Απο το Ουρουμκιοι και το Κοζουλτζια στο Ορμενιο ν. Εβρου: Η προσφυγικη οικογενεια Στρακου
[Η Χρυσούλα Ιωαννίδου, γέννημα θρέμμα του ακριτικού Ορμενίου ν. Έβρου, εξακολουθεί να ζει και να δημιουργεί στον τόπο όπου μεγάλωσε. Διετέλεσε Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας, ενώ σήμερα ασχολείται με την αγροτική ζωή και τη συγγραφή και διάσωση αφηγήσεων του παρελθόντος, με πιο πρόσφατο βιβλίο της τη συλλογή «Ιστορίες Γυναικών – “Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο”» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2025).
Στην ενότητα «στα σοκάκια της μνήμης» διασώζει ιστορίες, μικρά θραύσματα της συλλογικής μνήμης του Ορμενίου και ολόκληρης της Θράκης. Με ιδιαίτερη φροντίδα και προσήλωση επιχειρεί να καταγράψει την ιστορία προσφυγικών οικογενειών που εγκατέλειψαν το Ουρούμκιοϊ και το Κόζουλτζια και εγκαταστάθηκαν στο Ορμένιο, τη Φτελιά και άλλες περιοχές του ν. Έβρου, όπως του Ιωάννη Κουρουζαφείρη, του Δημητρίου Θεοδοσίου και άλλων οικογενειών που είδαμε στο προηγούμενο κείμενό της (βλ. εδώ), ενώ στο παρόν επιχειρεί να ανασυνθέσει την πορεία της προσφυγικής οικογένειας του Δεμίρη και της Καλλιόπης Στράκου, και ιδίως του πρώτου τους γιου, του Γιουβάν’.]
Ο Δεμίρης και η Καλλιόπη Στράκου έφτασαν στο Ορμένιο από το Ουρούμκιοϊ με τα τρία τους τα αγόρια. Πρώτος τους γιος ήταν ο Γιουβάν’ς, ο πατέρας του πατέρα μου, γεννημένος το 1915. Σε αυτόν και την οικογένειά του θα αναφερθούμε σήμερα. O Γιουβάν’ς ήταν παντρεμένος με τη Βασιλική Μαντίδου του Στογιάννη, η οποία είχε γεννηθεί στο Κόζουλτζια το 1917. Πιθανόν παντρεύτηκαν το 1937, γιατί ο γιος τους, ο Γιώργος, ήταν γεννημένος το 1938.
Τον Γιουβάν’ όλοι τον ήξεραν ως Στρακάκ’. Ήτανε, λένε, κλητήρας στο χωριό και βοηθούσε το συνεργείο στο μοίρασμα των χωραφιών, στη διανομή του 1932. Έφυγε στο αντάρτικο όμως, αφήνοντας πίσω του τέσσερα παιδιά και τη γυναίκα του έγκυο στο πέμπτο τους παιδί –ούτε ο πατέρας πρόλαβε να το δει ούτε εκείνο τον πατέρα του, ποτέ, όπως δεν τον είδε και όλη του η οικογένεια. Χάθηκε εκεί που πολεμούσε. Τον σκότωσαν και πιθανόν να τον έθαψαν κάπου οι σύντροφοί του. Φορούσε πάντα στο κεφάλι του μπλε υφασμένο μαντήλι. Όταν έφυγε για το αντάρτικο, εκείνο το μαντήλι το έκανε δίκοχο και έφυγε για το βουνό. Δεν τον ήθελαν οι υπόλοιποι, γιατί ήταν πολύ μικροκαμωμένος, εκείνος όμως τους ακολούθησε.
