«Το Βυζαντιο ηταν Ευρωπη, οδηγησε και φωτισε την Ευρωπη»
Εντρυφεί στα κείμενα του Βυζαντίου. Η Μαρία Τζιάτζη – Παπαγιάννη, λέκτορας του Δ.Π.Θ. προσπαθεί, όπως δηλώνει, να ερμηνεύσει αυτά τα κείμενα και να τα αποκαταστήσει κριτικά, αφαιρώντας «ξένες» προσθήκες. Μελετά την «Αλεξιάδα», το έργο της Άννας Κομνηνής. «Ήταν μια πάρα πολύ φιλόδοξη πριγκίπισσα. Ήταν η πρωτότοκος κόρη του Αλεξίου Κομνηνού, γι’ αυτό το λόγο έτρεφε ελπίδες ότι θα μπορούσε να γίνει Αυτοκράτειρα», δηλώνει και αποκαλύπτει άγνωστες στο ευρύ κοινό πτυχές της ζωής της, αλλά και της ιστορίας του Βυζαντίου, όπως ότι: «Οι Φράγκοι, όταν κατέκτησαν την Κωνσταντινούπολη το 1204, έριχναν τα βιβλία και τα χειρόγραφα ως προσάναμμα στα τζάκια τους και στις σόμπες!».
Ποιες είναι οι σημαντικότερες γυναικείες μορφές του Βυζαντίου που ασχολούνται με την Λογοτεχνία;
Στο Βυζάντιο δεν έχουμε πολλές γυναίκες, οι οποίες ασχολούνται με την λογοτεχνία. Δυο είναι οι σημαντικότερες που έγραψαν στο Βυζάντιο, η Άννα Κομνηνή, η κόρη του Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού που ζει τον 12ο αιώνα και η Κασσιανή, η οποία ζει και δρα τον 9ο αιώνα.
Εσείς μελετήσατε το έργο της «Αλεξιάς», γιατί;
Η «Αλεξιάς» είναι το έργο της Άννας Κομνηνής, αφιερωμένο στον πατέρα της, Αλέξιο Α΄ Κομνηνό. Ένα επικό, ιστορικό έργο, επικό πεζογράφημα, όπου προσπαθεί η Άννα Κομνηνή να γράψει την ιστορία του πατέρα της, παλεύοντας ανάμεσα στο εγκώμιο και στην ιστορία. Εγώ διάλεξα την άλλη όψη, την πάλη της ανάμεσα στη Μονωδία και την Ιστορία. Σ΄ αυτό το έργο θρηνεί από την αρχή έως το τέλος η Άννα Κομνηνή για όλα της τα αγαπημένα πρόσωπα και πιο πολύ για τον ίδιο της τον εαυτό.
Σας άγγιξε περισσότερο κάτι από τη ζωή αυτής της γυναίκας;
Συγκινούμαι βαθύτατα όταν βλέπω την πάλη αυτής της προσωπικότητας, της δυνατής γυναικείας προσωπικότητας που ονειρεύτηκε να γίνει βασίλισσα, να γίνει αυτοκρατόρισσα. Που είδε να διαψεύδονται οι ελπίδες της, η μια μετά την άλλη και τελικά αναγκάστηκε να ζήσει στο τέλος της ζωής της παραγκωνισμένη ύστερα από μια αποτυχημένη απόπειρα να ρίξει από το θρόνο τον αδερφό της, τον Ιωάννη το Β΄ τον Κομνηνό. Τελικά ζει σ’ ένα μοναστήρι, όπως λέει: «Ζω σε μια γωνιά και παρηγοριέμαι με τα βιβλία και με τη γραφή μου». Το έργο αυτό από την αρχή μέχρι το τέλος είναι ένας θρήνος, μια μονωδία για τον αρραβωνιαστικό της που τον «έχασε» πρόωρα, πέθανε είκοσι ετών και δεν μπόρεσε να γίνει αυτοκρατόρισσα, μ΄ αυτόν τον γάμο θα γινόταν αυτοκρατόρισσα. Μιλά και για τον άνδρα της, τον Νικηφόρο Βρυέννιο, που επίσης τον «έχασε». Πάλι διαψεύστηκε για δεύτερη φορά η ελπίδα να γίνει αυτοκράτειρα και για τον πατέρα της και την μητέρα της που τους «χάνει» και τους δύο και χάνονται όλες οι ελπίδες της να βασιλεύσει κάποτε, και μένει εξουσιαστής στο θρόνο ο αδερφός της, ο Ιωάννης ο Β,΄ τον οποίο προσπάθησε να ανατρέψει, αλλά απέτυχε, με αποτέλεσμα την τελευταία περίοδο της ζωής της να ζήσει παραγκωνισμένη και ξεχασμένη, απομονωμένη σ’ ένα μοναστήρι, γράφοντας αυτό το καταπληκτικό έργο.
