνα εὐρύτατο φάσμα πνευματικῶν ἐνδιαφερόντων[…]. Ἡ ποικιλία τῶν θεμάτων στά ὁποῖα ἀναφέρεται καί ἡ δύναμη τοῦ ποιητικοῦ του λόγου κατέστησαν τό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν τό ὑμνολόγιο τόσο τῆς Ἰουδαϊκῆς Συναγωγῆς ὅσο καί τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας».
Κι εδώ, στο βιβλίο του Φάις, ανακαλύπτουμε ΤΑ IΔΙΑ μεγάλα θέματα –το παράλογο της ύπαρξης, που μέσα του υποθάλπει την αποδοχή, ή την απόρριψη του Πεπρωμένου, το μυστήριο του θανάτου, τον έρωτα, τη γυναίκα, τον κόσμο μέσα από το βλέμμα του αφηγητή, μα και του παιδιού, που είναι τόσο διαφορετικός από τον τρόπο που τον βλέπει ο ενήλικας.
Ο συγγραφέας φέρνει το παράδοξο ως τα άκρα κι έτσι γίνεται παράλογο, γκροτέσκο και παύει να φαίνεται παράδοξο
Και τα 87 κείμενα αρχίζουν με τη φράση: «Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου». Όλα τελειώνουν με την ευχή «Αμήν!», ας γίνει. Στα αρχικά κείμενα, έχεις την εντύπωση πως επαναλαμβάνεται και το ίδιο θέμα –για το παράδοξο της ζωής. Ο συγγραφέας φέρνει το παράδοξο ως τα άκρα κι έτσι γίνεται παράλογο, γκροτέσκο και παύει να φαίνεται παράδοξο. Γράφει λοιπόν: «Σκέφτεσαι, αν πεθάνεις στη θέση ενός άλλου, μπορεί και να μην πεθάνεις πραγματικά. Αφού ο καθένας, τον θάνατό του πεθαίνει. Όπως συμμετρικά τη ζωή του ζει».
«Bλέπουμε μια σειρά από παράδοξα, με αντιφατικές έννοιες ζευγάρια, όπως το Γιν με το Γιαγκ, που η παρουσία του ενός ήδη αναιρεί το άλλο και δηλώνει μια ματαιότητα στην αποδοχή, μα και στην κατανόηση αυτού του κόσμου. Όπου το κάθε ένα στοιχείο του διδύμου, μπορεί να είναι επινοημένο, δηλαδή μη αληθινό, δηλαδή καθαρά υποκειμενικό, προϊόν της φαντασίας, ή των διαθέσεων του συγγραφέα. Ακούγεται παράλογο και είναι –σαν τους διαλόγους του Χάρολντ Πίντερ. Κι αναρωτιέσαι μήπως όντως τα κείμενα του Φάις δεν είναι παρά μονάχα μια παρτιτούρα, θεατρικό κείμενο, που το νόημά της θα βγει από τον τρόπο που θα το ερμηνεύσει κανείς»
Το κάθε κείμενο έχει τη δική του ολοκληρωμένη δομή –που διαμορφώνει την πλοκή του. Στο κείμενο 3, θέτει πέντε ερωτήματα:
- Μπορείς να μάθεις τίνος τον θάνατο αναλαμβάνεις;
- Υπάρχει δυνατότητα να συναντήσεις αυτόν που θα αντικαταστήσεις κάτω από τη γη;
- Απ’ τη στιγμή που πεθαίνεις για λογαριασμό ενός άλλου, μπορείς να πεθάνεις στον ύπνο σου;
- Μπορείς αντίστοιχα κι εσύ να βρεις κάποιον διαθέσιμο νεκρό, ο οποίος θα πεθάνει στη θέση σου, ώστε να μετακυλήσεις τον αλλότριο θάνατο από πάνω σου;
- Ποιος είναι ο λόγος που σου έτυχε, αν σου έτυχε και δεν το προκάλεσες αυτό το συμβάν;
Βλέπουμε πως στη βάση μιας υπόθεσης, αρχίζουν κι αναπτύσσονται άλλες υποθετικές ερωτήσεις-κατευθύνσεις, που ξετυλίγουν το κουβάρι. Κάπου μοιάζει με τους διαλόγους των αρχαίων σοφιστών φιλοσόφων. Δεν κρύβω πως έχω την αίσθηση ότι ο συγγραφέας, κρυμμένος κάπου, παρατηρεί τον αναγνώστη και μειδιά ειρωνικά. Κατά πόσο στα σοβαρά πρέπει να πάρουμε αυτές τις ερωτήσεις, μήπως είναι παγίδα ή μήπως αφορμή για ένα εγκεφαλικό παιχνίδι, με σκοπό να εξιτάρει τη φαντασία, μα και να προκαλέσει ρίγη συγκίνησης, ή στιγμές απόλαυσης στον πολύπλοκο εαυτό μας; Αν βέβαια τον παίρνουμε τόσο πολύ στα σοβαρά.
