Ο νεος «πολυπολικος» κοσμος, η επιδραση του «φαινομενου» Τραμπ και ο ρολος της Ελλαδας

Ο Καθηγητής του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του ΔΠΘ για την «μάχη» ανάδειξης των νέων παγκόσμιων υπερδυνάμεων

«Η Ελλάδα μπορεί να έχει την δική της θέση στο νέο κόσμο»

Ήταν τον περασμένο Οκτώβρη όταν Ρώσος Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν δήλωνε από την πρώτη Σύνοδο Κορυφής των χωρών που ανήκουν στην ομάδα BRICS – Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ιράν, Αίγυπτος, Αιθιοπία, Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική -, πως η ολοένα και μεγαλύτερη διεύρυνσή της αποτελεί ενδεικτική τάση της δημιουργίας ενός «πολυπολικού κόσμου», που έρχεται για να αμφισβητήσει την παγκόσμια τάξη των πράγματων, ως μέρος μάλιστα των «προσδοκιών του κύριου μέρους της διεθνούς κοινότητας».

Η Ρωσία τότε τελούσε άλλωστε υπό πρωτοφανείς κυρώσεις από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της G-7 λόγω της εισβολής στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, με τον Ρώσο ηγέτη να επιδιώκει να πιέσει τα κράτη-μέλη της BRICS να μειώσουν την εξάρτηση από το δολάριο ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, ενισχύοντας το εμπόριο σε εθνικά νομίσματα και άρα να θέσει υπό αμφισβήτηση την πάλαι ποτέ κυριαρχία των ΗΠΑ.

Σε αυτήν την «απειλή»  θεωρείται πως «απάντησε» ο νέος Αμερικανικός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ήδη από τις πρώτες ημέρες της νέας του θητείας γνωστοποιώντας την πρόθεσή του να επιβάλει δασμούς «100%» στην ομάδα Brics, αν επιχειρήσει να δημιουργήσει δικό της νόμισμα, γεγονός που διέψευσε σε επίσημη ανακοίνωσή του το Κρεμλίνο.

Οι χώρες της BRICS ωστόσο δηλώνουν ότι επιθυμούν να περιορίσουν τη δυτική κυριαρχία στον κόσμο, γεγονός που χαρακτηρίζεται από τους θεωρητικούς ως η αρχή της ήδη εν εξελίξει διαμόρφωσης ενός πολυπολικού κόσμου, που την θέση των πάλαι ποτέ «παραδοσιακά» ισχυρών παικτών, διεκδικούν νέες αναδυόμενες οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις.

Πώς διαμορφώνεται όμως σήμερα το παγκόσμιο σκηνικό και πώς η εκ νέου εκλογή Τραμπ μπορεί να ανακόψει την ανάδειξη νέων «υπερδυνάμεων»; Ποιος ο ρόλος της Ελλάδας και πόσο μπορεί τελικά να ισορροπήσει στο νέο κόσμο που διαμορφώνεται μπροστά της;

Απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, και όχι μόνο, προσέφερε μιλώντας στο «Ράδιο Παρατηρητής 94m» ο Καθηγητής του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης κ. Χρύσανθος Τάσσης.

Ο λόγος στον ίδιο…

«Μια χώρα δεν μπορεί να είναι “ομπρέλα” σε όλον τον κόσμο»

ΠτΘ.: κ.Τάσση παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο όπως και το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι αναλυτές τείνουν να μιλούν για ένα νέο «πολυπολικό» κόσμο που φαίνεται πως διαμορφώνεται, με την υποχώρηση των παραδοσιακά «ισχυρών παικτών» στις γεωπολιτικές και οικονομικές εξελίξεις και την ανάδειξη νέων. Πώς διαμορφώνεται αυτός ο πολυπολικός κόσμος σήμερα, ποιοι οι βασικοί «παίκτες» και ποιες οι δυναμικές μεταξύ τους;

