“Ταφικα μνημεια της Πολης – Α΄ Σισλι – Εμποροι και Τραπεζιτες”, Θρακικη βιβλιοθηκη, Κομοτηνη 2005
Μουσείο μνημείων θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί το Σισλί, το μεγαλύτερο κοιμητήριο της Ελληνικής Ομογένειας της Κωνσταντινούπολης. Σήμερα, με ελάχιστους πλέον ρωμιούς να έχουν απομείνει εκεί, το μνημείο καταστρέφεται όχι μόνο εξαιτίας του χρόνου και της ρύπανσης, αλλά και εξαιτίας της ανθρώπινης αδιαφορίας.
Με αφορμή μια δημοσίευση σε εφημερίδα του κέντρου για την καταστροφή του ο Πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας – Εθνολογίας, καθηγητής, Γεώργιος Παπάζογλου ξεκίνησε το 1992 μία προσπάθεια καταγραφής αλλά και φωτογράφισης των μνημείων του. Η προσπάθεια ολοκληρώθηκε με την έκδοση ενός τόμου την Άνοιξη του 2005, που τιτλοφορείται “Ταφικά μνημεία της Πόλης. Α. Σισλί – Έμποροι και Τραπεζίτες”. Σήμερα ο κ. Παπάζογλου μιλά για την προσπάθειά του αυτή, για τους στόχους της και για το ρόλο που μπορεί να παίξει στην ιστορική επιστήμη και στην Ιστορία της Τέχνης. Και βέβαια, η συγκεκριμένη έκδοση αφορά μόνο ένα μέρος της έρευνας. Υπάρχουν στοιχεία που αφορούν γενικότερα στη ζωή των ομογενών της πόλης που, και όπως λέει και ο ίδιος, μπορούν να αποτελέσουν τη βάση και για άλλες εκδόσεις…
ΠτΘ: κ. καθηγητά, ένα από τα τελευταία βιβλία που έχετε εκδώσει προέκυψε από έρευνα χρόνων, και αναφέρεται στο νεκροταφείο του Σισλί στην Κωνσταντινούπολη. Ποια ήταν η αφορμή γι’ αυτό το βιβλίο;
Γ.Π.: Στην αρχή της δεκαετίας του ’90 σε αθηναϊκή εφημερίδα διάβασα ότι καταστρέφεται το μεγαλύτερο κοιμητήριο ομογενών της Κωνσταντινούπολης, γιατί οι Τούρκοι έχουν ως σκοπό να περάσουν μέσα απ’ αυτό το μετρό. Αντιπρύτανης ήταν τότε στο Δημοκρίτειο ο Γιάννης Πανούσης, στον οποίο τηλεφώνησα και του εξέθεσα τους προβληματισμούς μου. Ο κ. Πανούσης ανταποκρίθηκε παραχωρώντας μου αυτοκίνητο με οδηγό και πήγα στην Κωνσταντινούπολη. Βέβαια μιλάμε για χρόνια που την εβδομάδα πέρναγε απέναντι ένα αυτοκίνητο. Όταν επέστρεψα όλοι με ρωτούσαν τι είδα. Μιλάμε για άγριες καταστάσεις. Όταν πήγαμε μέναμε σε ένα ξενοδοχείο που είχε στα παράθυρα τεράστιες σημαίες και όταν ρώτησα τι γίνεται μ’ ενημέρωσαν ότι γιόρταζαν την καταστροφή του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία.
