Εμφυλιος σπαραγμος: Ο αιματηρος Οκτωβριος του 1947 στο Ορμενιο ν. Εβρου

Στα σοκάκια της μνήμης…

[Η Χρυσούλα Ιωαννίδου, γεννημένη και μεγαλωμένη στο Ορμένιο ν. Έβρου, υπήρξε Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας,ενώ σήμερα, παράλληλα με τις αγροτικές της ασχολίες, καταπιάνεται με τη διάσωση ιστοριών του τόπου που κινδυνεύουν να χαθούν στο πέρασμα του χρόνου, με πιο πρόσφατο βιβλίο της τη συλλογή «Ιστορίες Γυναικών – “Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο”» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2025).

«Στα σοκάκια της μνήμης» αυτήν τη φορά, δεν επικεντρώνεται σε μια προσφυγική οικογένεια και την ιστορία της, όπως μας είχε συνηθίσει, αλλά ανασύρει από το χρονοντούλαπο της ιστορίας μια μελανή σελίδα του Ορμενίου –κι όχι μόνο–, την εποχή του εμφύλιου, που οικογένειες αλληλοσπαράσσονταν, αφήνοντας δεκάδες παιδιά ορφανά και το χωριό αιματοβαμμένο. Με αφορμή, λοιπόν, τον Οκτώβρη του 1947, επιστρέφουμε στο παρελθόν, για να θυμηθούμε πως η μνήμη δεν είναι μόνο χρέος απέναντι στους νεκρούς, αλλά και προϋπόθεση για ένα μέλλον χωρίς τα ίδια σκοτάδια.]

Στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, ο Οκτώβριος του 1947 ήταν ο πιο αιματηρός μήνας για το Ορμένιο. Τότε, στις αρχές του μήνα, ήρθε ο τέταρτος θάνατος στο χωριό, του Κωνσταντίνου Δημικόνη, για την οικογένεια του οποίου είχα αναφερθεί και παλαιότερα, σε σχετικό μου κείμενο (βλ. σχετικά εδώ). Να θυμίσω μόνο εδώ πως ο Κωνσταντίνος Δημικόνης ήταν στρατιώτης λοχίας Τ.Π. 513 και έπεσε μαχόμενος στους Πέντε Πύργους Πιερίων, στις 3 Οκτωβρίου 1947. Η οικογένειά του ποτέ δεν βρήκε πού θάφτηκε ο Κωνσταντής.

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 21 Οκτωβρίου 1947 έγινε και η Μάχη του Ορμενίου. Εκείνη την ημέρα οι αντάρτες κατέβηκαν στο χωριό και έβαλαν φωτιά το σπίτι του Σταύρη. Η νύφη του πρόλαβε και έλυσε τα αγελάδια από το παχνί, αφήνοντας από την αγκαλιά της, μέσα στο παχνί, το μωρό της. Η φωτιά εξαπλωνόταν γρήγορα και έτσι δεν πρόλαβε να λύσει τα άλογα. Πήρε το μωρό και απομακρύνθηκε από τον στάβλο. Δυστυχώς, τα όμορφα και δυνατά άλογά τους έμειναν εκεί δεμένα και κάηκαν ζωντανά –το χλιμίντρισμά τους ακούστηκε σε όλο το χωριό. Μετά από λίγο, έπεσε νεκρή κι η γυναίκα του Σταύρη, Κορνηλία, μπροστά στο σπίτι τού Σιδέρη Γενηκομσίδη.

Παρόμοιες συμφορές βρίσκουν και άλλες οικογένειες. Ο Δραγάνης ήταν στο αντάρτικο και ο αδερφός του Γιώργος ήταν ΜΑΫς (Μονάδα Ασφαλείας Υπαίθρου). Οι αντάρτες θα σκότωναν τη γυναίκα του Γιώργου, όμως η νύφη του έτρεξε, την αγκάλιασε και παρακαλούσε τους αντάρτες να μη τη σκοτώσουν. «Έχει τέσσερα παιδιά», τους έλεγε, «τι θα απογίνουν;» Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια της και μια σφαίρα ήταν αρκετή, για να χάσουν οι δύο συννυφάδες τη ζωή τους.