Ομολογώ πως οι πέντε αυτές ερωτήσεις ήταν έκπληξη για μένα, μια που θα ρωτούσα εντελώς διαφορετικά πράγματα. Θα αναρωτιόμουν π.χ. τα εξής:
—Σε τίνος θέση θα δεχόσουν να πεθάνεις; Τίνος ζωή θεωρείς σημαντικότερη από τη δική σου;
—Γιατί θα το έκανες; Ποια είναι τα κίνητρά σου;
Βασικό σημείο στη φράση είναι το ρήμα «Νιώθεις»: «Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου». Άρα είναι μια αίσθηση εντελώς υποκειμενική! Δεν είναι σίγουρο αν όντως πεθαίνεις, ή πρόκειται μόνο για ψευδαίσθηση, που μετά φέρνει την ερώτηση: «Γιατί νιώθεις έτσι;» και πάει λέγοντας. Η φράση: «Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου» μπορεί να είναι η αρχή κάποιας ερώτησης, μία από αυτές της «Συνέντευξης» που θα αναφέρουμε πιο κάτω. Μπορεί να την εκλάβουμε όμως κι ως μακρινό απόηχο των ερωτημάτων από τη συνέντευξη της Λαίδης Κορτιζόλης (Λ.Κ. από τούδε). Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες κι εκεί που αρχίζουμε στα σοβαρά να προβληματιζόμαστε, ο Μισέλ ξαφνικά, με σοφιστικό τρόπο, τα ανατρέπει όλα.
«Oι περισσότερες ατάκες είναι άκρως ρεαλιστικές, οι περισσότερες αντιδράσεις των ηρώων επίσης, για να μην πω και για την όλη ατμόσφαιρα του διηγήματος, που είναι βαριά και στην οποία οι υπερβολές στοχεύουν μονάχα για να σκάσει ένα ψεύτικο, μηχανικό χαμόγελο, που να αμβλύνει κάπως την όλη θλιβερή εικόνα»
Στο κείμενο 2 λέει:
«Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου… Τότε ξυπνάς όπως ξυπνάει ένας νεκρός (πώς ξυπνάει ένας νεκρός), τεντώνεσαι όπως τεντώνεται ένας νεκρός (πώς τεντώνεται ένας νεκρός), παλεύεις να θυμηθείς κάποιο όνειρο (πώς θυμάται ή ονειρεύεται ένας νεκρός) κ.τ.λπ.» μέχρι το τέλος όπου λέει «και φτου από την αρχή. Αμήν».
Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, που συνήθως το γράφουν οι ίδιοι οι συγγραφείς, μας δίνει τις κατευθύνσεις για την ανάγνωση κι ερμηνεία του. Διαβάζουμε: «Κείμενα που ταλαντεύονται ανάμεσα σε ημερολόγιο, αφορισμό και όνειρο…»∙ «Η απόγνωση ως παραδοχή, η απουσία ως στήριγμα, το πένθος ως φάρσα, ο θάνατος ως περιέργεια ζωής κόβουν και ράβουν αυτό το βιβλίο» –βλέπουμε μια σειρά από παράδοξα,με αντιφατικές έννοιες ζευγάρια, όπως το Γιν με το Γιανγκ, που η παρουσία του ενός ήδη αναιρεί το άλλο και δηλώνει μια ματαιότητα στην αποδοχή, μα και στην κατανόηση αυτού του κόσμου. Όπου το κάθε ένα στοιχείο του διδύμου, μπορεί να είναι επινοημένο, δηλαδή μη αληθινό, δηλαδή καθαρά υποκειμενικό, προϊόν της φαντασίας, ή των διαθέσεων του συγγραφέα. Ακούγεται παράλογο και είναι –σαν τους διαλόγους του Χάρολντ Πίντερ. Κι αναρωτιέσαι μήπως όντως τα κείμενα του Φάις δεν είναι παρά μονάχα μια παρτιτούρα, θεατρικό κείμενο, που το νόημά της θα βγει από τον τρόπο που θα το ερμηνεύσει κανείς, αν θα θέλει να το αποδεχτεί ή να το απορρίψει. Και συνεχίζει το κείμενο στο οπισθόφυλλο:
«Ένα γαϊτανάκι από προσευχές στο Κενό [με κεφαλαίο](και εν κενώ), από πρόσωπα που επινοούν αυτό που ζουν [θυμηθείτε την παρατήρησή μου πιο πάνω για το ρήμα «νιώθεις»] δοκιμάζουν αυτό που δεν αντέχουν, αφηγούνται αυτά που αγνοούν. Αρθρωτή πρόζα κατευνασμού μιας καθημερινότητας, που στέκεται αναποφάσιστη ανάμεσα στη βαναυσότητα, στο ιερό και στο μηδέν».