Κανένας από την οικογένειά μου δεν μιλούσε γι’ αυτόν. Για πολλά χρόνια, οι περισσότεροι νόμιζαν ότι τα παιδιά του είναι παιδιά του αδερφού του, Τριαντάφυλλου, για να μην κουβαλούν το στίγμα του αντάρτη πατέρα τους. Όλα τα παιδιά του μετανάστευσαν στη Γερμανία. Πριν φύγουν για την ξενιτιά οι γιοι του, Χρήστος και Γιώργος, ήταν τσιράκια του Ιωάννη Πούλκου (Σέρτα) και φρόντιζαν τα ζώα του. Ειδικά ο Χρήστος έμενε στον σαγιά και δεν κατέβαινε καν στο χωριό. Έμενε εκεί, παρέα με τον παππού Γιώργη τον Τζιαντάρ’, τον παππού Κωνσταντή τον Πούλκο, που ήταν αδέρφια του παππού Σέρτα. Εκεί μαγείρευαν και έτρωγαν. Ο Γιώργος κουβαλούσε με το γαϊδουράκι το γάλα από τη μάντρα στο χωριό.
Ο Γιώργος παντρεύτηκε τη Γιαννούλα, κόρη του αφεντικού του, Ιωάννη Πούλκου, και λίγο αργότερα έφυγε για τη Γερμανία, αφήνοντας πίσω την οικογένειά του. Δεν άντεξε, όμως, μακριά από τη γυναίκα και τα παιδιά του και έτσι γύρισε πολύ γρήγορα πίσω και ασχολήθηκε με αυτό που ήξερε να κάνει πολύ καλά, έγινε ένας από τους μεγαλύτερους κτηνοτρόφους του χωριού. Έζησαν πολύ καλά με τη γυναίκα του. Από το γάλα η θεία έκανε τυρί, μυζήθρα και αχτσιάκ’ –δεν ξέρω πώς το έφτιαχνε, αλλά θυμάμαι ότι ήταν πολύ νόστιμο. Ο Γιώργος και η Γιαννούλα απέκτησαν δύο αγόρια, τον Χρήστο και τον Γιάννη. Ο μικρός, ο Γιάννης, παντρεύτηκε και απέκτησε δύο κόρες που βρίσκονται στη Γερμανία, ενώ ο ίδιος συνεχίζει να ασχολείται με την κτηνοτροφία στο Ορμένιο –είναι από τους τελευταίους κτηνοτρόφους του χωριού. Ο μεγαλύτερος αδερφός του, ο Χρήστος, μόλις πέθαναν οι γονείς τους, απέκτησε προβλήματα υγείας. Τώρα, συνταξιούχος πια, μένει μαζί με τον αδερφό του εδώ στο χωριό. Το σπίτι τους είναι χτισμένο στο οικόπεδο που είχε δώσει το ελληνικό κράτος στον παππού τους, Ιωάννη Πούλκο.
Ο δεύτερος γιος του Γιουβάν’, ο Χρήστος, ο πατέρας μου, παντρεύτηκε την Κοκόνα Παρασχίδου το 1959, για να πάρουν αγροτικό κλήρο. Η Κοκόνα είχε γεννηθεί στην Πάλλη και ήρθε στο Ορμένιο το 1950. Η μάνα της, Χρυσή, παντρεύτηκε τότε για δεύτερη φορά με τον αδερφό του Γιουβάν’, Τριαντάφυλλο. Η σοφία των μεγαλύτερων ήταν αυτή που πάντρεψε τον Χρήστο και την Κοκόνα, οι οποίοι έμεναν στο πατρικό οικόπεδο του Γιουβάν’, στο οικόπεδο του παππού Δεμίρη. Η μάνα της Κοκόνας, Χρυσή, δεν απέκτησε παιδί με τον Τριαντάφυλλο. Έτσι, ποιος θα τους φρόντιζε στα γεράματα; Η Κοκόνα σίγουρα θα φρόντιζε τη μάνα της και ο Χρήστος θα φρόντιζε τον θείο του.
