Βασιλικη Θεολογη: «Η Τεχνητη Νοημοσυνη στις φυλακες, γεφυρα επανενταξης και οχι τεχνοκρατικης επιτηρησης»
Στις προοπτικές, τις προκλήσεις, αλλά και τις «κόκκινες γραμμές» που συνοδεύουν τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης στα σωφρονιστικά καταστήματα αναφέρθηκε η Δρ Βασιλική Θεολόγη, Διδάκτωρ Εγκληματολογίας της Νομικής Σχολής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης και μέλος ΣΕΠ του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, μιλώντας το πρωί της Τετάρτης 5 Μαΐου, στο «Ράδιο Παρατηρητής 94fm».
Αφορμή για τη συζήτηση αποτέλεσε η κυκλοφορία του νέου της βιβλίου από τις εκδόσεις Παπαζήση, με τίτλο «Τεχνητή Νοημοσύνη και Φυλακές: Ασφάλεια – Επικοινωνία – Εργασία – Πρόληψη Υποτροπής – Προστασία Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», το οποίο είναι αφιερωμένο στον εκλιπόντα Καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ κ.Χαράλαμπο Δημόπουλο που αποτέλεσε και «μέντορά» της, ενώ τον πρόλογο του υπογράφει ο πρώην Πρύτανης του ΔΠΘ, Καθηγητής κ.Γιάννης Πανούσης. Πρόκειται για ένα επιστημονικό σύγγραμμα που επιχειρεί να φωτίσει ένα πεδίο ακόμα σχετικά άγνωστο στην ελληνική δημόσια συζήτηση, αλλά εξαιρετικά κρίσιμο για το μέλλον της σωφρονιστικής πολιτικής.
Ξεκινώντας την συζήτηση η κ.Θεολόγη εξήγησε πως η ενασχόλησή της με τη σχέση Τεχνητής Νοημοσύνης και εγκλήματος ξεκίνησε ήδη από το 2021, μέσα από προηγούμενες ερευνητικές και συγγραφικές της εργασίες για τις εφαρμογές της Τεχνητής Νοημοσύνης στην αστυνομία, στην πρόληψη και πρόβλεψη του εγκλήματος, δηλαδή την προγνωστική αστυνόμευση, στον τόπο του εγκλήματος, στην αναζήτηση και στον εντοπισμό των θυμάτων. Το νέο της βιβλίο, όπως σημείωσε, αποτελεί συνέχεια αυτής της ερευνητικής πορείας, εστιάζοντας πλέον στον χώρο των φυλακών.
«Είναι εξαιρετικά σημαντικό να δούμε πώς η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να παρέμβει και να συμβάλει στην πρόληψη της υποτροπής των εγκληματιών μέσα από συγκεκριμένα πεδία, όπως είναι η επικοινωνία των κρατουμένων με τις οικογένειές τους, η εργασία, η επαγγελματική αποκατάσταση, η ψυχική υγεία αλλά και η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τα περιεχόμενα του βιβλίου
Η κ.Θεολόγη χαρακτήρισε το βιβλίο της ως ένα «policybook», δηλαδή ένα βιβλίο πολιτικής, το οποίο συνδυάζει τη θεωρητική επεξεργασία με την εμπειρική έρευνα. Όπως εξήγησε στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται η διεθνής βιβλιογραφία των τελευταίων ετών και εξετάζεται πώς οι εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης έχουν αρχίσει να αξιοποιούνται σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, κράτη της Ευρώπης, η Κίνα και η Βραζιλία, ενώ στο δεύτερο μέρος του στηρίζεται σε εμπειρική έρευνα που πραγματοποιήθηκε μέσω ημιδομημένων συνεντεύξεων με σωφρονιστικούς υπαλλήλους. Όπως υπογράμμισε άλλωστε η συγγραφέας, οι άνθρωποι του πεδίου είναι εκείνοι που πρέπει να έχουν καθοριστικό λόγο στη συζήτηση για το πώς, πού και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορούν να εφαρμοστούν τέτοιες τεχνολογίες, τονίζοντας πως «πρέπει να ρωτήσουμε τους ίδιους τους ανθρώπους του πεδίου, υιοθετώντας μια προσέγγιση από κάτω προς τα πάνω».