Σε κάποια από τα διηγήματα παρατηρούμε πως επαναλαμβάνονται συνεχώς οι χαρακτηρισμοί των ενεργειών των ηρώων του
Αυτό που ενδιαφέρει τον συγγραφέα δεν είναι οι απαντήσεις, μα οι ίδιες οι ερωτήσεις. Πρωτίστως όμως τον απασχολεί ο τρόπος με τον οποίο τις θέτει, με τον οποίο αφηγείται τις ιστορίες του –δηλαδή η φόρμα, κι εδώ πράγματι υπάρχει μεγάλη ποικιλία. Με τις επανωτές επαναλήψεις, αμβλύνεται το τρομερό νόημα της αρχικής αυτής πρότασης. Όπως δηλαδή όταν προφέρουμε πολλές φορές την ίδια λέξη κι αρχίζει να ακούγεται μόνο σαν σύνολο φθόγγων, ήχων και χάνεται το νόημά της.
Σε κάποια από τα διηγήματα παρατηρούμε πως επαναλαμβάνονται συνεχώς οι χαρακτηρισμοί των ενεργειών των ηρώων του. Είναι σαν τις οδηγίες στα θεατρικά, προς τους ηθοποιούς και τον σκηνοθέτη, μα και προς τον αναγνώστη. Για παράδειγμα στο διήγημα 12: «“Μου φαίνεται σαν ψέμα που βρίσκεσαι εδώ” λέει αυτή κοιτάζοντάς τον κατάματα. “Εμένα σαν όνειρο” λέει αυτός αποφεύγοντας να την κοιτάξει». Κι ο διάλογος συνεχίζεται και οι δυο τους χαρακτηρίζονται πάντα με αυτήν τη φράση –αυτή «κοιτάζοντάς τον κατάματα» κι αυτός «αποφεύγοντας να την κοιτάξει».
Όμως, στον διάλογό τους αρχίζει και συσσωρεύεται μια εσωτερική ένταση, η συζήτηση αλλάζει κατεύθυνση, αλλάζουν και οι χαρακτηρισμοί των ηρώων: «“Μιλάς λες και ήρθε κάποιος άλλος στη θέση σου” λέει αυτή αποφεύγοντας να τον κοιτάξει» –ενώ μέχρι τώρα τον κοιτούσε κατάματα. «“Αυτό που λες με τρομάζει, με τρομάζει πολύ” λέει αυτός κοιτάζοντάς την κατάματα», ενώ μέχρι τώρα απέφευγε να την κοιτάξει. Και σε πολύ λίγο έχουμε πάλι, οριστική ανατροπή: «“Είσαι καυλωμένος;” λέει αυτή κοιτάζοντάς τον κατάματα. “Είμαι άδειος” λέει αυτός κοιτάζοντάς την κατάματα». Και οι δύο πια κοιτάζονται κατάματα. Ακολουθεί ερωτική σκηνή, που στο τέλος: «Αυτή βογκάει, αυτός λύνεται σε λυγμούς στα σκέλια της. Ο ανεμιστήρας γυρνάει σαν ξεχαρβαλωμένος, η βρύση σπάει, το νερό ξεχύνεται στο μπάνιο, πλημμυρίζει το διαμέρισμα. Αμήν».