Είχε εμμονή με την εξουσία; Της είχε γίνει έμμονη ιδέα η κατάκτηση του αυτοκρατορικού θρόνου;
Είχε εμμονή, όντως, ήταν πάρα πολύ φιλόδοξη. Ήταν μια πάρα πολύ φιλόδοξη πριγκίπισσα. Ήταν η πρωτότοκος κόρη του Αλεξίου Κομνηνού γι’ αυτό το λόγο έτρεφε ελπίδες ότι θα μπορούσε να γίνει αυτοκράτειρα. Αμέσως την αρραβώνιασαν σε πολύ μικρή ηλικία, ήταν εννέα ετών με τον Κωνσταντίνο τον Δούκα, ο οποίος ήταν ο μελλοντικός διάδοχος του θρόνου, σε περίπτωση βέβαια που δεν γεννούσε ο Αλέξιος αρσενικό παιδί. Όταν όμως ο Ιωάννης ο Β΄ γεννήθηκε άρχισαν οι ελπίδες της να χάνονται. Ο αδερφός της δεν ήταν κάποιος ικανός αυτοκράτορας, η ίδια πίστευε ότι θα μπορούσε να βασιλέψει πολύ καλύτερα και να προσφέρει πολλά περισσότερα στην αυτοκρατορία. Σ’ όλο της έργο λέει ότι υπήρξα άτυχη, ότι με βρήκαν πάρα πολλές συμφορές γιατί τελικά δεν πραγματοποιήθηκε το όνειρο της ζωής της.
Ήταν ένα τραγικό πρόσωπο;
Νομίζω ήταν ένα τραγικό πρόσωπο η Άννα η Κομνηνή. Ήταν ικανότατη, πάρα πολύ μορφωμένη, λίγες τέτοιες μορφωμένες γυναίκες έχουμε στο Βυζάντιο. Η ίδια στο προοίμιο της «Αλεξιάδας» εγκωμιάζει τη μόρφωσή της. Λέει ότι σπούδασε και τις θεωρητικές επιστήμες και τις θετικές, ότι εντρύφησε στον Αριστοτέλη και στον Πλάτωνα. Στο τέλος της «Αλεξιάδας» παρουσιάζεται σαν ένα ράκος, απογοητευμένη και λέει ότι η ζωή της είναι τραγική, «ενώ ζω, πέθανα μυριάδες φορές» γράφει, αυτό νιώθει στο τέλος του έργου και προς το τέλος της ζωής της, γιατί τότε γράφεται η «Αλεξιάς». Είναι μια αυτοβιογραφία. Ένα εγκώμιο προς τον πατέρα της, τον άντρα της, τον αδερφό της Ανδρόνικο, ο οποίος της συμπαραστάθηκε στις προσπάθειές της και στις φιλοδοξίες της. Τον Ανδρόνικο τον λάτρευε. Εγκωμιάζει τον αρραβωνιαστικό της, όσο τον θυμάται, γιατί ήταν ένα παιδί, ήταν ο παιδικός της έρωτας. Είναι ένα εγκώμιο προς τον πατέρα της, και δεν αναφέρεται καθόλου στην πίκρα που είχε προς αυτόν, επειδή προτίμησε τον Ιωάννη από τον άνδρα της, ως διάδοχο του θρόνου.