Είχα ήδη βέβαια επικοινωνήσει με το ελληνικό προξενείο, το οποίο μου διέθεσε μια ομογενή, την οποία ακόμη και σήμερα βλέπω να ξεναγεί και να μεταφράζει στους επισήμους. Νοιώθοντας φόβο επιθυμούσα να δω αυτά που ήθελα και να επιστρέψω γρήγορα. Πήγα λοιπόν στο Σισλί και διεπίστωσα ότι το μετρό είχε φτάσει στα όρια του κοιμητηρίου. Εκ πρώτης όψεως αντίκρισα ένα κοιμητήριο, που είχε μνημεία φαντασμαγορικά που δεν τα είδα πουθενά, ούτε καν στο πρώτο νεκροταφείο Αθηνών. Έκανα μία βόλτα σ’ αυτό και, στη συνέχεια πήγα είδα και κάποιους άλλους κοιμητηριακούς χώρους. Γυρνώντας πίσω ενημέρωσα τον τότε αντιπρύτανη ο οποίος σε πρώτη φάση φρόντισε να με βοηθήσει δίδοντας ένα κονδύλι του πανεπιστημίου για να ξαναπάω. Ξαναπήγα μετά από λίγο καιρό και με φοιτητές έχοντας την αίσθηση ότι σε λίγες ημέρες θα μπορούσα να φωτογραφίσω αυτά που ήθελα. Διεπίστωσα ότι σχεδόν όλα τα γλυπτά είχαν υπογραφή Ελλήνων ομογενών γλυπτών, και μάλιστα ονομαστών, που τους είχα ξανακούσει και ξαναδιαβάσει, οι οποίοι είχαν τελειώσει την ελληνική σχολή καλών τεχνών. Βέβαια δεν μιλάμε μόνο για γλύπτες, αλλά και για αρχιτέκτονες. Αντελήφθην ότι η όλη καταγραφή δεν μπορούσε να γίνει σε λίγες μέρες, αλλά απαιτούσε έρευνα χρόνων και, βέβαια, επειδή ο χώρος ήταν έρημος, άγριος με αυτοφυή βλάστηση, και πολλές φορές βουλιάζαμε και πέφταμε σε τάφους, σκέφτηκα ότι αυτό ήταν καλύτερα να γίνει σε εποχή που δεν υπήρχε βλάστηση. Για να εντοπίσουμε τις επιγραφές κουβαλήσαμε σκάλες, γιατί τα γλυπτά είναι πανύψηλα και πολλές φορές τις υπογραφές των γλυπτών τις βρίσκεις στο πίσω μέρος της κεφαλής ή στο αυτί. Η εργασία ξεκίνησε τον Οκτώβρη του 1992 και μέχρι σήμερα έχει ολοκληρωθεί μόνο ένα μέρος. Στο Σισλί επειδή έβλεπα τις καταστροφές να έρχονται, όχι από το χρόνο, στην αρχή έκανα κάποιες αναφορές σε διάφορες υπηρεσίες, όπως στην Ελληνική Βουλή, για το πώς θα μπορούσαν να προστατευτούν τα γλυπτά από τη ρύπανση, δεδομένου ότι ακόμη και σήμερα στην Κωνσταντινούπολη χρησιμοποιούν μαζούτ και τα γλυπτά μαυρίζουν και με το νερό φθείρονται. Όταν τέλειωσε η καταγραφή και η φωτογράφηση στο νεκροταφείο του Σισλί διεπίστωσα ότι οι καταστροφές δεν οφείλονταν τόσο στην ατμοσφαιρική ρύπανση όσο στην ανθρώπινη παρέμβαση. Στο Σισλί πρωτοφωτογράφισα το 1992, και η τελευταία φωτογράφηση έγινε λίγο πριν ολοκληρωθεί η εκτύπωση αρχές Μαρτίου του 2005. Διεπίστωσα λοιπόν ότι στην αρχή ένα κάποιο μνημείο έχει και γλυπτό, το οποίο φέρει υπογραφή, στη συνέχεια το ίδιο μνημείο δεν έχει περίφραξη, έχουν αφαιρεθεί τα κάγκελα, τα οποία επίσης είναι δύο αιώνων, και στη συνέχεια αφαιρείται ολόκληρο το γλυπτό και μένει μόνο η στήλη. Διεπίστωσα όμως και μία αβελτηρία στη φύλαξη. Έχουμε ένα περίφημο γλυπτό στον τάφο του Γεωργίου Ζαρίφη και κάποια στιγμή οι υπεύθυνοι του κοιμητηρίου σκέφτηκαν, επειδή πιάνει πολύ χώρο, να το καταστρέψουν, γιατί στον ίδιο χώρο μπορούν να μπουν άλλοι πέντε. Επίσης οι άνθρωποι δεν έχουν συναίσθηση του πλούτου που έχουν στα χέρια τους. Έβλεπα λοιπόν κατά καιρούς μέσα από τις φωτογραφίσεις κάποια πράγματα να αφαιρούνται τμηματικά. Αν τοποθετήσετε χρονολογικά τις φωτογραφίες στο διάστημα των δεκαπέντε ετών που κράτησε η φωτογράφηση το συγκεκριμένο κοιμητήριο θυμίζει εκείνο το παιχνίδι που βλέπουμε σε λαϊκά περιοδικά «είναι όμοια και όμως διαφέρουν». Είναι ίδια, αλλά στη δεύτερη φωτογράφηση έχουν αφαιρεθεί τα κιγκλιδώματα, στην τρίτη μετά από δύο χρόνια οι μαρμάρινοι στυλοβάτες, στην τρίτη το γλυπτό.