Ποτέ μου δεν φανταζόμουν πως ο διάλογος ενός ζευγαριού, μπορεί να κρύβει μέσα του τόση αγωνία, χωρίς να χρησιμοποιείται αυτή η λέξη και να αποδοθεί με τόση ένταση, που στο τέλος θα ξεσπάσει ανελέητα καταστροφικά. Δεν γνωρίζουμε αν το «αμήν» ακούγεται σαν ευχή, σαν σχόλιο ή σαν το τελευταίο αγκομαχητό της ερωτικής πράξης…
Πιο κάτω, στο κείμενο 21, φτάνουμε πια στην περίφημη Συνέντευξη, που, όπως είπαμε, είναι σύντομος και μακρινός απόηχος της συνέντευξης που έδωσε η Λ.Κ. Τις ερωτήσεις τις θέτουν διάφοροι τύποι που ο συγγραφέας τους παρουσιάζει σαν: «αυτός με το γλαρό βλέμμα» ή «αυτός με τα στενά ραμμένα χείλη», «αυτός με το στενό σαν φλόγα κεφάλι» κ.λπ. κ.λπ. Το σκηνικό είναι το σαλόνι του σπιτιού, μπροστά στην τηλεόραση με κλειστό τον ήχο, που δείχνει φυσικές καταστροφές, πολέμους, εγκλήματα και τρομοκρατικά χτυπήματα. Η όλη διαδικασία κάπου μοιάζει με καφκική ανάκριση, αν και «αυτός με τα στενά σαν ραμμένα τα χείλη» λέει, ή μήπως, συμβουλεύει: «Μπορείτε και να μην απαντήσετε», μα ο αφηγητής –που είναι γυναίκα–, μαζοχιστικά επιμένει να τα πει όλα, σαν να βρίσκεται σε εξομολόγηση, ή μήπως σαν να είναι μπροστά στον ψυχαναλυτή της. Από τις απαντήσεις μαθαίνουμε όχι μόνο για τα εσώψυχά της, μα και πως πρωταγωνίστησε σε κάποια λογοτεχνικά κείμενα ενός Καναδοεβραίου, Ελληνοεβραίου –του ίδιου του Φάις–, Βουλγαροεβραίου και Τσεχοεβραίου –του Κάφκα–, μέχρι που αποκαλύπτεται πωςη κυρία που της παίρνουν συνέντευξη είναι τελικά η ίδια η Λ.Κ.
Χαρακτήρες σαν από πίνακα του Otto Dix, όπου ο ρεαλισμός έχει αποκρυσταλλωθεί στο παράλογο και το παράλογο έχει μεταμορφωθεί σε γκροτέσκο
Στην παρουσίαση της «Lady Cortisol» πριν εφτά χρόνια είχα γράψει: «Στο κείμενο ανακαλύπτουμε τις διάφορες μορφές όλων αυτών των διαλεκτικά συνδεδεμένων ζευγαριών –του ατόμου που ρωτάει και του υποχρεωμένου να απαντήσει. Μπορούμε να τις συγκρίνουμε με:
—την Εξουσία από τη μια και τον Πολίτη από την άλλη,
—τον Ανακριτή και τον Ύποπτο,
—τον Ψυχαναλυτή και τον Ασθενή του,
—τον Ιερέα και τον Εξομολογούμενο,
—τον Κριτή δικαστή και τον Απολογούμενο,
—τον Ιεροεξεταστή και τον Αιρετικό, ή της κατηγορούμενης ως Μάγισσας,
—τον Συγγραφέα με τον Αναγνώστη,
—την Κριτική με τον Συγγραφέα.
Μια σχέση που είναι περίπου Σαδό/Μαζό, Αγάπης/Μίσους, που και οι δυο πλευρές τροφοδοτούνε με την ύπαρξη και τα συναισθήματά τους ο ένας τον άλλον. Μια σχέση αλληλεξάρτησης, όπου δεν μπορούν ο ένας δίχως τον άλλον, που τελικά και οι δύο πλευρές το απολαμβάνουν! Σε κάποιο σημείο η ηρωίδα συμπεραίνει: «Απαντάω – ίσον υπάρχω». Οι ερωτήσεις αρχίζουν ως απλές και γίνονται όλο και πιο περίπλοκες, μετά και πάλι ελαφρύνουν, ανάλογα με τη διάθεση του Εξεταστή.
Με τους συγγραφείς στα βιβλία των οποίων πρωταγωνιστεί η Λ.Κ. συναντιέται στα όνειρά τους! Στο τέλος, αφού αναφέρει όλους που κάνανε τις ερωτήσεις, τους μαζεύει, τους βάζει σε κύκλο κι όλοι μαζί διαβάζουν (ή μήπως ψέλνουν) «σαν καλοκουρδισμένη χορωδία το μυθιστόρημα “Apathy”».