Στο ίδιο σπίτι ζούσαν και οι γονείς του Γιουβάν’, Δεμίρης και Καλλιόπη. Σε αυτό το οικόπεδο, πριν τον Δεμίρη και την Καλλιόπη ζούσαν καυκάσιοι. Όταν αυτοί έφυγαν από το χωριό, πιθανόν να το αγόρασε ο Δεμίρης. Τριάντα στρέμματα κλήρο πήρε ο Χρήστος, μα ούτε αυτά έφταναν για να ξεφύγουν από τη φτώχεια τους. Ο Χρήστος και η Κοκόνα, αφού όλοι από το χωριό έφευγαν για τη Γερμανία, αποφάσισαν να φύγουν και αυτοί, αφήνοντας πίσω την κόρη τους, με τον παππού Τριαντάφυλλο και τη γιαγιά Χρυσή. Εκεί, στη Γερμανία, γεννήθηκε ο γιος τους Τριαντάφυλλος, τον οποίο και έφεραν και αυτόν στη γιαγιά και τον παππού. Ο Τριαντάφυλλος γνώρισε μόνο τον παππού Δεμίρη, μια και η γιαγιά Καλλιόπη είχε φύγει για το μεγάλο ταξίδι. Ο παππούς Δεμίρης ήταν πολύ χαρούμενος που έπαιζε ένα αγόρι μέσα στην αυλή. Εμένα, μου έδινε πάντα ένα μικρό κομμάτι θραψίνη, ενώ στον Τριαντάφυλλο, αφού δεν είχε πια θραψίνη στο εμπόριο, του έδινε ζάχαρη. Τη ζάχαρη ο παππούς την έλεγε σιακέρ’. «Τρανταφλάκ’», τον φώναζε, «έλα πιδίμ να σι δώσω σιακέρ’».
Τα χρόνια περνούσαν, και ο Χρήστος και η Κοκόνα γύρισαν από τη Γερμανία μετά από 36 χρόνια. Ο μόνος που έμεινε στη Γερμανία ήταν ο γιος τους Τριαντάφυλλος. Δέκα χρόνια μετά από τον Χρήστο και την Κοκόνα, επέστρεψε και αυτός στο χωριό, παντρεύτηκε και χειροτονήθηκε ιερέας. Ο πάτερ Τριαντάφυλλος απέκτησε με τη Στεφανία, την πρεσβυτέρα, δύο κορίτσια. Τα εγγόνια του Χρήστου και της Κοκόνας έγιναν έτσι τέσσερα, ενώ απέκτησαν και εφτά δισέγγονα –είναι τα εγγόνια της κόρης τους Χρυσούλας. Η Κοκόνα έφυγε από τη ζωή στις 10/04/2024, ενώ ο Χρήστος μένει με την οικογένεια του παπα-Τριαντάφυλλου.
Ο τρίτος στη σειρά γιος του Γιουβάν’ ήταν ο Δημήτρης. Ο Δημήτρης είχε άλλη πορεία από τα μεγαλύτερα αδέρφια του. Έγινε αγελαδάρης και παπαδάκι. Η ιστορία του θα μπορούσε να είναι παραμύθι, «έναν καιρό και ένα ζαμάν’, ντα χόρευαν τον καλπαζάν…».