Η πανδημία, η επικοινωνία των κρατουμένων και η ανάγκη νέων εργαλείων
Ερωτηθείσα ως προς τους παράγοντες που επηρέασαν την έρευνά της, η ίδια στάθηκε αφενός στη δημοσιονομική κρίση του κράτους πρόνοιας και αφετέρου στην πανδημία, η οποία ανέδειξε με έντονο τρόπο την ανάγκη αξιοποίησης νέων τεχνολογικών εργαλείων στο σωφρονιστικό σύστημα. Όπως επισημαίνει, οι περιορισμοί στις επισκέψεις και η απομόνωση που επέβαλε η υγειονομική κρίση κατέδειξαν πόσο κρίσιμη είναι η διατήρηση της επικοινωνίας των κρατουμένων με το οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον, τόσο για την ψυχική τους ισορροπία όσο και για την ομαλή κοινωνική επανένταξη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, εφαρμογές ψηφιακής επικοινωνίας, τηλεδιασκέψεων και υποστηρικτικών τεχνολογιών άρχισαν να αντιμετωπίζονται όχι ως πολυτέλεια, αλλά ως αναγκαία εργαλεία ενός σύγχρονου και ανθρωποκεντρικού σωφρονισμού.
Όπως σημείωσε, σε αρκετά σωφρονιστικά καταστήματα, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα, η επικοινωνία κρατουμένων με τις οικογένειές τους πραγματοποιούνταν μέσω ψηφιακών εργαλείων, όπως το Skype, σε τέσσερεις Αγροτικές φυλακές της χώρας. Η εμπειρία αυτή, σύμφωνα με την ίδια, ανέδειξε τη σημασία της τεχνολογίας ως μέσου αποφυγής της πλήρους απομόνωσης των κρατουμένων.
«Αν αποκόψεις τον κρατούμενο από την επαφή του με τον έξω κόσμο, από μια καθημερινότητα και από μια τάξη που πρέπει να έχει στη ζωή του, τότε τον οδηγείς σε απόλυτη απομόνωση», επισήμανε, εξηγώντας πως το βιβλίο μπορεί να συμβάλει και στον εντοπισμό εφαρμογών υπογραμμίζοντας ότι η διατήρηση επικοινωνιακών και κοινωνικών δεσμών αποτελεί βασική προϋπόθεση για κάθε σύγχρονη σωφρονιστική πολιτική που στοχεύει στην κοινωνική επανένταξη αντί της κοινωνικής αποκοπής.
«Το βιβλίο αυτό εξετάζει συστηματικά τη διαρκώς διευρυνόμενη σχέση μεταξύ τεχνητής νοημοσύνης και σωφρονιστικού συστήματος, εστιάζοντας στις προοπτικές, τις προκλήσεις και τα όρια της εφαρμογής στις σύγχρονες φυλακές. Υπάρχει μια διεπιστημονική προσέγγιση όπου αναλύονται οι δυνατότητες αξιοποίησης της τεχνητής νοημοσύνης, σε κρίσιμα πεδία, όπως η ασφάλεια, η επικοινωνία των κρατουμένων με το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, η εκπαίδευση και η επανένταξη, άρα και η πρόληψη της υποτροπής, όπως και η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» ανέφερε χαρακτηριστικά τονίζοντας πως αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τη θεωρητική προσέγγιση υπό το πρίσμα της αναλογιστικής δικαιοσύνης και της νέας ποινολογίας, όπου βασικό ρόλο παίζει ο αλγόριθμος μέσα από το προφίλ κινδύνου, ενώ παράλληλα υπάρχει μια μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τον παραδοσιακό σωφρονισμό προς πρακτικές πρόβλεψης κινδύνου και στοχευμένης διαχείρισης των κρατουμένων.
