Αποχρωσεις… ανισοτητας και βιας
«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»
Ο Paulo Scott μεταφράζεται για πρώτη φορά στη χώρα μας, μολονότι στη δική του είναι εγνωσμένης αξίας συγγραφέας, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και μεταφραστής. Γεννημένος το 1966 στο Πόρτο Αλέγκρε, σπούδασε νομικά στο Ποντιφικό Καθολικό Πανεπιστήμιο του Ρίο Γκράντε ντο Σουλ. Εργάστηκε ως δικηγόρος και καθηγητής Νομικής για μια δεκαετία, πριν γίνει συγγραφέας. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ενώ έχει λάβει πολλά βραβεία, συμπεριλαμβανομένου του “Prêmio Fundação Biblioteca Nacional”, και έχει συμπεριληφθεί στις βραχείες υποψηφιότητες για φημισμένα βραβεία, όπως το “Prêmio Jabuti” και το “Prêmio São Paulo de Literatura”. Η συλλογή διηγημάτων του “Ainda Orangotangos” (Ακίνητοι Ουρακοτάγκοι) διασκευάστηκε στον κινηματογράφο και κέρδισε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μιλάνου, το 2008. Αυτό, όμως, που έκανε τον Scott περισσότερο γνωστό, και πλέον μεταφρασμένο και στα ελληνικά, ήταν το γεγονός πως το βιβλίο του «Φαινότυποι» ήταν στη “longlist Booker 2022”.
Ο Scott επιλέγει να γράψει ένα βιβλίο με αυτοαναφορικά στοιχεία και, κυρίως, με τη διάθεση να αναδείξει ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα της Βραζιλίας, τον ρατσισμό, τις διακρίσεις ανάμεσα σε εθνοτικές ομάδες και τη βία.
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Η Βραζιλία είναι μια χώρα με πολυπολιτισμική φυλετική σύνθεση, με τη μεγάλη πλειοψηφία να αυτοπροσδιορίζεται ως «καφέ» (pardos) και «λευκοί» (brancos), ακολουθούμενες από τους «μαύρους» (pretos), τους «Ασιάτες» (amarelos) και τους ιθαγενείς (indígenas). Αυτή η σύνθεση είναι αποτέλεσμα ιστορικής μετανάστευσης και πολιτισμικής ανάμιξης, με σημαντική συμβολή από Πορτογάλους, Αφρικανούς και ιθαγενείς πληθυσμούς. Το προβάδισμα των pardos πληθυσμιακά είναι απόλυτα εξηγήσιμο φαινόμενο, δεδομένου ότι το Ρίο υπήρξε η πρωτεύουσα της δουλείας, καθώς υποδέχτηκε κάποτε τον μεγαλύτερο αριθμό σκλάβων. Γι’ αυτό οι pardos, μολονότι ανοιχτόχρωμοι, έχουν όλοι τους «μαύρες» ρίζες.
Ο ίδιος ο Scott, γεννημένος κι αυτός σε μια μικτή οικογένεια, και όντας ο «ανοιχτόχρωμος» αδελφός, αυτός που μπορούσε να απολαύσει τις περισσότερες ευκαιρίες και προνόμια που του προσέφερε ο φαινότυπός του, αλλά πάντα κουβαλούσε το βάρος της «ενοχής» απέναντι στον αδελφό του, αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο για τα φαντάσματα του παρελθόντος του, για τα ερωτήματα που δεν έχουν ποτέ απαντηθεί, για τη γειτονιά του, για την οικογένειά του. Χρησιμοποιώντας ως καμβά του την πραγματικότητα της δικής του φαμίλιας και της προσωπικής του εμπειρίας χτίζει ένα μυθοπλαστικό σύμπαν, για να μιλήσει για το θέμα της ταυτότητας στη Βραζιλία, αλλά και για έναν ιδιόμορφο ρατσισμό, τον χρωματορατσισμό ή κολορισμό (colourism), τις διακρίσεις δηλαδή που βασίζονται στον τόνο του δέρματος.
