Αλλιωτικο βλεμμα
Είχαμε και παλιότερα συζητήσει και γνώριζα το πρόβλημά του. Τότε εγώ ήμουν δημοτικός υπάλληλος και ο Κώστας Χρ. είχε έλθει από γειτονική κωμόπολη να παραπονεθεί στον δήμαρχο, που δεν ενέκρινε τη μετάθεση της γυναίκας του. Περίμενε στο δικό μου γραφείο, μέχρι να έλθει η ώρα για τη συνάντησή του με τον δήμαρχο. Θυμάμαι ότι μου έλεγε και πάλι για την αδικία που υφίσταται και για την αναλγησία που επιδεικνύει η τοπική εξουσία απέναντι στους υπαλλήλους της, πως η γυναίκα του βρίσκεται συνεχώς στους δρόμους, οδηγώντας καθημερινά πολλά χιλιόμετρα και πως η οικογένειά του υποφέρει και τα παιδιά δεν βλέπουν τη μάνα τους.
Ο Κώστας Χρ. ήταν ψηλός και όμορφος, με επιβλητικό παράστημα, με βλέμμα αγέρωχο και ύφος εξουσίας, αλλά κι η συνάδελφός μου, η Εριέττα, η γυναίκα του, ήταν μια ωραία μελαχρινή. Αυτή είχε μια χάρη και γλυκύτητα και ένα παιγνιώδες γυναικείο ύφος, όμως στο ύψος έτεινε μάλλον προς το μέτριο ανάστημα.
Ένας από τους συναδέλφους μου, τότε, όταν είδε αυτό το ζευγάρι, σχολίασε πως σ’ αυτόν τον ψηλό και όμορφο άντρα θα ταίριαζε μια πιο όμορφη και πιο ψηλή γυναίκα. Και δεν ξέρω αν το δικό του μάτι έβλεπε κάτι διαφορετικό στη σχέση του ζευγαριού.
Σε εκείνη τη συζήτηση στο γραφείο μου, ενώ έδινα κάποιες απαντήσεις, ουσιαστικά συμφωνώντας με το αίτημά του, ταυτόχρονα αναρωτιόμουν μέσα μου, αν ο συνομιλητής μου στα θέματα που έθιγε: δικαιοδοσίες δημάρχων, μετατάξεις υπαλλήλων, ήταν επαρκώς ενημερωμένος, χωρίς βέβαια να αμφισβητώ με βάσιμους λόγους τη συζυγική στοργή και τη φροντίδα του για την οικογένειά του. Ο συνομιλητής μου έδειχνε ότι διέθετε ισχυρές κοινωνικές διασυνδέσεις. Επιπλέον, γνώριζα το πλούσιο πολιτικό του παρελθόν και, προπαντός, το γεγονός ότι κατείχε διευθυντική θέση σε ασφαλιστική εταιρεία και έτσι, υπέθετα ότι θα ήταν γνώστης των σχετικών με τη λειτουργία τού όλου γραφειοκρατικού συστήματος.
Ήξερα από εμπειρία ότι αυτό που φαίνεται αδύνατο στο δημόσιο γίνεται με κάποιον τρόπο μπορετό. Και ακόμη, είχα διαβάσει εκείνη την εποχή το βιβλίο «Το τέλος της μικρής μας πόλης» του Δημήτρη Χατζή,[1] που αφηγείται ανάλογες καταστάσεις και επηρεασμένος ίσως από αυτό το βιβλίο άκουγα τα λεγόμενά του με κάποιον σκεπτικισμό.
Μετά από κάποιο διάστημα το αίτημα της Εριέττας για μετάθεση ευοδώθηκε κι η οικογένεια οριστικά επικεντρώθηκε στα προβλήματά της, στην προαγωγή και ανάπτυξη των παιδιών, στην οικονομική άνεση και στην κοινωνική ευρωστία, όπως κατά καιρούς μάθαινα.
Είχε περάσει μια εικοσαετία όταν πήρα τα τελευταία νέα της οικογένειας. Και οι πληροφορίες αυτές έλεγαν ότι είχε επέλθει πλήρης διάλυση. Αυτός ο σύζυγος είχε μια άλλη παράλληλη, παράνομη, ερωτική σχέση. Είχε δηλαδή διπλή ζωή. Έκανε ταξίδια, δήθεν για επαγγελματικούς λόγους, όπως ο Βασίλης Λογοθετίδης στην ταινία «Ένα βότσαλο στη λίμνη», έξοδα πολλά, δώρα ακριβά στη φιλενάδα του.