Συνεχίζω μέσα από το κείμενο του Φάις: «Ξαφνικά η τηλεόραση σβήνει, μπορεί να εκρήγνυται, οι φρικτές ειδήσεις εξαερώνονται ή απανθρακώνονται. Η πραγματική πραγματικότητα κρατάει την ανάσα της. Αμήν». Έτσι τελειώνει το διήγημα. Η φόρμα έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της. Οι διάφοροι τύποι που κάνουν τις ερωτήσεις μοιάζουν με χαρακτήρες από πίνακα του Γερμανού εξπρεσιονιστή του Μεσοπολέμου Otto Dix, όπου ο ρεαλισμός έχει αποκρυσταλλωθεί στο παράλογο και το παράλογο έχει μεταμορφωθεί σε γκροτέσκο.
Στο κείμενο 24 μας μιλάει για την ιστορία ενός χωρισμού –με μια σουρεαλιστική, πιντερική αφήγηση, όπου σε ελάχιστα σημεία σου δίνει τα στοιχεία για το τι γίνεται. Την παρουσιάζει σαν ο αφηγητής να είναι αυτόπτης κι αυτήκοος μάρτυς σ’ ένα κουιντέτο φωνών (δηλαδή συμμετέχουν πέντε άτομα) κι ένα παιδικό πριόνι. Για παράδειγμα:
«Μπορώ να πω φρικτά πράγματα για σένα λέει αυτή που ενώ την ξέρεις από καιρό δεν την αναγνωρίζεις, δεν την θυμάσαι, αν και βρίσκεται στο μπάνιο του σπιτιού σου, μ’ ένα τσιμπιδάκι μπροστά στον καθρέφτη και περιποιείται τα φρύδια της. Για πες, της λες κρατώντας μια κούπα με χλιαρό τσάι, μπορεί όμωςκαι να κρατιέσαι εσύ, όπως κάποιος κρατιέται από την κουπαστή μιας σκάλας, που δεν ξέρει πού οδηγεί…»
Μπαίνει τρίτο πρόσωπο–αυτός με τη λεπτή φωνή, που ποθεί αυτήν που περιποιείται τα φρύδια της: «Είσαι και προκλητικός. Πάντα ήσουν προκλητικός». Μπαίνει η τέταρτη φωνή:
«Μόνος κι απορημένος είναι λέει αυτή (με τη βαριά φωνή) που προσπαθεί να κρατήσει όρθιο, να παρηγορήσει αυτόν που στέκεται στην πόρτα του μπάνιου κρατώντας μια κούπα με χλιαρό τσάι…Πράγματα που έκανες και δεν έκανες, άλλα είναι σαν να τα έκανες λέει αυτή που ζήσατε μια ζωή, εντούτοις όσο κι αν πιέζεσαι δεν μπορείς να θυμηθείς μια κοινή σας εικόνα».
Εδώ πια η συζήτηση, παρεκτρέπεται και τα μέχρι τώρα λογικά επιχειρήματα περνάνε στη σουρεαλιστική διάσταση (θυμηθείτε κι αυτό που λέει στο οπισθόφυλλο, πως οι ήρωές του επινοούν αυτό που ζούνε).
Ανοίγω μια παρένθεση. Θυμάμαι παρόμοιο διάλογο σαν παράδειγμα στο βιβλίο της ψυχιατρικής, όταν σπούδαζα, με τις φωνές που ακούει ένας ασθενής –η μια τον κατηγορεί και τον παροτρύνει να πηδήξει από τη γέφυρα, μια που τον θεωρεί ποταπό κι ένοχο, ενώ η άλλη φωνή τον υπερασπίζεται κι αντιμιλάει και καβγαδίζει με την πρώτη.
Βλέπουμε πως υπάρχουν πολλοί τρόποι για μια πεζογραφική αφήγηση κι ο Μισέλ έχει εφεύρει τον δικό του
Τα πράγματα στο διήγημα 24 του Φάις γίνονται όλο και πιο έντονα.
«Με θέλεις ερωτικά. Με ήθελες ποτέ λέει αυτή που μιλάει λες και δεν φροντίζει το πρόσωπό της μπροστά σ’έναν οβάλ καθρέφτη, μα μπροστά σε ένα μακρόστενο τάφο, σ’ ένα κενοτάφιο για την ακρίβεια».