Χ.Τ.: Το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου έφερε έναν άλλο πόλεμο, τον λεγόμενο «ψυχρό πόλεμο» όπου στην ουσία επρόκειτο για τον ανταγωνισμό των δύο οικονομικών και κοινωνικών συστημάτων του καπιταλισμού με τον κομμουνισμό και με τις τότε δύο χώρες που ήταν «επικεφαλής», τις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση. Στην αστάθεια του 1989-1991 όταν και κατέρρευσαν τα καθεστώτα και είχαμε τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, οι ΗΠΑ αναδείχθηκαν ως η μόνη κυρίαρχη χώρα, σε έναν κόσμο ο οποίος από διπολικός φάνηκε να γίνεται μονοπολικός. Γεγονός που νομίζω ότι προσέδωσε μια αλαζονεία στις ΗΠΑ και στους νικητές αυτού του ανταγωνισμού που ήταν το καπιταλιστικό στρατόπεδο. Δεν υπολόγισαν όμως ότι η ιστορία δεν είναι ακριβώς όπως την σχεδιάζουμε ή την θεωρητικοποιούμε, αλλά αυτό που είδαμε και βλέπουμε είναι ότι νέες δυνάμεις έρχονται να αμφισβητήσουν την ηγεμονία των ΗΠΑ, όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία και σε αυτό το πράγμα αυξάνονται και αντιδράσεις. Γιατί ακριβώς μία χώρα όπως φαίνεται δεν μπορεί να είναι «ομπρέλα» σε όλο τον κόσμο, άρα λοιπόν για αυτό βλέπουμε σήμερα ότι έχουμε περίπου 56-57 συρράξεις και περιφερειακούς πολέμους.

«Ο Τραμπ δεν βλέπει την πολιτική ως θεσμική διαδικασία και τις ΗΠΑ μέσα στη δεδομένη θεσμική διαδικασία, αλλά απ’ έξω και από πάνω»

ΠτΘ.: Υπάρχει όμως εκείνη η συζήτηση, κυρίως προερχόμενη από τον ίδιο και τα στελέχη του, που λέει ότι η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ θα αλλάξει τις σχέσεις αλλά και την δυναμική των ΗΠΑ με τις άλλες χώρες και την Ε.Ε.

Χ.Τ.: Μετά το 1990 έγιναν σημαντικές αλλαγές στην αρχιτεκτονική της διεθνούς πολιτικής. Από τη μία τα Ηνωμένα Έθνη, τα οποία ήταν ο βασικός πυλώνας της ισορροπίας μεταξύ των δύο συστημάτων, υποχώρησαν και όλοι η ισχύς μεταφέρθηκε στο ΝΑΤΟ. Υπάρχει εδώ ένα πρόβλημα, τα Ηνωμένα Έθνη ενώ ξέρουν την ειρηνική επίλυση των διαφορών, είναι μία αρχιτεκτονική η οποία βασίζεται στην λογική του 1947, ενώ το ΝΑΤΟ, το οποίο φαίνεται πιο προσαρμοσμένο στις σύγχρονες ανάγκες της συγκυρίας δεν έχει καμία τεχνογνωσία γύρω από την ειρηνική επίλυση των διαφορών, γιατί το ΝΑΤΟ ήταν ο ψυχροπολεμικός και στρατιωτικός βραχίονας του καπιταλιστικού στρατοπέδου. Ωστόσο, ακόμα και σε αυτό το πλαίσιο, μιλάμε για διεθνείς θεσμούς, Ευρωπαϊκή Ένωση, ΝΑΤΟ, Ηνωμένα Έθνη κ.α. Ο κ.Τραμπ, αυτό το οποίο φαίνεται να φέρνει διαφορετικό σε αντίθεση με τον κ.Μπάιντεν και τους υποψηφίους του Δημοκρατικού κόμματος, είναι ότι δεν βλέπει την πολιτική ως μία θεσμική διαδικασία, δηλαδή τις Ηνωμένες πολιτείες μέσα στην δεδομένη θεσμική διαδικασία, αλλά απ’ έξω και από πάνω, και αυτό είναι κάτι το οποίο αποτελεί την έκπληξη. Χρησιμοποιεί την κυριαρχία του, όχι ως θέμα ισχύος, αλλά ως θέμα κυριαρχίας πια, για αυτό και κάνει δηλώσεις όπως αυτές που αφορούν στην επιβολή δασμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την Κολομβία, θα στείλει όλους τους μετανάστες πίσω και θα πάρει την Γροιλανδία ή τον Καναδά. Άρα λοιπόν ο κ.Τραμπ βλέπει την πολιτική περισσότερο ως επιχείρηση με την έννοια της ισχύος και της κυριαρχίας και όχι ως μια διαπραγμάτευση στο δεδομένο πλαίσιο της παγκόσμιας ισχύος. Αυτή είναι μια διαφοροποίηση του σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο.