Η Εριέττα τον αγαπούσε μέχρι το τέλος, ώσπου οδηγήθηκε για το πάθος αυτό και στην ψυχανάλυση. Είχαν παντρευτεί από έρωτα, ένας μεγάλος έρωτας από τα πρώτα χρόνια του γυμνασίου. Για χρόνια αυτή εθελοτυφλούσε και έκανε ότι δεν έβλεπε κάποιες λεπτομέρειες. Δεν ήθελε να υποψιάζεται, δεν ήθελε να το πιστέψει, ώσπου κάποτε κοίταξε τους τραπεζικούς λογαριασμούς, τις κάρτες και τα λοιπά έξοδα. Ακριβά δώρα και ξενοδοχεία. Αυτός, σε έναν συζυγικό καυγά, στο τέλος της το ξεφούρνισε. «Ναι, έχω σχέση με άλλη γυναίκα», είπε πάνω στα νεύρα του, με φωνές υστερικές, χωρίς όμως άλλες βιαιότητες.
Τώρα, τι απόμεινε από εκείνο τον νεανικό έρωτα; Τον έρωτα που είχε τόσο πάθος! Τώρα οι σύζυγοι βρίσκονται στα δικαστήρια. Μισιούνται και εμπλέκουν και τα δυο παιδιά τους σε αυτήν τη σχέση της αλληλοεξόντωσης.
Ο πρώην το είχε ρίξει ολοκληρωτικά στο κυνήγι του χρήματος. Γι’ αυτόν η αγάπη ανταλλάσσεται τώρα μόνο με εξουσία και δύναμη. Και τα συναισθήματά του αξιώνονται μόνο με υλικά αντικείμενα. Το σπίτι τους, η φωλιά του έρωτα και της αγάπης τους, ήδη έγινε αντικείμενο άγριας και ύπουλης αντιπαράθεσης.
Χρειάστηκε να περάσουν είκοσι χρόνια, για να αρχίσω να σκέφτομαι διαφορετικά τα πράγματα και να βλέπω αλλιώτικα αυτό το ζευγάρι. Θυμήθηκα και εκείνη την επίσκεψή του Κώστα Χρ. στο γραφείο μου. Τότε, έτυχε πρωτύτερα να προσέξω σ’ αυτόν τον άνθρωπο, όταν ανέβαινε στη σκάλα, πως κοιτούσε λαίμαργα μια όμορφη κοπέλα που προηγείτο, λικνιζόμενη. Μια πρώτη εντύπωση ήταν αυτή που σχημάτισα, ένα πρώτο περίγραμμα για τον χαρακτήρα του, που όμως αποτυπώθηκε μέσα μου και έμεινε να τη θυμάμαι αναλλοίωτη και για χρόνια μετά.
Έτσι, ανασκοπώντας την ιστορία αυτή στην ουσία της, καταλάβαινα ότι η στιγμιαία αυτή ματιά αποτύπωνε με συμπυκνωμένο τρόπο αυτά που θα μάθαινα με λεπτομέρειες αργότερα. Ήταν το μάτι μια ένδειξη που με προϊδέαζε για τα μελλούμενα που θα συμβαίνανε στη σχέση του ζευγαριού μας, αλλά τότε, κάτι με εμπόδιζε να κατανοήσω βαθύτερα αυτό που δυνάμει υφίστατο. Ίσως να ήταν τα βιώματά μου, τα σχετικά με την αρνητική εμπειρία της δικής μου διάζευξης.
Δεν ξέρω αν οδηγούν στην αυτογνωσία, αυτά που λέω, όμως σκέφτομαι ότι κάτω από τα φαινόμενα, που συμβατικά αντιλαμβανόμαστε, άλλοι είναι οι νόμοι που ρυθμίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Και η κίνηση των νόμων αυτών κάποτε εμφανίζεται άμεσα και ωθεί πλησιέστερα τη συνείδησή μας στην αλήθεια της ζωής μας.
*Ο Άγγελος Ευθ. Αγγελόπουλος κατάγεται από τα Λεχαινά, αρθρογραφεί και γράφει «µικροδιηγήµατα» που φιλοξενούνται σε αθηναϊκές εφηµερίδες, blogs και ηλεκτρονικά περιοδικά. Μέχρι πρότινος υπέγραφε µε το λογοτεχνικό ψευδώνυµο Νίκος Μπακιός. Από τις εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του «Ο δρόμος και το ρολόι – 31 αφηγήματα» (2023). To παρόν κείμενό του δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Νέα Ευθύνη», τχ. 68-69 (Ιανουάριος-Ιούνιος 2025).
[1] Δημήτρης Χατζής, «Το τέλος της μικρής μας πόλης», Το Ροδακιό, Αθήνα 2009.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