Ο Σταύρης, όταν γύρισε στο σπίτι, το βρήκε καμένο και λίγα μέτρα πιο κει κείτονταν η γυναίκα του. Τρεις γυναίκες σκοτωμένες! Η Χρυσούλα Θεοδωρίδου-Τσομπανίδου, σύζυγος αντάρτη, η Χρυσούλα Λυμπερίδου-Τσομπανίδου, σύζυγος ΜΑΫ και η Κορνηλία Θεοδοσίου. Ο Γιώργος, άνδρας της Χρυσούλας, ο οποίος ήταν στο πολυβολείο που υπήρχε στη γειτονιά του Κωνσταντίνου Μαυρίδη, μόλις άκουσε την κραυγή της γυναίκας του, τη γνώρισε αμέσως. «Αυτή η φωνή είναι της Χρυσούλας μου», είπε. Όμως, δεν μπορούσε να φύγει από τη σκοπιά. Ο Σταύρης γύρισε στο σπίτι του, όπου τίποτα δεν ήταν όπως πριν. Άρπαξε το όπλο του, ανέβηκε στο άλογο και κατευθύνθηκε στην πάνω γειτονιά. Πήγε στο σπίτι της Σουλτάνας, που ο άνδρας της ήταν στο αντάρτικο. Αν και δεν βρήκε τη Σουλτάνα μέσα, έβαλε φωτιά στο σπίτι και βιαστικά κατέβηκε προς την πλατεία του χωριού. Παράλληλα, ο Σταύρος Θεοδωρίδης βγήκε να πάει να δει τη σκοτωμένη του κόρη Χρυσούλα, μαζί με την άλλη κόρη του Ζηλιά, κρατώντας το μωρό της. Ο άντρας της Ζηλιάς ήταν και αυτός αντάρτης. Βλέποντάς τους ο Σταύρης, τους πυροβόλησε. Τότε, η Ζηλιά έπεσε νεκρή και ο Σταύρος τραυματίστηκε σοβαρά, όπως και το εγγόνι του. Τους πήραν οι συμπέθεροί του και έζησαν ως το άλλο πρωί.

Ο Σταύρης συνέχισε μέχρι το σπίτι της Καραγιαννάκινας, που είχε κρυφτεί η καημένη σε γειτονικό σπίτι. Όμως, τα παιδιά της έπαιζαν έξω στην αυλή. Τότε, άρχισε να φωνάζει ο Σταύρης: «Μάρω, βγες έξω! Θα σκοτώσω τα παιδιά σου». Σαν άκουσε αυτά η Μάρω, έκανε να κατέβει από τη σκάλα. Εκεί, πάνω στη σκάλα τη βρήκε η σφαίρα, γιατί ο άντρας της ήταν στο αντάρτικο, ενώ ο γιος της, ο Νίκος, βοσκούσε τα πρόβατα στα γκιόλια. Μόλις εκείνος άκουσε τον πυροβολισμό, έτρεξε προς το σπίτι τους κι, όταν είδε τη μάνα του νεκρή, φώναξε: «Σε είπα, μάνα, να κρυφτείς καλά!» Άρπαξε ένα σακάκι από το σπίτι τους, πήρε το δρομάκι που οδηγούσε στον γιακά και συνέχισε προς τη Βουλγαρία. Εκεί τον ανέλαβε ο Ερυθρός Σταυρός. Τη νεκρή Μάρω την έβαλαν στο αμάξι τους ο Κουτσομύτης κι η Παύλινα, και πήγαν και την έθαψαν. Τότε, ειδοποίησαν και τον παππού Κυριάκο, με την οικογένειά του, να φύγουν από το σπίτι, για να μην τους σκοτώσει κι εκείνους ο Σταύρης. Εκείνη την ώρα έβαζαν φωτιά στο σπίτι τα πρωτοπαλίκαρα των ΜΑΫδων. Έφυγαν ο παππού Κυριάκος, η γιαγιά Μαρία, ο Γιαννάκης και ο Τριαντάφυλλος. Ο παππού Κυριάκος ήθελε να γυρίσει πίσω στο Κόζουλτζια, από όπου είχε έρθει πριν από είκοσι χρόνια περίπου. Ο Σταύρης όμως δεν θα πείραζε αυτήν την οικογένεια, γιατί ο γιος του αδερφού του ήταν αρραβωνιασμένος με την κόρη του παππού Κυριάκου. Όταν τον ρώτησε κάποια φορά ένας που τον είδε να περνάει δίπλα από τη Μηλιά, που έβγαζε νερό στου Παπατζίκου το πηγάδι και δεν την πείραξε, ο Σταύρης απάντησε: «Εμείς οι Σαρανταεκκλησιώτες δεν πειράζουμε τα συμπεθέρια». 

Όλοι είναι πλέον θαμμένοι δίπλα δίπλα. Όταν πέθανε ο Σταύρης, τον έθαψαν δίπλα στη γυναίκα του. Από την άλλη πλευρά είναι θαμμένη η Καραγιαννάκινα, από τη βόρεια πλευρά ο Σταύρος με τις κόρες του και παραδίπλα η άλλη Χρυσούλα. Όπως έφυγαν για το μεγάλο ταξίδι την ίδια μέρα, έτσι θάφτηκαν και δίπλα. 