ΠτΘ: Γιατί έκτασης κοιμητήριο μιλάμε;
Γ.Π.: Μιλάμε για ένα κοιμητηριακό χώρο που είναι περίπου ένα μικρό χωριό. Είναι πολύ μεγαλύτερο, γιατί στον ίδιο χώρο υπάρχει και ένα κοιμητήριο ιταλοεβραϊκό και αρμένικο, που είναι διπλάσιο ή και τριπλάσιο απ’ τα άλλα. Είναι το κοιμητήριο στο οποίο έθαβαν οι Έλληνες της περιοχής του Πέραν και του Γαλατά, οι έμποροι, οι τραπεζίτες. Μιλάμε για κοιμητήριο που έχει μέσα ανθρώπους του χρήματος και του πνεύματος.
ΠτΘ: Πόσα μνημεία έχετε φωτογραφήσει;
Γ.Π.: Τα έχω φωτογραφήσει όλα. Έκανα μία επιλογή μνημείων που άξιζαν. Κατ’ αρχήν να σημειώσω ότι η επιλογή έγινε με δύο τρόπους. Μνημεία, τα οποία ως μνημεία, ως γλυπτά, αξίζουν να φωτογραφηθούν και εν πάση περιπτώσει να μελετηθούν, γιατί έχουν υπογραφή σημαντικών γλυπτών και αρχιτεκτόνων. Απ’ την άλλη πλευρά μπορεί να έχουμε μνημεία σεμνά, στα οποία όμως έχουν ταφεί άνθρωποι που προσέφεραν πολλά στην ομογένεια, γιατροί ή υπουργοί ή υφυπουργοί σε κυβερνήσεις οθωμανικές. Η φωτογράφηση έτσι είχε διπλό στόχο, και θα έλεγα και τριπλό, γιατί κάποια ως γλυπτά δεν έχουν να παρουσιάσουν κάτι, γιατί δεν έχουν την υπογραφή γνωστών γλυπτών ή δεν φέρουν υπογραφή αλλά και ως γλυπτά δεν είναι σημαντικά, έχουν όμως σημαντικές επιγραφές. Έχουν ποιήματα αρχαιότροπα και λαϊκότροπα τα οποία επίσης είναι σημαντικά και είναι μία κληρονομιά που επίσης θα πρέπει να διατηρηθεί.
ΠτΘ: Αναμένετε και άλλα στοιχεία για να συμπληρώσετε το έργο;
Γ.Π.: Επειδή κυκλοφορώ σε κοιμητηριακούς χώρους με την ίδια ευκολία, που κάποιος κυκλοφορεί στην καφετέρια σκέφθηκα, ότι δεν είναι δυνατόν οι Έλληνες γλύπτες και αρχιτέκτονες να δούλεψαν και να δημιούργησαν τόσο σημαντικά δημιουργήματα μόνο για Έλληνες πλούσιους ομογενείς, λογικά θα πρέπει να δημιούργησαν και για άλλους. Έτσι λοιπόν σε δεύτερη φάση πήγα σε ιταλοεβραϊκά κοιμητήρια και δεν έπεσα έξω. Το 95% όσων σημαντικών ταφικών μνημείων σώζονται και στο Ιταλοεβραϊκό, και στο Αρμένικο, και σε λιγότερο βαθμό στο Καθολικό κοιμητήριο, έχουν δημιουργηθεί από Έλληνες, είτε της Κωνσταντινούπολης, είτε των Αθηνών, κυρίως από τον Λυρίτη αλλά και τον Τόμπρο. Περισσότερο δημιούργησαν στο Ιταλοεβραϊκό, γιατί πιθανά, επειδή οι Εβραίοι είχαν σχέση με εμπόριο και χρήματα οι σχέσεις τους με τους Έλληνες τραπεζίτες ήταν κοντινή και έτσι ό ένας «σύστηνε» στον άλλο τον γλύπτη ή τον αρχιτέκτονα που είχε πάρει για το δικό του άνθρωπο. Και δεν σταμάτησα εδώ γιατί δεν είναι μόνο το Σισλί. Έχουν καταγραφεί και φωτογραφηθεί, μολονότι δεν έχουν τη λαμπρότητα των μνημείων του Σισλί, τα μνημεία του Μπαλουκλί και της Χαλκηδόνας της απέναντι πλευράς της Κωνσταντινούπολης αλλά και μνημεία που υπάρχουν σε αυλές εκκλησιών. Στα Θεραπειά έχουμε ταφικά μνημεία της οικογένειας Μαυρογένη, που πρόσφερε στην ομογένεια και στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο Σπυρίδων Μαυρογένης ήταν γιατρός του Σουλτάνου για χρόνια και ο παππούς του ήταν ηγεμόνας στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες.