Μελετώντας το έργο της Άννας Κομνηνής βγάζετε κάποια γενικότερα συμπεράσματα για τη θέση των γυναικών την περίοδο του Βυζαντίου;
Αν θέλαμε να πούμε κάτι για τη θέση της γυναίκας στο Βυζάντιο, βλέποντας την Άννα την Κομνηνή, θα λέγαμε ότι το Βυζάντιο, παρά το γεγονός ότι φέρεται η γυναίκα να σιωπά κατά τη διάρκειά του, έχει να επιδείξει τέτοιες πολύ δυναμικές, μορφωμένες μορφές που φτάνουν στο σημείο να διεκδικήσουν με σθένος την εξουσία και να γίνουν παρά λίγο και αυτοκρατόρισσες, με μια υπερηφάνεια και με μια αυτοπεποίθηση που δεν θα μπορούσε κανείς να τη φανταστεί σ΄ αυτόν τον χώρο.
Για να κάνουμε έναν παραλληλισμό με τα χρόνια σήμερα, η Άννα Κομνηνή προσπαθούσε, θα λέγαμε, να γίνει πρόεδρος των Η.Π.Α….
Προσπαθεί, παρά το γεγονός ότι η τύχη δεν την ευνοεί και διαψεύδονται οι ελπίδες της η μία μετά την άλλη, προσπαθεί μέχρι το τέλος να κερδίσει το θρόνο που νομίζει ότι δικαιωματικά της ανήκει, καθώς ήταν η πρωτότοκη κόρη του Αλεξίου, καθώς τα πρώτα χρόνια της ζωής της την χαιρετούσαν ως μελλοντική αυτοκράτειρα. Νιώθει αδικημένη, νιώθει ότι της έκλεψαν κάτι που της ανήκει.
Για το λαό νοιαζόταν ειλικρινά ή μόνο για την κατάκτηση του θρόνου;
Αν κρίνω από αυτά που λέει για τον πατέρα της, πρέπει να νοιαζόταν για το λαό, γιατί παρουσιάζει τον Αλέξιο, εγκωμιάζοντάς τον ως ευεργέτη του λαού και τονίζει αυτά τα θετικά του σημεία. Νομίζω ότι και η ίδια ενδιαφερόταν για το λαό, πιο πολύ ενδιαφερόταν για τον εαυτό της και για τη δική της την επικράτηση στην εξουσία.
Ήταν μια φωτεινή περίοδος τελικά η περίοδος του Βυζαντίου;
Είναι μια περίοδος, αυτή η περίοδος των Κομνηνών, που βρίσκεται ανάμεσα σε δυο μεγάλες αναγεννήσεις των γραμμάτων, την «Μακεδονική Αναγέννηση» που προηγήθηκε και την «Παλαιολόγεια Αναγέννηση», που θα ακολουθήσει μετά το 1261, όταν ανακαταλήφθηκε η Κωνσταντινούπολη από τους Βυζαντινούς. Είναι μια περίοδος που έχει να μας δώσει πολλές σημαντικές μορφές στη λογοτεχνία, όπως και πολύ σημαντικούς ιστορικούς. Είναι μια εποχή με μεγάλη στροφή προς την αρχαιότητα. Οι Βυζαντινοί μελετούν την εποχή αυτή τα αρχαία γράμματα και αποκομίζουν πολλά. Ήταν για τη λογοτεχνία μια λαμπρή περίοδος του Βυζαντίου, όχι μια σκοτεινή. Δεν είναι μια ταπεινωτική περίοδος, είναι μια περίοδος από τις λαμπρές. Έχει περάσει εκείνη η εποχή που θεωρούσαν το Βυζάντιο μια σκοτεινή εποχή, το Βυζάντιο σαν μια περίοδος που αποκόπτεται κατά κάποιο τρόπο και από την αρχαία και από την νέα ελληνική. Νομίζω ότι έχουμε ξεπεράσει πια αυτή τη θλιβερή στάση απέναντι στο Βυζάντιο. Και στο εξωτερικό και στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί επιστήμονες που ασχολούνται με μεγάλο ζήλο με το Βυζάντιο. Το Βυζάντιο έχει να αναδείξει συγγραφείς που μπορούν πραγματικά να καταταγούν στην παγκόσμια λογοτεχνία. Νομίζω ότι σιγά – σιγά έχει αποκατασταθεί το Βυζάντιο και έχει πάρει τη θέση που του αξίζει, γιατί πραγματικά έχει να μας δώσει λαμπρά κείμενα, λαμπρούς συγγραφείς. Νομίζω ότι το Βυζάντιο φωτίζει γενικά με όλους αυτούς τους ρήτορες, τους ποιητές, τους διηγηματογράφους, τους ιστοριογράφους τους επιστολογράφους που έχουν να δώσουν τόσα πολλά και μπορούν να σταθούν δίπλα σε μεγέθη Παγκόσμιας Λογοτεχνίας και, πολύ κακώς μέχρι τώρα, δεν αναγνωρίστηκε η αξία τους. Είναι λυπηρό ότι στα σχολικά εγχειρίδια σχεδόν αποσιωπάται αυτή η περίοδος.