«Σε αυτήν του τη θητεία ο Τραμπ αισθάνεται δυνατός και πολιτικά, και οικονομικά και κομματικά, εξ ου και είναι μια πιο επιθετική της πρώτης θητεία»

ΠτΘ.: Ακόμα και υπό αυτήν την λογική της επιχείρησης που είναι ο τρόπος που αντιλαμβάνεται ο ίδιος την πολιτική, τελικά θα πρέπει να δίνουμε βαρύτητα στα όσα λέει, γιατί υπάρχουν ολοένα και περισσότερες φωνές που κρατούν στάση αναμονής σε σχέση με τα όσα λέει και όσα τελικά θα κάνει;

Χ.Τ.: Ο κ.Τραμπ μπήκε με πολύ διαφορετική δυναμική σε σχέση με την προηγούμενη θητεία του, όπου μπορούμε να πούμε ότι ήταν λίγο πιο μαζεμένος γιατί υπήρχαν περισσότερες αντιδράσεις και από το κόμμα του και από το Κογκρέσο. Αυτή τη φορά έχουμε να παρατηρήσουμε τρία διαφορετικά ποιοτικά στοιχεία: Το πρώτο είναι πως το Κογκρέσο είναι μαζί του. Το δεύτερο πως το κόμμα του σε μεγάλο βαθμό είναι μαζί του, με χαρακτηριστική την περίπτωση του κ.Βανς, ο οποίος ήταν αντίπαλος του από την προηγούμενη φορά και σήμερα διατελεί Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ και τον στηρίζει. Και το τρίτο είναι ότι πήρε και τη λαϊκή ψήφο των Αμερικανών στις εκλογές. Άρα λοιπόν δεν ήταν μία ψήφος «κόντρα» στο παλιό κατεστημένο, όπως ήταν την προηγούμενη φορά, αλλά μία θετική ψήφος προς τον κ.Τραμπ αυτή τη φορά που άλλαξε και την φρασεολογία και τη δυναμική του. Για παράδειγμα τώρα στηρίζεται και από ισχυρούς επιχειρηματίες φανερά. Και ενώ για παράδειγμα προάγει την υποψηφιότητά του ως μία αντισυστημική υποψηφιότητα, είναι η πιο συστημική υποψηφιότητα γιατί την ίδια ώρα στηρίζεται στους πιο επιφανείς επιχειρηματίες, όπως για παράδειγμα τον Ίλον Μασκ, ο οποίος δεν κρύβει τα φιλοναζιστικά του αισθήματα, και με τη χειρονομία που έκανε όσο κι αν προσπαθούν πολλοί και πολλές να το ρίξουν στον αυτιστικό του χαρακτήρα, που από μόνο του είναι πολύ κακό για τους ανθρώπους που κινούνται στο φάσμα του αυτισμού και κατά την άποψή μου είναι ντροπή, αυτό το πράγμα να λέγεται. Γιατί στα ναζιστικά καθεστώτα αυτοί οι άνθρωποι θα θανατωθούν, ατομικά δικαιώματα δεν υπήρχαν στον ναζισμό και αυτό  είναι κάτι που θα πρέπει να γνωρίζουμε. Για αυτό λοιπόν και αισθάνεται δυνατός και πολιτικά και οικονομικά, αλλά και κομματικά, και η δεύτερη θητεία θεωρώ πως θα είναι πιο επιθετική σε σχέση με την πρώτη θητεία του.

«Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτά τα οποία λέει ο Τραμπ μπορεί να τα υιοθετήσει κιόλας»

ΠτΘ.: Σε τι συνεπάγεται η «επιστροφή» του για τη γεωπολιτική σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο;

Χ.Τ.: Δεν ξέρουμε τι σημαίνει ακόμα. Από τη μία ο ίδιος θεωρεί πως αν ήταν εκείνος στην Προεδρία των ΗΠΑ δεν θα είχαν ανοίξει τα μέτωπα της Ουκρανίας ή δεν θα συμμετείχε ο αμερικανικός στρατός. Ωστόσο η υποστήριξή του στο Ισραήλ φαίνεται ότι είναι στο αντίθετο από ό,τι λέει. Όπως επίσης και στην μεγάλη έμφαση που θα δώσει στην πολεμική βιομηχανία της χώρας, καθώς το πρόγραμμά του ρεπουμπλικανικού κόμματος λέει ότι θα χτίσει μία «ασπίδα» γύρω από τις ΗΠΑ, με πυραύλους, έτσι ώστε να αμυνθεί σε περίπτωση που κάποια χώρα έχει πυρηνική ή πυραυλική επίθεση εναντίον τους. Το άλλο σχέδιο είναι να αναπτύξει ένα δεύτερο πόλεμο των άστρων, όπως εκείνος του Ρήγκαν τη δεκαετία του 80, δηλαδή να στείλει διαστημόπλοια στην Σελήνη και στον Άρη και μάλιστα αυτά να τα εκμεταλλευτεί και εμπορικά. Όσο και αν μας ακούγονται όλα αυτά περίεργα ή πρωτόγνωρα, είναι στο προεκλογικό πρόγραμμα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος κι άρα λοιπόν αυτό το οποίο φαίνεται είναι ότι περνάμε σε μία εποχή που παρά τα λεγόμενά του, θα στρατιωτικοποιήσει ακόμα περισσότερες τις ΗΠΑ και η άνοδος της πολεμικής βιομηχανίας, πρέπει να στηρίζεται στην πώληση όπλων, άρα λοιπόν σε κάποιους πολέμους ή σε κάποια διαδικασία πολέμων. Άρα λοιπόν δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό το οποίο λέει μπορεί να το υιοθετήσει κιόλας. Άλλωστε το πρώτο το οποίο σίγουρα δεν έκανε πάντως είναι να τελειώσει την σύρραξη Ρωσίας- Ουκρανίας σε 24 ώρες. Οπότε περιμένουμε.

«Για το αμερικάνικο κράτος, δεν είμαστε ισότιμοι και αυτό είναι κάτι το οποίο θα πρέπει οι πολιτικοί των κυβερνήσεων να αλλάξουν και να σταθούν περισσότερο στο ύψος των περιστάσεων»

ΠτΘ.: Μπορεί η Ελλάδα να σταθεί ισόρροπα ανάμεσα στις «μεγάλες» δυνάμεις σε αυτό το νέο πλαίσιο ενός πολυπολικού κόσμου και αν ναι ποια στρατηγική θα μπορούσε να ακολουθήσει ώστε να αξιοποιήσει τις νέες ισορροπίες προς όφελος της;