Ήταν ένα ορφανό από πατέρα παιδί, που έγινε παπαδάκι και ήθελε στη συνέχεια να γίνει παπάς. Τότε, δεν υπήρχε σαπούνι, ούτε βρύσες στο χωριό, ήταν εκείνα τα δύσκολα χρόνια του πενήντα, μετά τον εμφύλιο σπαραγμό. Ο Δημήτρης ήταν παιδί αντάρτη που χάθηκε και δεν γύρισε ποτέ, ενώ το πατρικό του σπίτι είχε καεί στον εμφύλιο και συγγενείς και φίλοι το έφτιαξαν από την αρχή. Ένα διώροφο σπίτι με σαϊβάντ (βεράντα) και δίπλα ο φούρνος. Το σπίτι της γιαγιάς του, Κάλλιως, και του παππού του, Ντιαμίρ, ήταν ακριβώς απέναντι. Η γιαγιά Κάλλιω, που κάπνιζε εκείνα τα χρόνια, τον επιτηρούσε για να καθαρίσει καλά τα καντήλια. Με τι τα καθάριζε λέτε; Τα έτριβε με ψιλή άμμο. Ήθελαν πολύ τρίψιμο για να καθαρίσουν από τα καμένα λάδια, που είχαν κολλήσει στο καντήλι, κι έτσι μικρός ο Δημήτρης, έκανε γρήγορα γρήγορα, γιατί ήθελε να καθαρίσει τα καντήλια και να πάει να παίξει. Η γιαγιά, όμως, ήταν αυστηρή και αν δεν έλαμπαν από καθαριότητα τα καντήλια, δεν τον άφηνε να φύγει.
Όταν ο Δημήτρης μεγάλωσε παραπάνω, ήθελε να έχει άλογα στην αυλή τους, για να κάνει πιο γρήγορα τις δουλειές του. Τα άλογα βλέπετε έτρεχαν πιο γρήγορα από τα αγελάδια και τα βουβάλια. Το σπίτι τους ήταν καταφύγιο όλων των παιδιών που έκαναν παρέα. Εκεί μαγείρευαν ό,τι ο καθένας έπιανε: κοκόρια, κότες, κουνέλια. Ο Δημήτρης, πριν πάει ακόμα στον στρατό, παντρεύτηκε. Προξενητάδες ήταν ο Γιάννης και ο Χρήστος και με δανεική λίρα πήγαν στο προξενιό. Ο Γιάννης ήταν και αυτός ορφανός από πατέρα, ο οποίος σκοτώθηκε στον εμφύλιο, υπηρετώντας στον στρατό. Πάντρεψαν έτσι τον Δημήτρη με το ζόρι με την Αγγελική, που και αυτή ήταν ορφανή από πατέρα. Ο Δημήτρης μετάνιωσε τον γάμο πριν ακόμη γίνει. Όμως, η μάνα του ήθελε να τον παντρέψει και έτσι υπάκουσε. Το ζευγάρι δεν ταίριαζε. Σαν πήγε στον στρατό ο Δημήτρης, η γυναίκα του έφυγε για τη Γερμανία. Όταν απολύθηκε από τον στρατό, πήγε και αυτός εκεί. Χώρισε με την πρώτη του γυναίκα και εκεί γνώρισε τη Σοφία, με καταγωγή από τα Πετρωτά, με την οποία παντρεύτηκαν στη Χαϊλμπρόν, μου είπε πριν από λίγες μέρες η Στέλλα, η κόρη της Μαγδαληνής, από τη Φτελιά. Μου είπε συγκεκριμένα:
«Ήμουνα μικρή και οι γονείς σου με πήραν μαζί τους στον γάμο. Κουμπάροι βλέπεις. Η γιαγιά σου, η Βιλίκου, είχε βαφτίσει τη μάνα μου. Σαν φτάσαμε στην εκκλησία είπαν ότι δεν είχαν παράνυμφο. Η πιο μικρή στον γάμο ήμουνα εγώ. Έτσι, από το πουθενά, έγινα παράνυμφος και κρατούσα τη λαμπάδα».
Ο Δημήτρης με τη Σοφία απέκτησαν δύο παιδιά, τον Γιάννη και τη Βασιλική. Δύο παιδιά που είχαν το όνομα των γονιών του Δημήτρη. Κανένα άλλο εγγόνι δεν πήρε το όνομα του Ιωάννη ή της Βασιλικής. Δεν ξέρω σε ποιο εργοστάσιο δούλεψε ο Δημήτρης. Ξέρω όμως ότι πολλά χρόνια είχε πάντα καφενεία. Η θεία είχε αρρωστήσει και ταλαιπωρήθηκε πολύ μέχρι τα τελευταία της χρόνια. Γύρισαν στην Ελλάδα συνταξιούχοι πια. Όταν αρρώστησε η θεία Σοφία, δίπλα στο σπίτι τους είχαν χτίσει εκκλησάκι αφιερωμένο στην Παναγία. Παραμονή της Παναγίας πάντα γινόταν σε αυτό εσπερινός και αρτοκλασία, για πολλά χρόνια πριν επιστρέψουν στο χωριό, αλλά και όταν ήρθαν, συνέχισε η παράδοση.