ΠτΘ: Θεωρείτε ότι η έκδοση για το Σισλί έχει ολοκληρωθεί;
Γ.Π.: Το Σισλί έχει κλείσει και ευτυχώς που έχουν φωτογραφηθεί τα μνημεία του.
ΠτΘ: Είπατε ότι τα μνημεία έχουν καταστραφεί και από χέρι ανθρώπων και ότι η φύλαξη δεν είναι η πρέπουσα. Εφόσον όμως πρόκειται για βακούφι έχει ευθύνες η ελληνική ομογένεια…
Γ.Π.: Υπεύθυνη είναι η κοινότητα της Παναγίας του Πέραν. Τι να πρωτοφυλάξει όμως σήμερα η ομογένεια; Είναι πολλά τα μνημεία που πρέπει να φυλαχθούν και είναι τόσο λίγοι οι άνθρωποι. Δηλαδή αυτή τη στιγμή φθάσαμε στο σημείο να χάνονται γλυπτά βάρους δύο ή και τριών τόνων. Καταλαβαίνετε δε τι γίνεται με τις εικόνες…
ΠτΘ: Γιατί το τούρκικο Υπουργείο Πολιτισμού δεν αναλαμβάνει να προστατεύσει αυτά τα μνημεία; Θεωρείτε ότι τα ταφικά μνημεία είναι έξω από την παράδοση της εκεί κοινωνίας;
Γ.Π.: Έχω την αίσθηση ότι ούτε οι ίδιοι ξέρουν για την πολιτιστική κληρονομιά που έχουν. Υποψιάζομαι ότι το ενδιαφέρον τους επικεντρώνεται, όσον αφορά στο συγκεκριμένο κοιμητήριο, στο αν θα δοθεί χώρος για να ταφούν οι τουρκοορθόδοξοι. Νομίζω ότι μέχρι εκεί έφθανε το «ενδιαφέρον των υπευθύνων». Μιλώντας για τουρκοορθοδόξους αναφέρομαι στον Ευθύμη Παπαευθύμ, ο οποίος θέλοντας να πάρει το Πατριαρχείο στα χέρια του, δέχθηκε τον Κεμάλ Ατατούρκ, τον υπηρέτησε για ιδιοτελείς σκοπούς. Βέβαια οι Τουρκοορθόδοξοι ποτέ δεν ξεπέρασαν την μία οικογένεια, είναι η ίδια οικογένεια του Παπαευθύμ, που όταν πέθανε ο Ευθύμης Παπαευθύμ, «Πατριάρχης» έγινε ο ένας του ο γιος με τον τίτλο Παπαευθύμ ο Β΄ και όταν πέθανε ο γιος του, «Πατριάρχης» έγινε ο άλλος του ο γιος, ο Σελτζούκ με την ονομασία Παπαευθύμ ο Γ΄. Το πρόβλημά τους ήταν να ταφούν στο συγκεκριμένο κοιμητήριο και σε περίοπτη θέση, γεγονός που εξανάγκασε κατά κάποιο τρόπο την ελληνική κοινότητα να τους δώσει χώρο μπροστά στην είσοδο της εκκλησίας, η οποία έχει κτιστεί από ένα περίφημο αρχιτέκτονα Ευρωπαίο του Αλεξάντερ Βαλαορίν, οι τοιχογραφίες έχουν γίνει από περίφημο Έλληνα ζωγράφο της εποχής, τα ψηφιδωτά έχουν γίνει επίσης από περίφημο ξένο τεχνίτη. Για την ανέγερση αυτής της εκκλησίας τα χρήματα έδωσε η περίφημη οικογένεια Στεφάνοβικ Σκυλίτση, είναι αυτή που χρηματοδότησε και την ανοικοδόμηση της Σχολή της Χάλκης με τη σημερινή μορφή, όταν μετά το σεισμό των μέσων της δεκαετίας του 1890 κατέρρευσε το παλιό κτίριο, εν πάση περιπτώσει, μία οικογένεια που έχει προσφέρει πολλά στην ελληνική ομογένεια. Μπροστά λοιπόν στην είσοδο αυτής της εκκλησιάς οι Τούρκοι υποχρέωσαν την κοινότητα να ταφούν ο Παπαευθύμ ο Α΄, ο Β΄, ο Γ΄, ο οποίος πέθανε πριν τρία χρόνια περίπου. Αυτή τη στιγμή δεν έχουν άρενα απόγονο για να τον κάνουν «Πατριάρχη».