 Χ.Τ.: Στον σύγχρονο κόσμο υπάρχουν περιορισμοί διαφορετικοί, όπως γίνεται από εποχή σε εποχή. Σήμερα το πρόβλημα το οποίο έχει η χώρα μας είναι ότι από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90 ουσιαστικά έχει εκχωρήσει όλη της την εξωτερική πολιτική στην Ε.Ε. σε μία δηλαδή διεθνή οντότητα, η οποία όμως είναι υπό την «κυριαρχία» του Γαλλογερμανικού άξονα και κυρίως της Γερμανίας και συμφωνεί σε κάθε απόφαση που έχει το ΝΑΤΟ. Θεωρώ ότι σε αυτήν τη συγκυρία οι δύο αποφάσεις που έχει πάρει η ελληνική πολιτική ηγεσία είναι λανθασμένες. Η Ελλάδα θα πρέπει να εκμεταλλευτεί το γεγονός των καλών σχέσεων που είχε με τον Αραβικό κόσμο, το οποίο έχει σταματήσει εδώ και 30 χρόνια. Γιατί ακριβώς η Ελλάδα είναι από τις ελάχιστες χώρες στην Ευρώπη που δεν είχαν ιμπεριαλιστικές τάσεις, άρα λοιπόν ήταν πολύ αποδεκτή από τις χώρες αυτές. Επίσης είναι ένας παλιός πολιτισμός και άρα μπορεί να αναπτύξει πολύ καλές σχέσεις με την Κίνα ή την Ινδία, δηλαδή με άλλους παλιούς πολιτισμούς και μπορεί να έχει τη δική της θέση στον νέο κόσμο. Αντίθετα, εδώ δεν είμαστε σύμμαχοι, είμαστε περισσότερο προτεκτοράτο, παρά σύμμαχοι γιατί για παράδειγμα επειδή είμαστε στην Κομοτηνή και στην περιοχή της Θράκης, η ελληνική πλευρά έδωσε τη δυνατότητα στις ΗΠΑ να έχουν μια νέα μεγάλη στρατηγική βάση στην Αλεξανδρούπολη. Δεν πήρε όμως ως αντάλλαγμα ούτε καν το θέμα της βίζας για την παραμονή Ελλήνων στην Αμερική. Αυτό σημαίνει ότι για το αμερικάνικο κράτος, δεν είμαστε ισότιμοι και αυτό είναι κάτι το οποίο θα πρέπει οι πολιτικοί των κυβερνήσεων να αλλάξουν και να σταθούν περισσότερο στο ύψος των περιστάσεων. Το αν δηλαδή η εκχώρηση της εξωτερικής πολιτικής σε θεσμούς, οι οποίοι δεν είναι συμπεριληπτικοί των ελληνικών αιτημάτων μειώνει τη θέση της Ελλάδας στο σύγχρονο κόσμο. Αυτό μπορούμε να το δούμε και σε σχέση με την Τουρκία. Το πως δηλαδή ο Πρόεδρος Ερντογάν μπορεί να κινείται και εντός του ΝΑΤΟ και εκτός του ΝΑΤΟ και εντός της συνεργασίας με την Ε.Ε. και εκτός της συνεργασίας με την Ε.Ε. και μαζί με τους Αμερικανούς, αλλά και κοντά στους Ρώσους. Άρα λοιπόν σε αυτό το πλαίσιο η Τουρκία αναβαθμίζεται, ενώ η ελληνική πλευρά μειώνει τη θέση της στη διεθνή σκακιέρα.

«Ο Τραμπ δεν είναι αυτός ο οποίος οδηγεί τις εξελίξεις, αλλά είναι ο ίδιος το αποτέλεσμα των εξελίξεων στην κοινωνία των ΗΠΑ»

ΠτΘ.: Ως προς το εσωτερικό του μέτωπο, έχει υποσχεθεί ότι θα «τελειώσει την παρακμή των ΗΠΑ». Πώς το κατανοείτε;