«Κόκκινη γραμμή» η ασφάλεια στις φυλακές
Η κ.Θεολόγη έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της ασφάλειας, το οποίο, όπως είπε, αποτελεί ένα από τα πιο ευαίσθητα πεδία εφαρμογής της Τεχνητής Νοημοσύνης στις φυλακές και το οποίο για την ίδια αποτελεί «κόκκινη γραμμή».
Αναφέρθηκε σε διεθνή παραδείγματα, όπως φυλακές στην Κίνα όπου εφαρμόζονται συστήματα διαρκούς επιτήρησης με κάμερες και αισθητήρες, αλλά και σε περιπτώσεις όπου χρησιμοποιούνται ρομποτικά ή αυτοματοποιημένα συστήματα επιτήρησης. Όπως εξήγησε, τέτοιες πρακτικές εγείρουν σοβαρά ζητήματα ιδιωτικότητας, αξιοπρέπειας και προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων.
«Στον τομέα της ασφάλειας θέτω τις πιο έντονες κόκκινες γραμμές», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι ο εγκλεισμός δεν συνεπάγεται απώλεια όλων των δικαιωμάτων του κρατουμένου, αλλά μόνο νόμιμους και αναγκαίους περιορισμούς της ελευθερίας του.
Η ίδια παρέπεμψε στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και ειδικότερα στα ζητήματα που συνδέονται με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, δηλαδή την προστασία της ιδιωτικής ζωής, αλλά και με το άρθρο 3, που αφορά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Όπως υπογράμμισε, η εισαγωγή τεχνολογιών επιτήρησης και αλγοριθμικών συστημάτων στις φυλακές δεν μπορεί να λειτουργεί ανεξέλεγκτα, αλλά οφείλει να συνοδεύεται από σαφείς εγγυήσεις αναλογικότητας, διαφάνειας και σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων των κρατουμένων.
Ο κίνδυνος της αλγοριθμικής προκατάληψης
Ερωτηθείσα σχετικά με τον ενδεχόμενο κίνδυνο αντικατάστασης της ανθρώπινης κρίσης από αλγοριθμικές αποφάσεις η κ.Θεολόγη αναφέρθηκε στα συστήματα αξιολόγησης κινδύνου που χρησιμοποιούνται κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, τα οποία επιχειρούν να εκτιμήσουν την πιθανότητα υποτροπής ενός ατόμου.
Όπως εξήγησε, τα συστήματα αυτά έχουν δεχθεί σοβαρή κριτική, καθώς σε πολλές περιπτώσεις ενσωματώνουν αλγοριθμικές προκαταλήψεις. Για παράδειγμα, παράγοντες όπως η φυλή, η κοινωνική προέλευση, η ανεργία ή η περιοχή κατοικίας μπορεί να οδηγήσουν έναν άνθρωπο σε υψηλότερη κατηγοριοποίηση επικινδυνότητας, ακόμη και όταν έχει τελέσει το ίδιο αδίκημα με κάποιον άλλο, για να υπογραμμίσει πως η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανθρώπινη κρίση, ιδίως σε ζητήματα που αφορούν δικαιώματα, ποινές, επιτήρηση και περιορισμούς της ελευθερίας.
Ο αναντικατάστατος ρόλος των σωφρονιστικών υπαλλήλων
Υπό το πρίσμα αυτό η ίδια έκανε ειδική αναφορά και στον ρόλο των σωφρονιστικών υπαλλήλων, τον οποίο χαρακτήρισε αναντικατάστατο. Όπως ανέφερε, οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι δεν είναι απλώς φορείς επιτήρησης, αλλά άνθρωποι που συμμετέχουν καθοριστικά στην καθημερινότητα των κρατουμένων.
«Ένας σωφρονιστικός υπάλληλος μπορεί να είναι για έναν κρατούμενο ένα παράθυρο στη γνώση, στην οικογένεια, στην καθημερινότητα. Μπορεί να είναι ο άνθρωπος που θα τον ηρεμήσει», σημείωσε, μεταφέροντας χαρακτηριστικά στοιχεία από τις συνεντεύξεις που πραγματοποίησε στο πλαίσιο της έρευνάς της.