ΠτΘ: Οι Τούρκοι το «Καχριέ τζαμί επειδή είναι προστατευόμενο από την Ουνέσκο το έχουν αξιοποιήσει τουριστικά. Σαφώς από τον συγκεκριμένο χώρο έχουν περάσει πολλοί πολιτισμοί και πολλές πληθυσμιακές ομάδες. Θεωρείτε ότι δεν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να κατανοήσουν την αξία και των ταφικών μνημείων του Σισλί αξιοποιώντας τα;
Γ.Π.: Δεν έχουν τη δυνατότητα να παρέμβουν γιατί αυτά είναι ιδιωτική περιουσία. Μιλάμε για χώρους ιδιωτικούς που έχουν αγορασθεί και μπορεί να έχουν περάσει από την αγορά 150 χρόνια και κάποιοι έχουν απογόνους που τους χρησιμοποιούν μέχρι σήμερα.
ΠτΘ: Για τα μέρη που πέρασε ο ελληνισμός υπήρχε πάντοτε ενδιαφέρον. Εσείς ανταμώσατε προγενέστερη βιβλιογραφία και αποτύπωση του κοιμητηρίου του Σισλί; Γιατί αυτά δεν έγιναν νωρίτερα; Ο ελληνισμός από το 1922 έως και το 1955 έφευγε από την Κωνσταντινούπολη. Πώς κανείς δε σκέφθηκε να διαφυλάξει αυτά τα μνημεία;
Γ.Π.: Κατ’ αρχήν βιβλιογραφικά αυτά τα οποία βρίσκεις είναι αναφορές σε σουλτανικά έγγραφα με τα οποία παραχωρήθηκε ένας χώρος στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, δεδομένου ότι το κοιμητήρι ήταν πριν στο χώρο που σήμερα είναι η Αγία Τριάδα, δηλαδή στην πλατεία Ταξίμ. Από εκεί, περίπου στο 1865, επειδή αναπτυσσόταν η Κωνσταντινούπολη, αναγκάσθηκαν να πάρουν τα κοιμητήρια όλες οι εθνότητες που κατοικούσαν στο Πέραν και στο Γαλατά και να τα μεταφέρουν προς τα έξω, εφόσον στα τέλη του 19ου αιώνα ο χώρος που αναφερόμαστε ήταν βοσκοτόπια. Και σήμερα βέβαια και εκεί έχουν γίνει πολυκατοικίες και όχι μόνο εκεί αλλά και χιλιόμετρα παραπέρα, γιατί η Κωνσταντινούπολη έχει επεκταθεί. Από την άποψη αυτή δεν βρίσκεις σχεδόν τίποτε. Όταν ξεκίνησα το 1992 και άρχισα να κυκλοφορώ στην περιοχή του Αγίου Κωνσταντίνου κάτω από τις κατηφόρες του Πέραν ή και γύρω από το Πατριαρχείο επειδή έβλεπα μία ακαταστασία και μία ερήμωση σκέφτηκα ότι από τη στιγμή που δεν υπάρχει ζωντανός ομογενειακός ελληνισμός για να καταγράψει τα μνημεία, τουλάχιστον να σώσουμε τους τεθνεώτες, γιατί και αυτοί έβλεπα ότι χάνονται και καταστρέφονται. Με αυτή τη λογική ξεκίνησα, αν και δεν ήταν στα άμεσα ερευνητικά μου ενδιαφέροντα. Πρέπει όμως να πω ότι κάποια στιγμή απογοητεύτηκα, γιατί μιλάμε για μια δουλειά πολύχρονη, πολύμοχθη, την οποία πρέπει να κάνεις ο ίδιος και δεν μπορείς να βασίζεσαι σε διαφόρους, μία δουλειά που πρέπει να γίνει διακριτικά, γιατί δεν πρέπει να δημιουργείς προβλήματα σε εποχές ιδιαίτερα εξάρσεων των παθών ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία.