Η Αγγέλω με τα βρασμένα καλαμπόκια, η θεία Γιαννούλα με το ψωμί, η θεία Ντιαμίρω με το λειψό ψωμί, η γιαγιά Χρυσούλα με τα μικίκια, η θεία Καλλιόπη έφερνε καρπούζι, άλλη έφερνε λουκούμια. Από τότε που έπεσε η θεία στο κρεβάτι σταμάτησαν όλα. Έφυγε η θεία Σοφία για το μεγάλο ταξίδι. Ο Δημήτρης έμεινε μόνος του με τον γιο του και τη νύφη του, μέχρις ότου αρρώστησε και ο ίδιος. Απέκτησε πολλά προβλήματα υγείας, γι’ αυτό έπρεπε κάθε λίγο να νοσηλεύεται στο νοσοκομείο. Ταλαιπωρήθηκε αρκετά. Έφυγε από τη ζωή και πήγε να ανταμώσει όλους τους αγαπημένους του, μα πρώτα απ’ όλους τη Σοφία του. Όλοι όσοι απόμειναν στο χωριό πήγαν στην εκκλησία και στα μνήματα, όπου τον αποχαιρέτησαν. Συγγενείς, φίλοι, συμμαθητές, όλοι έλεγαν κάτι όταν τον αποχαιρέτησαν, έστελναν ευχές στους δικούς τους ανθρώπους. Θείε Δημήτρη, ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει. Η εξόδιος ακολουθία έγινε από δύο παπάδες και δύο ψάλτες υπό τη σκέπη της Παναγίας της Καταφυγής. Ο δεύτερος ψάλτης ήταν ο φίλος του ο Γιάννης, ο οποίος κατέβηκε από το αναλόγιο και πέρασε τελευταίος για να τον αποχαιρετίσει. Ήταν και οι δύο ορφανοί και καλοί φίλοι. Του άφησε ένα τριαντάφυλλο και τα μάτια του δάκρυσαν. Μας είπε για το ότι ήταν προξενητάδες στον πρώτο του γάμο. Η Βασιλικούλα δεν ήθελε να φύγει από κοντά του. Μέχρι να τον βγάλουν από την εκκλησία, καθόταν δίπλα του. Τον συνόδευσαν με τα πόδια ως τα μνήματα, σαν τον παλιό καλό καιρό. Ο γιος του, Γιάννης, ζει μαζί με τη γυναίκα στα Δίκαια, ενώ η κόρη του, Βασιλική, ζει με την οικογένειά της στη Γερμανία. Το σπίτι που κάποτε έχτισε ο Δημήτρης έμεινε άδειο πια.
Το τέταρτο παιδί του Γιουβάν’ ήταν κορίτσι, η Καλλιόπη. Παντρεύτηκε τον Νικόλα, του οποίου οι γονείς είχαν έρθει από το Ουρούμκιοϊ. Είχε πάει και αυτή για λίγο καιρό στη Γερμανία, μα γύρισε γρήγορα πίσω με τον άντρα της. Είχε πρατήριο άρτου και ένα μικρό μπακάλικο. Όμως, πολύ μικρή έπαθε ένα εγκεφαλικό και έμεινε παράλυτη. Ταλαιπωρήθηκε για πολλά χρόνια, μέχρις ότου αποχαιρέτησε τα επίγεια, μετά τον μεγάλο αδερφό της, τον Γιώργο. Η Καλλιόπη και ο Νικόλας είχαν αποκτήσει δύο παιδιά, μια κόρη και έναν γιο. Η κόρη τους παντρεύτηκε τον Γιώργιο και έχει παιδιά και εγγόνια, ενώ ο γιος τους έμεινε ανύπαντρος.