Για εκείνες τις τραγικές στιγμές, ένας συγχωριανός μου θυμάται: «Έχουμε μιλήσει πολλές φορές με τον παππού Σταύρο, τον Σαρανταεκκλησιώτη, ένα παράπονο είχε πάντα: “Αν έβγαινε έξω η γυναίκα μου και τα άλογά μου, δεν θα γινόταν τίποτε, κάηκαν όλοι ζωντανοί. Ο μικρός τότε, που τον άφησε η μάνα του στο παχνί, ήταν ο δίχρονος Σταύρος Θεοδοσίου”». Για τις δύο συννυφάδες που σκοτώθηκαν, αγκαλιάζοντας η μία την άλλη, θυμάται πως άντρες τους ήταν ο Γιώργης Τσομπανίδης ή Τσακμάκης, που ήταν με τους ΜΑΫδες και ο αδερφός του Δραγάνης, που βρισκόταν στο βουνό. «Ο πρώτος είχε τρεις κόρες, ο δεύτερος δύο κόρες και έναν γιο, τον Τριαντάφυλλο. Από την άλλη, τον άντρα της Καραγιαννάκινας ίσα ίσα που τον θυμάμαι στον θανάσιμο τραυματισμό του. Ήμουν στη Φτελιά όταν το αυτοκίνητο που τον μετέφερε έτρεχε πάρα πολύ! Πριν χρόνια βρεθήκαμε με τον γιο του Αντώνη και η κουβέντα ήταν γύρω από τον τραγικό θάνατο του πατέρα του. Πέρασαν τόσα χρόνια, αλλά έμαθα περισσότερα από τον Αντώνη, που μένει στον Πύργο Ορεστιάδας»

Για τον ματωμένο εκείνο Οκτώβρη, αφηγείται σχετικά και η Χρυσούλα, η εγγονή της Χρυσούλας Θεοδωρίδου-Τσομπανίδου:

«Αυτήν την αφήγηση, Χρυσούλα, πάντα μας την έλεγε ο μπαμπάς μου, πως δηλαδή με μια σφαίρα έμειναν επτά παιδιά ορφανά, με τις μάνες τους να είναι σκοτωμένες και πεταμένες κάτω, σαν τα σκυλιά, όλη μέρα, με τα παιδάκια τους να είναι τρομαγμένα δίπλα στις νεκρές μανούλες τους! Κι αυτά τα επτά παιδιά μετά τα μεγάλωσε η γιαγιά τους, η οποία ήταν τυφλή!»

Βασίλης Βλασακίδης, «Η περίοδος του Εμφυλίου, η πιο σκοτεινή, η πιο θλιβερή για το χωριό μας»

Κι ο Βασίλης Βλασακίδης έχει ανάλογες αναμνήσεις:

«Πραγματικά, η περίοδος αυτή που αναφέρεσαι ήταν η πιο σκοτεινή, η πιο θλιβερή θα έλεγα για το χωριό μας. Ήταν μια βραδιά εφιάλτης, τότε που ξέσπασε η Μάχη του Ορμενίου. Δεν ήξερε κανείς τι τον περιμένει, και τα αποτελέσματα φάνηκαν με το ξημέρωμα της επόμενης μέρας. Υπήρχαν ακόμα καπνοί από τα καμένα σπίτια, μυρωδιά από τα καμένα ζώα και σκοτωμένες τρεις γυναίκες, αφημένες στην πλατεία, μπροστά στην τότε Κοινότητα. Τι πόνος! Τι θλιβερό θέαμα! Τι θλίψη και απόγνωση! Πώς να χωρέσουν όλα αυτά στο μυαλό των ανθρώπων τους, που μείνανε πίσω. Πώς να μαζέψουν τα κομμάτια τους; Εκεί αναγκαστικά μεταμορφώνεσαι, γίνεσαι άλλος άνθρωπος και το είδαμε να συμβαίνει αυτό.