ΠτΘ: Από το 1922 έχουν περάσει πολλά χρόνια, περίπου ένας αιώνας. Στην Ελλάδα έχουμε ιστορική επιστήμη και ιστορικούς πώς και κάποιος από αυτούς δεν σκέφθηκε να ασχοληθεί;
Γ.Π.: Έχουμε και ιστορία της τέχνης αλλά και ιστορική επιστήμη. Αυτό το οποίο έχει γίνει μέχρι σήμερα από άλλο Πανεπιστήμιο αφορά στην καταγραφή των επιγραφών του κοιμητηρίου της Τεργέστης και συγκεκριμένα από τον Απόστολο Παπαϊωάννου, όταν ήταν μεταπτυχιακός φοιτητής στη Βενετία και ο μακαρίτης ο Μανούσακας τον έστειλε στην Τεργέστη. Ο Απόστολος Παπαϊωάννου όμως κατέγραψε, δεν φωτογράφησε και αυτή την καταγραφή εξέδωσε. Για να καταλάβετε το πόσο σημαντικό αρχειακό υλικό για ένα ιστορικό είναι το βιβλίο, θα σας πω ότι ένας Κωνσταντινουπολίτης, δεν θα πω το όνομά του συνάδελφος εν πολλοίς, έγραψε ένα βιβλίο για κάποιον απ’ αυτούς που ανέφερα και η αναφορά στο πότε γεννήθηκε είναι από τη “Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια”. Μου έκανε εντύπωση, γιατί δεν πήγε στο Σισλί να δει τον τάφο του και να δει πότε γεννήθηκε και πέθανε. Είναι σημαντικό γιατί σήμερα αν θα πας και ζητήσεις στη Θράκη ή τη Μακεδονία ληξιαρχικές πράξεις γέννησης πιθανότατα πριν το 1940 δε θα βρεις.
Αυτό λοιπόν το βιβλίο θα αποτελεί για το μελλοντικό ιστορικό ληξιαρχείο της Κωνσταντινούπολης που δεν υπάρχει.
ΠτΘ: Πραγματικά αποτελεί ένα υλικό που μπορεί να τύχει πολλών διαβασμάτων. Να λειτουργήσει ως υλικό για τη φιλολογία αφού φιλοξενεί επιτύμβιες πλάκες και αποτυπώνονται σε αυτές γλωσσικά ιδιώματα. Πώς οι πλούσιοι της Πόλης αντιμετώπιζαν το θάνατο, γιατί έκτιζαν μνημεία;
Γ.Π.: Η κοινωνική διαστρωμάτωση που υπάρχει εκτός του κοιμητηρίου, όσο ήταν ζωντανοί, υπάρχει και εντός, μετά το θάνατο. Υπάρχει η πρώτη, δεύτερη και τρίτη ζώνη και τα μνημεία είναι αντίστοιχα. Αν έχεις μάρμαρο πολυτελείας, γλυπτό που υπογράφει συγκεκριμένος γλύπτης, αν έχεις τον οίκο σου, το ναΐσκο σου και διάφορες άλλες πολύτεχνες διακοσμήσεις, ανήκεις στην πρώτη κατηγορία. Υπάρχουν τέλος και ξύλινοι και σιδερένιοι τάφοι. Είναι σημαντικό ακόμη και για τον φτωχό, τον άσημο που δεν είδε το όνομά του σε εφημερίδα, στον έντυπο τύπο, να έχει έστω μετά θάνατο κάπου γραμμένο το όνομά του. Είναι σημαντικό και γι’ αυτόν και για τους επιγενόμενους. Επιτέλους έχει την ταυτότητά του κάτι που δεν είχε ζωντανός, ενώ οι άλλοι οι έχοντες και οι κατέχοντες την έχουν και ζωντανοί και πεθαμένοι και σε πιο περίοπτη θέση. Όλα αυτά που περνούν από την κλασική Ελλάδα στο Βυζαντινό και Χριστιανικό κόσμο ως σύμβολα ευθανασίας, ευζωίας ή ζωής μετά θάνατον, περνούν και μέσα στις διακοσμήσεις των ταφικών μνημείων. Έχουμε την ψυχή πουλί ή την πεταλούδα που ζει μετά θάνατον, έχουμε ακόμη και αιγυπτιακά σύμβολα ζωής μετά θάνατο, τα οποία βλέπω και σε σπίτια που έκτισαν Έλληνες αρχιτέκτονες και στην Πόλη και σε μνημεία, τα οποία ανήγειραν οι ίδιοι στα