«Βλέπουμε πως υπάρχουν πολλοί τρόποι για μια πεζογραφική αφήγηση κι ο Μισέλ έχει εφεύρει τον δικό του, όχι μόνο σαν θεματολογία, μα κι ως τεχνοτροπία, με τις επαναλήψεις στις περιγραφές των χαρακτήρων, τον τρόπο που συσσωρεύει την ένταση, την ξαφνική εισαγωγή παράλογων στοιχείων κ.λπ., αφηγήματα που παραμένουν όμως ρεαλιστικά. Ένας διαφορετικός, μα ουσιώδης ρεαλισμός, όπως αυτός όπου ο ήρωας του, αγαπημένου του Μισέλ, Κάφκα μεταμορφώνεται σε κατσαρίδα»
Οι δύο υπερασπιστές τους σφραγίζουν με το χέρι συμμετρικά η μία το στόμα του άλλου, για να ακουστεί και το παιδί με το πριόνι…–η πέμπτη φωνή. Δεν θα σας αποκαλύψω τι και πώς, θα πάω κατευθείαν στο φινάλε, όπου οι φωνές όπως και στο προηγούμενο διήγημα αρχίζουν όλες μαζί να κλαίνε συντονισμένα, ενώ το παιδί καταβροχθίζει το σοκολατένιο του πριόνι. Αμήν…Το λιγότερο, το κείμενο είναι ασυνήθιστο. Γι’ αυτό βοηθάνε οι επαναλήψεις στους ορισμούς των χαρακτήρων και κάποιες ακραίες αντιδράσεις τους. Κι όμως οι περισσότερες ατάκες είναι άκρως ρεαλιστικές, οι περισσότερες αντιδράσεις των ηρώων επίσης, για να μην πω και για την όλη ατμόσφαιρα του διηγήματος, που είναι βαριά και στην οποία οι υπερβολές στοχεύουν μονάχα για να σκάσει ένα ψεύτικο, μηχανικό χαμόγελο, που να αμβλύνει κάπως την όλη θλιβερή εικόνα.
Τι συμβαίνει δηλαδή; Ομολογώ πως για μένα η ανάγνωση των κειμένων του Φάις ήταν μια αποκάλυψη. Ταυτόχρονα και δίδαγμα. Δεν λέω πως ήταν εύκολα κι ευχάριστα για ανάγνωση. Μου έδειξαν όμως ότι μπορούν να υπάρχουν κι άλλες μορφές γραφής κι άλλοι τρόποι αφήγησης, έτσι όπως υπάρχουν κι άλλες μορφές νοημοσύνης στο απέραντο σύμπαν. Κλασικά, ακόμη από την εποχή των μύθων, των παραμυθιών, ή των βιβλικών παραβολών, τα πεζά κείμενα ήταν γραμμένα στο τρίτο πρόσωπο. Αρχίζανε με το «Μια φορά κι έναν καιρό», ή «Τον καιρό εκείνον» και μετά ξετυλίγανε την ιστορία. Κάπου στη δεκαετία του πενήντα, τον 20ό αιώνα, αρχίζουν και γράφονται πεζογραφήματα σε πρώτο πρόσωπο. Στην αρχή τα κείμενα αυτά μοιάζανε τόσο ασυνήθιστα, ο συγγραφέας έμπαινε άμεσα στο μυαλό ή στον ρόλο του ήρωα κι ενεργούσε ή αφηγούνταν μέσα από τη δική του σκοπιά και λογική.
Ομολογώ πως η τεχνοτροπία αυτή με είχε καταγοητεύσει. Π.χ. «Ο φύλακας στη σίκαλη» του Σάλιντζερ, για να φτάσουμε λίγα χρόνια μετά, στη σκόπιμα ανορθόγραφη και νοητικά μπερδεμένη αφήγηση του «Φόρεστ Γκαμπ», στο βιβλίο του Winston Groom, γραμμένο το 1986, πάνω στο οποίο βασίστηκε η ομώνυμη ταινία. Βλέπουμε πως υπάρχουν πολλοί τρόποι για μια πεζογραφική αφήγηση κι ο Μισέλ έχει εφεύρει τον δικό του, όχι μόνο σαν θεματολογία, μα κι ως τεχνοτροπία, με τις επαναλήψεις στις περιγραφές των χαρακτήρων, τον τρόπο που συσσωρεύει την ένταση, την ξαφνική εισαγωγή παράλογων στοιχείων κ.λπ., αφηγήματα που παραμένουν όμως ρεαλιστικά. Ένας διαφορετικός, μα ουσιώδης ρεαλισμός, όπως αυτός όπου ο ήρωας του, αγαπημένου του Μισέλ, Κάφκα μεταμορφώνεται σε κατσαρίδα.
