Ξαναζωντανεψε η παλια Κομοτηνη

Δόθηκε η πρεμιέρα της καλοκαιρινής παραγωγής του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής, το βράδυ της Τρίτης στο Θερινό θέατρο της πόλης μας, με το έργο του Κάρλο Γκολντόνι «Η μικρή πλατεία». Η μετάφραση είναι της Μυρσίνης Λαντζουράκη, η σκηνοθεσία του Δημήτρη Παπασταμάτη και η διασκευή του έργου των δύο προαναφερθέντων.

Μία παράσταση που ήδη δουλεύτηκε, καθώς οι ηθοποιοί δοκίμασαν τις αντιδράσεις του κόσμου στη μικρή περιοδεία που έκαναν μέχρι την παρουσίασή της στην πόλη μας. Έτσι το κοινό είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει μία παράσταση αφιερωμένη στην Κομοτηνή. Μια παράσταση που θεωρείται από τις καλύτερες κωμωδίες του Γκολντόνι, αν κι όχι πολυπαιγμένη στην Ελλάδα, και η οποία είναι υπόδειγμα μουσικότητας σε σχέση με τη βενετσιάνικη διάλεκτο και τη μουσικότητα στην ιταλική γλώσσα.

Οι Κομοτηναίοι έδειχναν να απολαμβάνουν την παράσταση, συμμετέχοντας με χειροκροτήματα κατά τη διάρκειά της και γελώντας στα κωμικά στιγμιότυπα με τα οποία ήταν διανθισμένη.


Η παράσταση του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ επιζητά να μεταδώσει μηνύματα για τη χαμένη γειτονιά και τη συναναστροφή των ανθρώπων, κάτι που διατηρείται ακόμη στις σημερινές γειτονιές, καθώς είμαστε μία κοινωνία που έχει δεσμούς και επιθυμούμε να είμαστε ενωμένοι. Εκείνη που πρωταγωνιστεί στην παράσταση- εκτός των εξαιρετικών ηθοποιών που την στελεχώνουν- είναι η ίδια η γειτονιά, όπου διαδραματίζεται το έργο με σπίτια της Κομοτηνής όπως ήταν στη δεκαετία του ΄60-΄70, ένα κομμάτι μιας επαρχιακής πόλης με το γνωστό πολυπολιτισμικό της χαρακτήρα.

Ανθρωποι από κάθε κοινωνική τάξη συνδιαλέγονται, αγαπιούνται, χαίρονται, μαλώνουν, συμμετέχουν σε γλέντια, χορούς και τραγούδια, κουβαλώντας ο καθένας τα χαρακτηριστικά και την κουλτούρα της τάξης του.

Στην παράσταση κυριαρχούν οι καβγάδες με τους γείτονες, αλλά στην ουσία μαλώνουν και αγαπιούνται ταυτόχρονα μεταξύ τους ή αλλιώς «μαζί δε κάνουνε και χώρια δε μπορούνε».

Οπως σημειώνει κι ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής και σκηνοθέτης της παράστασης, Δημήτρης Παπασταμάτης, σε κείμενό του στο πρόγραμμα της παράστασης «οι πλατείες τη δεκαετία του ’60, εξάλλου, και πριν η τηλεόραση μετατοπίσει τη δράση των διαλόγων έσωθεν ήταν πρωτογενή κύτταρα παραγωγής κοινωνικού και πολιτικού εν τω άμα πολιτισμού».