νεκροταφεία. Για παράδειγμα το φίδι με τον καρπό που είναι δηλητήριο και φάρμακο μαζί και μπορεί να σώσει αυτόν που έχει την αρρώστια από το θάνατο και να τον οδηγήσει στη ζωή. Έχουμε επίσης το φίδι που προστατεύει το νεκρό μ’ ένα κύκλο, όπου το ίδιο το φίδι τρώει την ουρά του, δηλαδή το θάνατο. Όλα αυτά είναι συνδυασμένα με άλλες παραστάσεις σε διάφορες μορφές, είτε στα κιονόκρανα, είτε επάνω στο ίδιο γλυπτό, είτε σε πλάκες. Βλέπουμε ότι έχουμε κάτι αντίστοιχο μ’ αυτό των επιτυμβίων της κλασικής αρχαιότητας ή του Βυζαντίου. Αν διαβάσουμε τα επιτύμβια που σώζονται στην Παλατινή ανθολογία θα δούμε πως είναι διαχρονικά και διεθνικά, γιατί η ψυχή που γίνεται μετά το θάνατο πουλί και ζει ή η πεταλούδα είναι ένα μοτίβο που δεν χρησιμοποιείται μόνο στην ελληνική χώρα, αλλά και σε βόρειους λαούς με τους οποίους δεν μπορούμε να πούμε ότι είχαμε κάποια επαφή, ώστε να πούμε ότι πέρασε από τον ένα στον άλλο. Όλα αυτά που είναι και χριστιανικά και παγανιστικά και τα βλέπουμε σε επιγράμματα της παλατινής ανθολογίας τα βλέπουμε και εκεί. Πολλές φορές θάβεται ο νεκρός και βλέπεις ένα βιβλίο πάνω στο μνημείο. Δίχως να διαβάσεις, καταλαβαίνεις ότι αυτός είχε σχέση με τα γράμματα. Δηλαδή μαζί με το νεκρό, με τα κτερίσματα που ξέραμε ότι εναπέθεταν στην κλασική αρχαιότητα στον τάφο του, αυτή τη στιγμή εναποθέτουν τα σύνεργα της ζωής του της τέχνης του, πολλές φορές πάνω στο γλυπτό. Και αυτό το βλέπουμε όχι τόσο στο κοιμητήριο του Σισλί, όσο και στο Μπαλουκλί, όπου μιλάμε όχι για τόσο εντυπωσιακά μνημεία. Εν πάση περιπτώσει μία κλασική συνήθεια περνά στο Βυζάντιο και στο σύγχρονο ελληνισμό.
ΠτΘ: Θεωρείτε ότι κάποια στιγμή το νεκροταφείο του Σισλί θα αποκτήσει στη συνείδηση του Έλληνα την ίδια αξία με το Α΄ νεκροταφείο Αθηνών;
Γ.Π.: Αυτή τη στιγμή έγιναν γνωστά γλυπτά, Ελλήνων και ξένων, τα οποία ήταν τελείως άγνωστα. Οι ερευνητές σε πρώτη φάση που ασχολούνται με τον Τόμπρο και δεν ήξεραν ότι γλυπτά του υπάρχουν και εκεί ή ασχολούνται με το Λυρίτη ή το Λαμπαδίτη, για τον οποίο ήξεραν ότι δούλεψε μόνο στη Ρουμανία όμως δούλεψε και στην Κωνσταντινούπολη, τα επισκέφθηκαν και με αφορμή και το βιβλίο τουλάχιστον έχουν μία αυτοψία, όταν κάνουν Ιστορία της Τέχνης, του συγκεκριμένου χώρου. Υπολογίζω ότι κάποια στιγμή εάν περάσει και γίνει ευρέως γνωστό ότι πρόκειται για ένα μουσείο γλυπτικής, θα μπορούσαν να το επισκέπτονται, μάλλον να το συντηρούν. Στο νεκροταφείο του Ζωγράφου υπήρχε το μνημείο μίας μεγάλης οικογένειας που πρόσφερε πίσω ακριβώς από την εκκλησία των Σκυλίτση Στεφάνοβικ, και το οποίο είχε κιγκλίδωμα αριστούργημα από μασίφ κατασκευασμένο σε εργαστήριο που λειτουργούσε στο Γαλατά το 1868. Το κιγκλίδωμα αντί για κολώνες είχε μασίφ Παναγίες διπρόσωπες που γύριζαν δεξιά και αριστερά και στις γωνίες Παναγίες τετραπρόσωπες. Αυτό πρόλαβα και το φωτογράφισα δεν υπάρχει πλέον.