Η δια ζώσης επικοινωνία, όπως υπογράμμισε, δεν μπορεί να αντικατασταθεί από καμία τεχνολογική εφαρμογή. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει μόνο υποστηρικτικά και συμπληρωματικά και ποτέ ως υποκατάστατο της ανθρώπινης σχέσης.
Εργασία, ψηφιακός γραμματισμός και επανένταξη
Ένα από τα βασικά πεδία στα οποία η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει θετικά είναι, σύμφωνα με την ίδια, η εργασία και η επαγγελματική αποκατάσταση των κρατουμένων.
Αναφέρθηκε σε παραδείγματα από χώρες όπως η Φιλανδία, όπου εφαρμόζονται προγράμματα ψηφιακής εκπαίδευσης, ηλεκτρονικών υπηρεσιών και σύγχρονων μορφών εργασίας κρατουμένων, σε ορισμένες περιπτώσεις και με τη συνδρομή συστημάτων ΤΝ ή αλγοριθμικών εφαρμογών. Σε τέτοιες πρακτικές, οι κρατούμενοι αποκτούν ψηφιακές δεξιότητες, αμείβονται για την εργασία τους και διατηρούν μια ουσιαστική σύνδεση με το εργασιακό και κοινωνικό περιβάλλον, στοιχείο που θεωρείται κρίσιμο για την κοινωνική επανένταξη και την πρόληψη της υποτροπής.
«Ένας κρατούμενος που εργάζεται, εκπαιδεύεται, αποκτά δεξιότητες και βλέπει προοπτική για το μέλλον δεν επιστρέφει εύκολα στο έγκλημα», ανέφερε, συνδέοντας την εργασία και την εκπαίδευση με τη μείωση της υποτροπής.
Παράλληλα, υπογράμμισε πως ο ψηφιακός γραμματισμός αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση κοινωνικής ένταξης και δεν μπορεί να αποκλείεται από τον πληθυσμό των κρατουμένων. Ωστόσο, όπως σημείωσε, κάθε πρόγραμμα πρέπει να είναι ουσιαστικό, στοχευμένο και συνδεδεμένο με πραγματικές ανάγκες επανένταξης και όχι απλώς με την απορρόφηση διαθέσιμων κονδυλίων, αναφερόμενη κριτικά σε παραδείγματα του ελληνικού παρελθόντος που δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Ανθρώπινα δικαιώματα, διαφάνεια και λογοδοσία
Απαντώντας στο ερώτημα αν η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να παραβιάσει δικαιώματα κρατουμένων, η κ.Θεολόγη σημείωσε ότι η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί κεντρικό άξονα του βιβλίου της.
Όπως είπε, η χρήση τέτοιων τεχνολογιών μπορεί να γίνει αποδεκτή μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις όπως η ανθρώπινη εποπτεία, ο θεσμικός έλεγχος, η επαγγελματική αυτονομία, η διαφάνεια, η αναλογικότητα και η λογοδοσία.
Έθεσε, μάλιστα, το ζήτημα της διαχείρισης των δεδομένων, επισημαίνοντας ότι πολλά από τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης αναπτύσσονται από ιδιωτικές εταιρείες. Αυτό δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το ποιος συλλέγει τα δεδομένα, ποιος τα επεξεργάζεται, με ποιον σκοπό και υπό ποιους μηχανισμούς ελέγχου και διαφάνειας.
«Δεν έχουμε ένα “μαύρο κουτί”, όπως στα αεροπλάνα, στο οποίο μπορούμε εκ των υστέρων να δούμε τι ακριβώς συνέβη στη λήψη μιας απόφασης. Αντίθετα, συχνά βρισκόμαστε μπροστά σε αυτό που ο Pasquale περιγράφει στη βιβλιογραφία ως “λευκό κουτί”, όπου η λειτουργία των αλγορίθμων παραμένει ουσιαστικά αδιαφανής: δεν είναι σαφές πώς δομούνται οι αποφάσεις και πού καταλήγουν τα δεδομένα», σημείωσε.