Το μυθιστόρημα του Scott, με τον αρχικό τίτλο “Marrom e Amarelo” (Το Καφέ και το Κίτρινο), εξερευνά με ευαισθησία και στοχαστικότητα την έννοια του κολορισμού στη σύγχρονη βραζιλιάνικη κοινωνία. Ο τίτλος, απλός αλλά βαθύς σε συμβολισμό, παραπέμπει στις διαβαθμίσεις της απόχρωσης του δέρματος και στις διαφορετικές εμπειρίες που βιώνουν οι άνθρωποι ανάλογα με το χρώμα τους. Το «Καφέ» αντιπροσωπεύει τους σκούρους, όπως ο Λορένσο, που αντιμετωπίζουν καθημερινά διακρίσεις και περιορισμένες ευκαιρίες, ενώ το «Κίτρινο» συμβολίζει τους πιο ανοιχτόχρωμους, όπως ο Φεντερίκο, που μπορούν να περάσουν ως «λευκοί» και να απολαμβάνουν προνόμια. Το «Καφέ και Κίτρινο» λειτουργεί σαν οπτική μεταφορά για το φάσμα των ταυτοτήτων και των εμπειριών που υπάρχουν στη Βραζιλία. Παράλληλα, δείχνει την κοινωνική ευαισθησία και την έμφυτη ανισότητα: δύο αδέλφια που ανήκουν στην ίδια οικογένεια αντιμετωπίζονται διαφορετικά μόνο και μόνο λόγω της απόχρωσης του δέρματός τους. Αυτή η λεπτή, αλλά ισχυρή διάκριση επηρεάζει τόσο τον κοινωνικό χώρο όσο και την οικογενειακή δυναμική. Ο τίτλος «Φαινότυποι», επιλογή του Άγγλου μεταφραστή, είναι επίσης ενδεικτικός της ουσίας του βιβλίου, αφού οι φαινότυποι αναφέρονται στο σύνολο των παρατηρήσιμων χαρακτηριστικών ενός οργανισμού, που εκδηλώνονται σε μια δεδομένη στιγμή και αποτελούν το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης του γονότυπου (της κληρονομικής γενετικής πληροφορίας) και των περιβαλλοντικών παραγόντων.
Η υπόθεση είναι απλή. Το μυθιστόρημα αφηγείται την ιστορία δύο αδελφών από το Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας: του Λορένσο και του Φεντερίκο. Γεννημένοι στην ίδια οικογένεια, αλλά με διαφορετική απόχρωση δέρματος, βιώνουν δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Ο Λορένσο, με πιο σκούρο δέρμα, αντιμετωπίζει διακρίσεις στο σχολείο, περιορισμένες ευκαιρίες και κοινωνικό αποκλεισμό. Ο Φεντερίκο, με ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα, μπορεί να περνά για λευκός, πράγμα που του ανοίγει δρόμους και προνόμια, τα οποία ωστόσο συνοδεύονται από ενοχή και την αίσθηση ότι προδίδει τον αδελφό του. Η αφήγηση ακολουθεί τον ενήλικο Φεντερίκο, δικηγόρο και πανεπιστημιακό δάσκαλο, που συμμετέχει σε κρατικές και ακαδημαϊκές επιτροπές για τη φυλή, την ταυτότητα και τις ποσοστώσεις στην εκπαίδευση, προσπαθώντας να συμβάλλει θεσμικά στη μείωση των ανισοτήτων. Ωστόσο, η συμμετοχή του αυτή είναι διαποτισμένη από εσωτερική ενοχή για το γεγονός ότι ο ίδιος απολαμβάνει προνόμια που ο αδελφός του ποτέ δεν είχε. Ο Φεντερίκο επιστρέφει στην πατρίδα, εξαιτίας ενός τραυματικού περιστατικού που αφορά τη Ρομπέρτα, την κόρη του Λορένσο· ένα περιστατικό διάκρισης και βίας που της ασκείται, η οποία ξυπνά μνήμες από το παρελθόν, τον αναγκάζει να ξανασυναντήσει τον αδελφό του Λορένσο. Το γεγονός αυτό λειτουργεί κι ως καταλύτης.
Στο μυθιστόρημα, γύρω από τα δυο αδέλφια, αναπτύσσονται σχέσεις δύναμης, ντροπής, ενοχής και πολιτικής ταυτότητας. Ο Φεντερίκο, ο αφηγητής, λειτουργεί σαν καθρέφτης της ηθικής δυσφορίας: βλέπει και ερμηνεύει, αλλά ταυτόχρονα κρύβει και τα δικά του σκιερά κομμάτια. Η «λευκότητά» του (ή το πώς τον βλέπουν οι άλλοι) του δίνει προνομιακή πρόσβαση –white-passing δυναμική– σε κάποιους θεσμούς, αλλά του προκαλεί ενοχή και διχασμό: χρησιμοποιεί (ή δεν χρησιμοποιεί) αυτήν την πρόσβαση για να υπερασπιστεί τον αδελφό του; Και πώς διαχειρίζεται την προσωπική του ευθύνη; Αυτά είναι από τα κεντρικά ηθικά ερωτήματα που θέτει ο συγγραφέας. Ο Scott αφήνει να φανεί ότι υπάρχει ένα παρελθόν που τραυματίζει. Οι αποφάσεις του Φεντερίκο (ή οι παραλείψεις του) έχουν συνέπειες· η αφήγηση διερευνά πώς η οικογενειακή ντροπή και η κοινωνική βία γίνονται ατομικές ενοχές.