ΠτΘ: Αυτή την ανεκτίμητη έκδοση πού μπορεί να τη βρει κανείς;
Γ.Π.: Κατ’ αρχήν πρέπει να σημειώσω ότι με αφορμή τις επιγραφές προχωρήσαμε και την ιστορική έρευνα. Αναγκασθήκαμε να στραφούμε προς τις εφημερίδες που ήταν δύσκολο να βρεθούν. Βοήθησε το πανεπιστήμιο και πήραμε μία πρώτη συλλογή περίπου 1500 φύλλων που εκδίδονταν στην Κωνσταντινούπολη. Αυτές βρέθηκαν στις Σέρες από κάποιον που ήταν συνδρομητής και μας τις πούλησε. Στη συνέχεια, πάλι με τη βοήθεια του πανεπιστημίου, κατορθώσαμε ώστε αυτή τη στιγμή να έχουμε τη μεγαλύτερη συλλογή κωνσταντινουπολίτικων εφημερίδων ή εφημερίδων των ελληνικών κοινοτήτων της διασποράς σε συνεργασία με τη Βουλή. Το πανεπιστήμιο βοήθησε στο να συνεχίσουμε την έρευνα και να την ολοκληρώσουμε σε τρεις τόμους. Βοήθησε σ’ αυτό ο πρώην Πρόεδρος της Βουλής, ο Απόστολος Κακλαμάνης και ο αντιπρόεδρος συντοπίτης μας, Παναγιώτης Σγουρίδης καθώς και ο γραμματέας της Σχολής ο Παναγιώτης Τζωρτζόπουλος, συνάδελφος. Στην εκτύπωση που ήταν πολυέξοδη βοήθησε το πανεπιστήμιο, αν και κάποιοι άκουγαν για τάφους μνημεία και κρύωναν και εξέφραζαν αντιδράσεις. Εν πάση περιπτώσει μας βοήθησε το Ίδρυμα Νιάρχου. Το βιβλίο μπορεί κάποιος να το βρει σε κάποια βιβλιοπωλεία της Αθήνας στην «Εστία» και στον «Πουρνάρα» στη Θεσσαλονίκη.
ΠτΘ: Γνωστοποιήθηκε η έκδοση;
Γ.Π.: Δεν παρακολουθώ και αυτό είναι το κακό. Όταν βάλω την τελευταία τελεία στο κείμενο και σκέφτομαι ότι πρέπει να γράψω τέλος και τω θεώ δόξα ή και ο γράφων παραγράφει ή αν έσφαλα ποτέ οξείας, περισπωμένης… γιατί χρησιμοποιώ παραδοσιακή γραφή δεν φροντίζω για όλο το υπόλοιπο. Αρχίζω και γράφω δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο βιβλίο. Αυτή τη στιγμή έχω περίπου τέσσερα βιβλία που δεν ξέρω πότε θα τα εκδώσω.
ΠτΘ: Το υπόλοιπο υλικό που έχετε απ’ την Πόλη και από τα ταφικά μνημεία τι θα το κάνετε;
Γ.Π.: Το υπόλοιπο θα εκδοθεί σε μία δεύτερη φάση. Υπολογίζω ότι σε δύο χρόνια θα είναι έτοιμος ο δεύτερος τόμος και επίσης ένας τρίτος θα περιλαμβάνει τους Έλληνες αρχιτέκτονες της Πόλης και τα κτίρια που είναι αποδεδειγμένα, είτε κτισμένα από Έλληνες αρχιτέκτονες, ανεξάρτητα αν υπάρχει σε πολλά υπογραφή και τα φωτογράφησα, είτε στέγασαν περιώνυμους Έλληνες της πόλης και της ομογένειας. Στην ουσία είναι το δικό μας παρελθόν.
ΠτΘ: κ. Παπάζογλου σας ευχαριστούμε πολύ.
Γ.Π.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Τ.Β.-Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