Οι προτάσεις πολιτικής για την ελληνική πραγματικότητα
Εμμένοντας στα παραδείγματα χωρών όπως η Φιλανδία, η ίδια τόνισε ότι η Ελλάδα βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ως προς τη συζήτηση για τις «έξυπνες φυλακές», όρο που, όπως διευκρίνισε, αποτελεί πλέον μέρος της διεθνούς βιβλιογραφίας.
Στο βιβλίο της ωστόσο καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην εξέλιξή τους, μεταξύ των οποίων η διαμόρφωση ενός σαφούς ιδεολογικού και θεσμικού πλαισίου για τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης στα σωφρονιστικά καταστήματα, η θέσπιση ηθικών αρχών με ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα, η διασφάλιση της αναλογικότητας και της λογοδοσίας, καθώς και η απαγόρευση χρήσης Τεχνητής Νοημοσύνης σε κρίσιμες αποφάσεις χωρίς ανθρώπινη εποπτεία.
Παράλληλα, πρότεινε τη συγκρότηση διεπιστημονικών ομάδων, στις οποίες θα συμμετέχουν τεχνολόγοι, σωφρονιστικοί υπάλληλοι, κοινωνικοί επιστήμονες και φορείς προστασίας δικαιωμάτων, όπως ο Συνήγορος του Πολίτη, για να αναφερθεί επίσης και στην ανάγκη θεσμοθέτησης μιας ανεξάρτητης αρχής για ζητήματα Τεχνητής Νοημοσύνης, όπως προτείνει σε σχετική μελέτη του ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Δρ. Ευριπίδης Στυλιανίδης.
«Η τεχνολογία να λειτουργεί ως εργαλείο αποκατάστασης»
Ερωτηθείσα αν είναι αισιόδοξη ή επιφυλακτική για το μέλλον της Τεχνητής Νοημοσύνης στα σωφρονιστικά καταστήματα, η συγγραφέας δήλωσε φύσει και θέσει αισιόδοξη, επισημαίνοντας όμως ότι «η τεχνολογία δεν πρέπει να λειτουργεί ως εργαλείο ελέγχου».
«Η τεχνολογία δεν πρέπει να λειτουργεί ως εργαλείο ελέγχου, αλλά ως εργαλείο αποκατάστασης. Οι εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης δεν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς τον άνθρωπο. Μπορούν μόνο να λειτουργήσουν ως συμπληρωματικό εργαλείο», υπογράμμισε για να τονίσει πως η παρακολούθηση, η πρόβλεψη και η καταγραφή πρέπει να περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο και να συνδέονται με διαδικασίες ενημέρωσης και συγκατάθεσης. Μόνο έτσι, πρόσθεσε, η τεχνολογία μπορεί να αποτελέσει γέφυρα επανένταξης και όχι εργαλείο τεχνοκρατικής επιτήρησης.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη ως εργαλείο ή ως κίνδυνος
Κλείνοντας η κ.Θεολόγη επέλεξε να συνοψίσει το βασικό μήνυμα του βιβλίου της μέσα από τη φράση ενός σωφρονιστικού υπαλλήλου που συμμετείχε στην έρευνά της.
«Η Τεχνητή Νοημοσύνη, σαν ένα μαχαίρι, μπορεί να γίνει εργαλείο ή επικίνδυνο όργανο, ανάλογα με το πώς θα χρησιμοποιηθεί», ανέφερε, εξηγώντας πως η θέση αυτή αποτυπώνει την ανάγκη για ανθρωποκεντρικό σχεδιασμό, σαφή όρια, διαφάνεια και σεβασμό στα δικαιώματα. Για την ίδια άλλωστε όπως τόνισε το ζητούμενο δεν είναι η άκριτη αποδοχή ή η απόρριψη της τεχνολογίας, αλλά «η συγκροτημένη, δημοκρατική και επιστημονικά τεκμηριωμένη αξιοποίησή της, με απαραίτητη προϋπόθεση τη θεσμική και κανονιστική προσαρμογή».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