Μία παράσταση προσιτή στον κόσμο στην οποία διαγράφονται οι καθημερινές ασχολίες απλών ανθρώπων μίας γειτονιάς. Εξαιρετικά και καλοδουλεμένα τα σκηνικά της Όλγας-Μαρίας- που επιμελήθηκε και τα κοστούμια-, το μόνο πρόβλημα είναι ότι έχουν μεγάλες διαστάσεις που δεν χωράνε στη σκηνή με αποτέλεσμα οι θεατές που κάθονται στις άκρες, αριστερά και δεξιά, να μην μπορούν να δουν αυτούς που βγαίνουν στα επάνω παράθυρα των σπιτιών. Το χρώμα που κυριαρχεί είναι το γκρι με σκοπό να περιγράψει την γκρίζα εκείνη εποχή. Μία παράσταση που έχει έντονο το διαπολιτισμικό στοιχείο με τούρκικες εκφράσεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά στον τόπο μας. Το εξαιρετικό μωσαϊκό πολιτισμών που συναντά κανείς στη Θράκη με σπίτια χριστιανών και μουσουλμάνων σε παράταξη, μικρά μαγαζάκια, πλανόδιοι πωλητές με το κινούμενο περίπτερο και το ποδήλατο του Τούρκου ξυλοκόπου.

Στην παράσταση παρακολουθούμε τις χήρες μανάδες με τα προβλήματά τους και τα παιδιά τους, τα οποία και θέλουν να τα αποκαταστήσουν, ώστε να έρθει κι η σειρά τους. Συναντάμε την κυρία Ουρανία (Ρένα Βαμβακοπούλου) με το γιο της Γιώργη (Στέλιος Μπενέτος), την κυρά Παγώνα (Λίλη Κανελλοπούλου) με τη κόρη της Ρεβέκκα (Λεωνή Παναγοπούλου), την κυρά Κατερίνα (Δήμητρα Καλπάκη) με τη κόρη της Φωτούλα (Μυρσίνη Λαντζουράκη) και την Ροδή (Ανθή Ιακωβίδου) με το θείο της (Φιλοποίμην Ανδρεάδης). Επίσης τον αρραβωνιαστικό της Φωτούλας, Αγγελή (Γιώργος Καρύδας), έναν πλανόδιο πωλητή με όνειρα για το μέλλον, τον οποίο διεκδικεί κι η φίλη της Φωτούλας, η Ρεβέκκα, αλλά τελικά παντρεύεται την πρώτη καθώς παίρνει μία καλή προίκα από τη μητέρας της. Στην παράσταση εμφανίζεται και ο κος Ασήμογλου που συνεχώς καθησυχάζει τα πνεύματα στους καυγάδες των γειτόνων και που ψάχνει να βρει-τι άλλο- κι αυτός από μία νύφη με προίκα για να αποκαταστήσει τη φήμη, τον τίτλο και τα χρέη του.

Η μουσική ανήκει στον Γιώργο Ευφραιμίδη, ο οποίος χρησιμοποίησε παραδοσιακά στοιχεία της Θράκης σε μεγάλο μέρος της παράστασης, ενώ έγραψε κι ίδιος κάποια κομμάτια. Οι ηθοποιοί τραγουδάνε και χορεύουν μέχρι και ματζουράνα επί σκηνής.

Ο Δημήτρης Καμινάρης έκανε τις χορογραφίες και τη κινησιολογία, σίγουρα η συμβολή του υπήρξε σημαντική μια και έδωσε αέρα και παραστατικότητα στους ηθοποιούς που ερμήνευσαν τους χαρακτήρες. Αξίζει να επισημανθεί ότι στην παράσταση παίζουν ζωντανά μουσική και δύο νέα παιδιά, οι Κώστας Φόρτσας και Κυριάκος Τσακιράκης. Οι φωτισμοί είναι του Δημήτρη Τζατζανά, ενώ βοηθός σκηνοθέτη είναι ο Γιώργος Καρύδας.

Μια «οικογένεια» της Μικρής Πλατείας στον ΠτΘ

Με αφορμή την πρεμιέρα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής και τις παραστάσεις που δίνονται μέχρι και σήμερα Πέμπτη στο Θερινό Θέατρο της πόλης μας, οι ηθοποιοί Μυρσίνη Λαντζουράκη, Δήμητρα Καλπάκη και Γιώργος Καρύδας μοιράστηκαν μαζί μας τη συνεργασία τους με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. – βάζοντάς μας στο κλίμα της παράστασης – αλλά και τις εμπειρίες τους στην μέχρι τώρα αποδοχή του κοινού.