Χ.Τ.: Καταρχάς πρέπει να κατανοήσουμε ότι ο κ.Τραμπ δεν είναι αυτός ο οποίος οδηγεί τις εξελίξεις. Ο κ.Τραμπ είναι το αποτέλεσμα των εξελίξεων στην κοινωνία των ΗΠΑ. Είναι μία συνέχεια όλων όσων έχουν γίνει από τη δεκαετία του ’80, με την άνοδο της altright ακροδεξιάς, που είναι μία συμμαχία των ευαγγελιστών χριστιανών με μια νεοφιλελεύθερη πολιτική ατζέντα, που συνδυάζουν την προτεραιότητα του ιδιωτικού τομέα από τη μία και της ιδιωτικής οικονομίας, με τον νεοφιλελευθερισμό. Άρα τη μείωση των κοινωνικών παροχών και του κοινωνικού κράτους από τη μία πλευρά και από την άλλη την επιθετικότητα στα ατομικά δικαιώματα, όπως για παράδειγμα στο δικαίωμα της έκτρωσης που βλέπουμε πως τα τελευταία χρόνια αναδεικνύεται στην Αμερικανική κοινωνία. Αυτό ξεκινάει από τη δεκαετία του ‘80 απλά είχε υποβαθμιστεί, γιατί τότε το βασικό ήταν ο ανταγωνισμός μεταξύ της Αμερικής και της Σοβιετικής Ένωσης. Άρα λοιπόν υπάρχει μια ακροδεξιά ατζέντα, η οποία το 1992 είχε τον κ.Μπους, ο πατέρας που υπήρξε και Πρόεδρος της Αμερικής, ο οποίος ωστόσο θεωρείται μετριοπαθείς εκφραστής της, στην δεύτερη θητεία ο κ.Μπιουκάνον που αμφισβήτησε μάλιστα τον πρόεδρο, αλλά και το “tea party” το οποίο γεννήθηκε το 2010. Όλη αυτή η συντηρητική παλινόρθωση βρήκε στον κ.Τραμπ τον εκφραστή της. Άρα λοιπόν η παρακμή γίνεται και με όρους πολιτισμικούς. Δηλαδή το γεγονός ότι αρχίζει να δίνεται έμφαση πολύ στα ατομικά δικαιώματα, αυτό θεωρείται ότι είναι ακραίο και πρέπει να γυρίσουμε σε μία πιο «κλασική παράδοση» των εννοιών, με τα δύο φύλα, με την μείωση των αναφορών σε θέματα ταυτοτήτων. Κι εδώ κρύβεται μία πολύ μεγάλη υποκρισία, γιατί μπορεί από τη μία να είναι εναντίον των αμβλώσεων, από την άλλη όμως οι Ευαγγελιστές Χριστιανοί και οι Ρεπουμπλικάνοι που υποστηρίζουν αυτή την πολιτική, δεν ενδιαφέρονται αν οι μητέρες έχουν νοσοκομείο – γιατί η υγεία δεν είναι δημόσια, δεν είναι κρατική, δεν είναι δωρεάν – άρα λοιπόν μπορεί το παιδί να πεθάνει και να μην ενδιαφέρονται, μπορεί το παιδί να πεθάνει στη φτώχεια και δεν ενδιαφέρονται, αλλά ενδιαφέρονται να φτάσει να γεννηθεί. Εδώ βλέπουμε την υποκριτικότητα, γιατί πρέπει να πούμε ότι οι οικονομικές ανισότητες από 1 προς 15 που ήταν το 1980, που είναι η διαφορά του μισθού των στελεχών σε σχέση με τον ανειδίκευτο εργάτη στην ίδια επιχείρηση, πάει στο 1 προς 250. Άρα λοιπόν είναι οικονομικές ανισότητες οι οποίες εκτινάσσονται, απλά ο κ.Τραμπ θεωρεί ότι το ζήτημα που αντιμετωπίζει είναι μια πολιτισμική παρακμή λόγω του ζητήματος των ταυτοτήτων, των μεταναστών, των δικαιωμάτων κ.α. Άρα λοιπόν κινείται με όρους πολιτισμικούς, γιατί είναι πολύ εύκολο να πείσει τον κόσμο ότι φταίει ο μετανάστης, ο φτωχός κ.ο.κ. αλλά δεν φταίει το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα που παράγει αυτές τις ανισότητες.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.