Αυτός ήταν ο εμφύλιος σπαραγμός· μία φράση, αλλά με πολλές έννοιες. Το πρόσταγμα για να χτυπήσουν το Ορμένιο, το βράδυ εκείνο, το είχε κάποιος ξένος, που δεν γνώριζε τα δεδομένα του χωριού. Έτσι, κατεβήκανε κάτω στην τότε πλατεία και το πρώτο σπίτι που είδαν μπροστά τους ήταν του Σαρανταεκκλησιώτη πάππου Σταύρη, ο οποίος ήταν ΜΑΫς και βρισκόταν στο σχολείο με τους υπόλοιπους ΜΑΫδες. Γι’ αυτό και κάψανε το σπίτι του. Εάν εκείνο το βράδυ ήταν επικεφαλής μια γυναίκα, ονόματι Αθηνά, που ήταν η πρώτη ξαδέρφη του πατέρα μου, όπως και της θείας μου (Νιάτας), δεν θα γινόταν τίποτα απολύτως στο χωριό μας, αλλά αυτή έλειπε εκείνο το βράδυ και έγινε αυτό που έγινε. Αυτή η γυναίκα ήταν η ανιψιά της γιαγιάς μου, παιδί της αδερφή της. Στο ΕΑΜ ήταν οργανωμένη στην αντίσταση κατά των Γερμανών και, μάλιστα, πολύ δραστήρια. Τότε που ανατίναξαν τη γέφυρα στα Δίκαια, στη σιδηροδρομική γραμμή, είχε λάβει μέρος κι εκείνη.

Κι όταν φύγανε πλέον οι Γερμανοί, τότε άρχισαν τα παρατράγουδα. Όσοι ήταν στην αντίσταση, άρχισαν να τους κυνηγάνε και εκεί έγινε το μεγάλο μπέρδεμα, η ανακατωσούρα, και έτσι μπήκαμε για τα καλά στον εμφύλιο σπαραγμό. Αυτές τις μνήμες καταθέτω με πολύ σεβασμό, στεναχώρια και την ευχή να μη ζήσουμε τέτοια χρόνια, ούτε εμείς ούτε οι επόμενες γενιές. Ο πόλεμος από την ειρήνη απέχουν ένα τσακ. Κοιτάξτε γύρω μας, τίποτα δεν το έχουν να μας μπλέξουν πάλι».

Ήταν πολύ τρομερό αυτό που έζησε εκείνη η γενιά. Τώρα το πώς βρέθηκαν οι μεν από δω και οι δε από κει, θέλει μεγάλη ανάλυση. Όλοι τους ήταν άνθρωποι απλοί, οικογενειάρχες, σε μια εποχή που επικρατούσε μεγάλη φτώχεια. Ποιος θα άφηνε την οικογένειά του και θα πήγαινε στο βουνό στα καλά καθούμενα; Κι όμως, έγινε. Ήταν ιδεολογία; Δεν μπορώ να το πιστέψω. Ήταν απερισκεψία, ή ήταν κάτι χειρότερο; Περνούσαν από τα σπίτια και τους έπαιρναν, όπως λέγανε; Γιατί οι άνθρωποι αυτοί ήταν και σχεδόν αγράμματοι; Αυτό εκμεταλλεύτηκαν κάποιοι «έξυπνοι» τότε. Πάντως, όπως και να έχουν τα πράγματα, η ζημιά που έγινε ήταν ανεπανόρθωτη! Και από τα δύο στρατόπεδα, όλοι ήταν χαμένοι. Το πώς κατάφεραν στη συνέχεια να επιβιώσουν και να ζήσουν πάλι όλοι μαζί στο χωριό ήταν ένας μεγάλος άθλος. «Δεν ξέρω αν μπορεί να ξεπεραστεί ποτέ το πένθος από αυτούς που το βίωσαν. Νομίζω όμως ότι η ζωή είναι πιο δυνατή και μπόρεσαν να συμβιώσουν», αναφέρει μια συγχωριανή μου. «Σήμερα, εμείς, οι απόγονοι αυτής της τραγικής ιστορίας, ζούμε χωρίς να συνειδητοποιούμε τα αποτελέσματά της. Μακάρι να τα δίδασκαν αυτά στα σχολεία, για να μαθαίνουν οι νεότεροι».

Εμείς, που γεννηθήκαμε μετά, δεν είδαμε ούτε ζήσαμε τέτοια χρόνια και εύχομαι και στις επόμενες γενιές να μην τα ζήσουν, αλλά να απολαμβάνουν μόνο ειρήνη. Σήμερα, θέλει μεγάλη προσοχή, όπως είπε με μια κουβέντα η Χρυσούλα Κατσογριδάκη, ο φανατισμός με τα κόμματα. Αυτά είναι η ρίζα του κακού στην Ελλάδα. Ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν ξεπεραστεί σε μεγάλο βαθμό τέτοιοι φανατισμοί, σε εμάς καλά κρατούν! Να τα αποτελέσματα, τα βλέπουμε, τα ζούμε. Στα όρια μας έφεραν. Από τη δεκαετία του ’50 θα έπρεπε να είχαμε πάει πολύ μπροστά, υπήρξαν ευκαιρίες, αλλά…

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.