Η Μυρσίνη Λαντζουράκη που έκανε τη μετάφραση και πρωταγωνιστεί αναφέρεται στη δουλειά της: «Το αγγλικό κείμενο, όπως και το ιταλικό, έχει μία μουσικότητα. Ο μεταφραστής από τα ιταλικά στα αγγλικά προσπάθησε να κρατήσει και ρυθμό και στιχάκια σε κάποια σημεία. Έτσι κατά συνέπεια προσπάθησα να κάνω αυτό κι εγώ στη δική μου μετάφραση, η οποία έγινε πριν από τρία χρόνια και στην πορεία διορθώνεται. Όσο μεγαλώνεις ωριμάζεις, οπότε η ροή ενός κειμένου βελτιώνεται, σου φαίνεται λίγο καλύτερο με το πέρασμα του χρόνου. Ήταν μεγάλη η χαρά όταν έμαθα ότι θα ανέβει το συγκεκριμένο έργο σε δική μου μετάφραση, το επόμενο στάδιο ήταν η συζήτηση με τον σκηνοθέτη της παράστασης για τη διασκευή του κειμένου από τη Βενετία του 1756 και το καρναβάλι να γίνει πανηγύρι στη δεκαετία του ’60-70».

«Είναι μία παράσταση προσιτή στον απλό κόσμο, τη δέχονται εύκολα και γελάνε πάρα πολύ γιατί είναι ακριβώς έτσι γραμμένη. Δουλέψαμε πάρα πολύ πάνω στο κείμενο όλοι μας, κάναμε καθιστή ανάγνωση στις πρόβες, προσπαθήσαμε όλο αυτό το κείμενο να «λιώσει» πια, να γίνει ένα με μας», υποστηρίζει η Δήμητρα Καλπάκη.

«Ο Γκολντόνι γράφει για το κοινό, για καθημερινές καταστάσεις που συμβαίνουν. Θεωρώ ότι το έργο από μόνο του είναι τόσο δυνατό που σε οδηγεί το ίδιο. Προσπαθώντας να αλλάξουμε ίσως λίγο το φινάλε διαπιστώσαμε ότι το έργο είναι τόσο δυνατό που δεν χωράει περιθώρια για μεγάλες αλλαγές. Αυτό που αλλάζει, βέβαια, είναι οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων διότι μιλάμε για άλλη εποχή και διαφορετικές συνθήκες», επισημαίνει η Μυρσίνη.

«Βρισκόμαστε συνεχώς επάνω σε φλόγες, φλέγεται η σκηνή πραγματικά σ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, η οποία είναι γρήγορη και δροσερή. Υπάρχουν πάνω στη σκηνή τύποι αναγνωρίσιμοι της Κομοτηνής της δεκαετίας του ’60», σημειώνει εμφατικά ο Γιώργος Καρύδας.

Μιλώντας για τους χαρακτήρες της παράστασης η Δήμητρα Καλπάκη αναφέρει: «Είναι άνθρωποι της γειτονιάς που αγαπιούνται πολύ και μαλώνουν συνέχεια, κι αυτό είναι το αστείο του Γκολντόνι, γίνεται συνέχεια ένα μαλλιοτράβηγμα, αλλά καταλαβαίνεις ότι είναι και μία γειτονιά που αγαπιέται και πάρα πολύ ταυτοχρόνως».

Οσον αφορά στη συνεργασία τους με όλους όσους συνέβαλαν στο στήσιμο της παράστασης η κα Καλπάκη τη χαρακτήρισε «άψογη με όλους και παρόλη τη κούραση από τη στιγμή που έχει τέτοια ανταπόκριση στο κοινό όλα ξεχνιούνται», ενώ η Μυρσίνη πρόσθεσε ότι επρόκειτο για «μία ευχάριστη κούραση».

Μπάμπης Καλπάνης

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.