Ο Λορένσο πάλι είναι η πιο άμεση ενσάρκωση του κολορισμού στο μυθιστόρημα. Φαινότυπος και γονότυπος σε πλήρη συμφωνία. Με τη σκούρα επιδερμίδα του δεν έχει τη δυνατότητα να «περάσει» για λευκός, άρα κουβαλάει καθημερινά την ορατή πλευρά της προκατάληψης. Ο φαινότυπός του γίνεται το πρώτο σημείο επαφής με την κοινωνία, και πάνω στο σώμα του αποτυπώνονται οι αποκλεισμοί, οι φόβοι και τα στερεότυπα. Σε αντίθεση με τον Φεντερίκο, που βασανίζεται από ενοχές και θεωρητικές αναλύσεις, ο Λορένσο ζει τον ρατσισμό στο πετσί του: στις σχέσεις του, στις ευκαιρίες που του στερούνται, στη δημόσια εικόνα του. Αντιδρά πρακτικά, με πείσμα και θυμό· άλλοτε αντιστέκεται, άλλοτε υπομένει, πάντα όμως κουβαλάει το βάρος της αδικίας. Ο χαρακτήρας του λειτουργεί σαν αδιάψευστη απόδειξη ότι οι κοινωνικές ανισότητες δεν είναι αφηρημένες έννοιες, αλλά καθημερινή εμπειρία. Όμως, παρά την καταπίεση, ο Λορένσο δεν σκιαγραφείται μόνο ως θύμα. Ο Scott τον παρουσιάζει ως τύπο χαρισματικό, ζωντανό, γεμάτο ενέργεια και ανθρωπιά, αναδεικνύοντας τη σκληρότητα του κολορισμού: ότι στερεί δυνατότητες και όνειρα από ανθρώπους που έχουν ταλέντο και δύναμη.
Ο συγγραφέας δεν κατασκευάζει μια μονοσήμαντη αφήγηση «θύματος» και «θύτη». Αντίθετα, παρουσιάζει τους δύο αδελφούς ως ταυτόχρονα θύματα και φορείς επιλογών, εγκλωβισμένους στις δομές του κολορισμού, αλλά και ικανούς να χαράξουν διαφορετικούς δρόμους αντίστασης ή αποδοχής. Η σχέση τους διατρέχεται από μια βαθιά πολυπλοκότητα: τρυφερότητα και αδελφική αγάπη, ζήλια και πικρία, προστατευτικότητα και ανταγωνισμό. Πέρα όμως από την προσωπική τους δυναμική, η αλληλεπίδρασή τους παίρνει σχεδόν πολιτική διάσταση.Ο Λορένσο αντιπροσωπεύει την άμεση αντίσταση απέναντι στη ρατσιστική πραγματικότητα, ενώ ο Φεντερίκο εκφράζει την πιο εσωτερικευμένη, ενίοτε ενοχική, στάση. Μέσα από αυτούς, ο Scott θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: πώς πρέπει κανείς να σταθεί απέναντι σε μια κοινωνία που κατατάσσει με βάση την απόχρωση του δέρματος;
Και βέβαια, το κάδρο συμπληρώνει η Ρομπέρτα. Αν και εμφανίζεται πιο σύντομα στην αφήγηση, αποκτά βαρύ συμβολισμό. Το περιστατικό που τη συνοδεύει λειτουργεί ως καταλύτης στο βιβλίο, διότι αποκαλύπτει πόσο βαθιά ριζωμένη είναι η βία των διακρίσεων και αναγκάζει τους άλλους χαρακτήρες –και ιδιαίτερα τον Φεντερίκο– να επανεξετάσουν τις ευθύνες τους. Η ίδια η Ρομπέρτα μπορεί να διαβαστεί ως η φωνή της νέας γενιάς. Ενσαρκώνει την ερώτηση: θα συνεχίσει η κοινωνία να αναπαράγει τα ίδια μοτίβα ρατσισμού ή θα σπάσει τον φαύλο κύκλο; Ως νεαρή γυναίκα, αντιπροσωπεύει την ευαλωτότητα απέναντι σε μια κοινωνία που εξακολουθεί να ορίζει την αξία με βάση την εμφάνιση· ταυτόχρονα, όμως, συμβολίζει και την ελπίδα ότι η νέα γενιά μπορεί να διεκδικήσει έναν διαφορετικό δρόμο. Ο Paulo Scott, μέσα από τη Ρομπέρτα, δεν μας δείχνει μόνο το τραύμα που μεταβιβάζεται, αλλά και την πιθανότητα αλλαγής. Η επιλογή του να αφιερώσει το τελευταίο κεφάλαιο στη Ρομπέρτα δεν είναι τυχαία. Μετατοπίζει το κέντρο βάρους από τη γενιά του Φεντερίκο και του Λορένσο στη νέα γενιά, δείχνοντας ότι η αλλαγή –αν έρθει– θα έρθει από τα νέα παιδιά, που δεν κουβαλούν μόνο τα τραύματα του παρελθόντος, αλλά και τη δυνατότητα να τα ξεπεράσουν. Ίσως, έτσι, υπάρχει μια αχτίδα ελπίδας ότι ο κύκλος κάποτε μπορεί να σπάσει.
*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