Κάπως έτσι, με επαναλήψεις, αρχίζει και το διήγημα 43, όπου αφηγείται την τραγική μοίρα του θείου του Μισέλ Φάις και της οικογένειάς του, θύματα του Ολοκαυτώματος. Το ίδιο το θέμα επιβάλλει στον συγγραφέα ένα λιτό, επώδυνα ρεαλιστικό και συγκλονιστικό στυλ. Γράφει ο ανιψιός: «πλέον γελάω για σένα, τρώω για σένα, πίνω για σένα (ροζέ που σου άρεσε), παίζω χαρτιά για σένα (πόκα που σου άρεσε)»κ.τ.λπ., μόνο που οι επαναλήψεις εδώ έχουν άλλο βάρος και νόημα. Εδώ πια ανατρέπεται η αρχική πρόταση: Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου, μια που στην πράξη εδώ γίνεται: Είναι στιγμές που νιώθεις ότι ζεις στη θέση ενός άλλου! μαζί με όλη την ευθύνη που αναλαμβάνεις γι’ αυτό. Στο φινάλε ο συγγραφέας λέει: «Επειδή σηκώνω αυτό το κοσμικό και βιβλικό όνομά σου, μου λείπεις αδιανόητα, Μίχαελ. Αν και αποσυνάγωγος, φοράω άσπρο κιπά και προφέρω το όνομά μας. Au revoir. Αμήν».
Και μια υπενθύμιση: Το όνομα Μιχαήλ (το οποίο σημαίνει «Ποίος είναι σαν τον Θεό» ή «συνδεμένος με τον Θεό») κι ο συγκεκριμένος Αρχάγγελος είναι ο Αρχάγγελος του θανάτου, ο ψυχοπομπός, ενώ ο Γαβριήλ είναι αυτός του Ευαγγελισμού. Και αναφέροντας τον θάνατο, φτάνουμε στην τελευταία «προσευχή», στο τελευταίο κείμενο. Κι εδώ αρχίζει με το «Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου», μα αμέσως μετά ο συγγραφέας το ανατρέπει: «Αυτό δεν καταπίνεται με τίποτα. Με τί-πο-τα. Είναι άδικο. Ανυπόφορο Γελοίο. Εξευτελιστικό. Να το συζητήσουμε. Ποιο; Αυτό που δεν καταπίνεται με τίποτα…» και συνεχίζει λίγο μετά «Είμαστε ή δεν είμαστε αυτά που μας λείπουν».
Πριν μερικές μέρες, όταν παρουσιάζαμε το βιβλίο της Χλόης Κουτσουμπέλη την «Ιερεμιάδα» (εκδ. Βιβλιπωλείον της Εστίας, 2023), μια απ’ τις ηρωίδες της, που έχει απωλέσει τη μνήμη της, λέει: «Είμαστε το παρελθόν μας», ενώ μια άλλη λέει: «Είμαστε τα βιβλία που διαβάσαμε». Θα προσθέσω, μήπως είμαστε οι φόβοι μας; Και συνεχίζει το κείμενο του Μισέλ: «Πες! Τι να πω; Πες δεν θέλω να πεθάνω. Κι αν το πω τι θα γίνει; Ιδέα δεν έχω. Πες το! Ναι. Θα το πεις ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ –Αμήν, Αμίν*[…]Αμέν**[…,] Εμουνά***[…], Μαάμιν****[…].
*Αξιόπιστος! **Εγκρίνω!***Πίστη! ****Πιστεύω.
Η τελευταία λέξη του βιβλίου είναι «Πιστεύω!»
Αμήν!
*Ο Χρήστος Χαρτοματσίδης είναι συγγραφέας, με πιο πρόσφατο έργο του το μυθιστόρημα «Ρίο Γκράντε» (εκδ. Μεταίχμιο, 2024). Οι μεσότιτλοι προστέθηκαν για διευκόλυνση στην ανάγνωση.
Μπορείτε να βρείτε το αναλυτικό ρεπορτάζ εδώ
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