Το Βυζάντιο είναι Ευρώπη…
Ναι, το Βυζάντιο ήταν Ευρώπη και οδήγησε, φώτισε την Ευρώπη. Ειδικά όταν με την Φραγκοκρατία αναγκάστηκαν οι Ευρωπαίοι να γνωρίσουν το Βυζάντιο κατακτώντας το, να αναγνωρίσουν την αξία του, να δουν πόσο στενά συνδεδεμένο ήταν με την αρχαιότητα, την οποία την ήξεραν και την τιμούσαν, όχι, όμως, και το Βυζάντιο. Οι Βυζαντινοί είναι αυτοί που έσωσαν τα αρχαία ελληνικά κείμενα, που τα σχολίασαν και τα εξέδωσαν. Ενώ οι Φράγκοι στην αρχή, όταν κατέκτησαν την Κωνσταντινούπολη το 1204, έριχναν τα βιβλία, τα χειρόγραφα, ως προσάναμμα στα τζάκια τους και στις σόμπες. Αργότερα, στην «Παλαιολόγεια Αναγέννηση» θα πληρώνουν αδρά ποσά για να αγοράσουν ένα τέτοιο χειρόγραφο από τους λογίους που τα έσωσαν στην Ιταλία, άλλαξαν και αναγνώρισαν τότε την αξία του Βυζαντίου. Αναγνώρισαν πραγματικά και την αξία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού μέσω του Βυζαντίου και στράφηκαν πια στην αναγέννηση. Άρχισαν να μαθαίνουν ελληνικά, να μεταφράζουν ελληνικά έργα στα λατινικά, να μεταφράζουν γραμματικές της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στη λατινική και ακολούθησε όλο αυτό το μεγάλο κίνημα της αναγέννησης που έχει τη βάση του στο Βυζάντιο.
Οι Οθωμανοί βρήκαν να καταστρέψουν; Ή είχαν ολοκληρώσει την καταστροφή οι Φράγκοι;
Κατέστρεψαν και οι Οθωμανοί πάρα πολλά. Ό,τι δεν είχαν προλάβει να πάρουν μαζί τους οι Λατίνοι, το πήραν τελικά οι Οθωμανοί. Το Βυζάντιο μπόρεσε να επιζήσει και μέσα σ΄ αυτά τα χρόνια τα δύσκολα, της Οθωμανικής κυριαρχίας και φάνηκε αυτό, γιατί από αυτά τα σκοτεινά χρόνια προήλθε μετά η Επανάσταση, η νέα γενιά η οποία πάλι στηρίχτηκε στα αρχαία. Είναι μια αλυσίδα, ένα σύνολο, μια συνέχεια και το Βυζάντιο αποτελεί ένα πολύ σημαντικό μέρος και πολύ αξιόλογο αυτής της αλυσίδας και δεν πρέπει να το αποκόπτουμε και να το ξεχνάμε.
Μαρία Νικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