Το πέμπτο παιδί του Γιουβάν’ ήταν η Μηλιά, που γεννήθηκε τον Δεκέμβρη του 1947. Ο Γιουβάν’ς δεν είδε ποτέ τη Μηλιά, ούτε εκείνη τον είδε. Ο Γιουβάν’ς είχε φύγει τον Μάιο του 1947, όπως προανέφερα, για το βουνό. Η Μηλιά είχε μάθει να λέει το ονοματεπώνυμό της και το όνομα του πατέρα της μια και έξω. Όταν τη ρωτούσαν πώς τη λένε, αυτόματα απαντούσε: «Μηλιά Στράκου του Ιωάννη». Μια μέρα, στο σχολείο, ο δάσκαλος τη ρώτησε μόνο πώς λένε τον πατέρα της. Η Μηλιά απάντησε: «Δεν ξέρω». Η απάντησή της αυτή δημιούργησε μεγάλο ζήτημα και έτσι ο δάσκαλος κατάλαβε ότι είναι αγνώστου πατρός. Άρχισε τότε να ρωτάει δεξιά και αριστερά τι συμβαίνει με την οικογένεια της Μηλιάς. Όταν έμαθε την ιστορία της, ο δάσκαλος ησύχασε. Ήταν πολύ έξυπνη η μικρότερη κόρη. Οι δάσκαλοι έλεγαν τη μάνα της να τη στείλει στο Γυμνάσιο. Εκείνη, όμως, την άφησε να αποφασίσει μόνη της. Σχετικά με αυτό, ρώτησα τη Μηλιά κάποια στιγμή: «Θεία, η γιαγιά δεν σε άφησε να πας για σπουδές;» «Όχι, παιδί μου», μου είπε, «δεν ήθελα να φύγω εγώ από την οικογένειά μου, φοβόμουν. Όμως, μετά έφυγα για τη Γερμανία. Μας είχε κάνει πρόσκληση η θεία Ντιαμίρω, εμένα και τη Στέλλα, της θείας Φίλους, στο Μπενσχάιμ, στο εργοστάσιο “Αμάν”. Εγώ ήμουν 16 χρονών και η Στέλλα 18. Ο μπαμπάς σου είχε πρόσκληση από τον Γιώργο Ευαγγελίδη στο Μόσμπαχ. Ταξιδέψαμε με τον θείο Στέργιο του Αρχοντή και τον Θόδωρο του Φώτη. Ήταν 26 Σεπτεμβρίου του 1964. Όταν παντρεύτηκα και πήγα για πρώτη φορά στα πεθερικά μου, η πεθερά μου με ρώτησε τίνος παιδί είμαι. Εγώ την είπα: “Μάνα μου είναι η Βιλίκου, του Στράκου το κορίτσι είμαι”. “Ααααα!!!” έκανε η πεθερά μου “Φτος που ήρθε, μας πήρε το τσουβάλ’ τ’ αλεύρ’ μόλις το φέραμι που του μύλου. (Αναφερόταν στον εμφύλιο)».
Η Μηλιά έζησε με τον άντρα της, τον Διαμαντή, στη Γερμανία, ώσπου πήραν σύνταξη και γύρισαν στο χωριό. Ο άντρας της έφυγε για τη γειτονιά των αγγέλων και ζει πλέον στο χωριό μόνη της. Τα παιδιά τους, με τις οικογένειές τους, ζουν στη Γερμανία. Τώρα είναι μέλος της εκκλησιαστικής επιτροπής. Κάθε φορά που τη βλέπω να μαζεύει τα κεριά από τα μανουάλια, είναι σαν να βλέπω τη γιαγιά μου.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
