Ανοιγουν τα σχολεια! Ποια σχολεια ομως; Διδακτηρια η αποθηκες ψυχων;
Το πρώτο κουδούνι θα χτυπήσει τις επόμενες ημέρες. Το ερώτημα όμως είναι αν θα χτυπήσει και το καμπανάκι της ευθύνης. Κάθε Σεπτέμβρη ακούμε το ίδιο μήνυμα: «Τα σχολεία ανοίγουν κανονικά», μια φράση που ακούγεται καθησυχαστική, σχεδόν πανηγυρική. Οι αυλές θα γεμίσουν με παιδιά, οι εκπαιδευτικοί θα μπουν στις τάξεις και η σχολική χρονιά θα ξεκινήσει. Αλήθεια όμως, τι ακριβώς εννοούμε όταν λέμε «ανοίγουν τα σχολεία»;
Ανοίγουν οι πόρτες των σχολικών κτιρίων ή ανοίγουν πραγματικά σχολεία που μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των μαθητών; Γιατί ένα σχολείο χωρίς επαρκείς εκπαιδευτικούς, χωρίς τις απαραίτητες υποδομές, χωρίς ουσιαστική χρηματοδότηση και χωρίς σχέδιο για τις σύγχρονες ανάγκες των παιδιών, δεν είναι ένα σχολείο που λειτουργεί κανονικά. Είναι ένα σχολείο που προσπαθεί να επιβιώσει.
Και οι εκπαιδευτικοί; Κάθε χρόνο, πριν ακόμη ακουστεί το πρώτο κουδούνι, αρχίζει η γνωστή συζήτηση για τα κενά. Ελλείψεις εκπαιδευτικών, αναπληρωτές που περιμένουν τοποθέτηση, μαθητές που ξεκινούν τη χρονιά χωρίς όλους τους δασκάλους, και καθηγητές που καλούνται να καλύψουν περισσότερες ανάγκες με λιγότερα μέσα. Και φυσικά, οι εκπαιδευτικοί δεν φταίνε. Δεν μπορεί όμως να θεωρείται «κανονικότητα» το να ξεκινά η σχολική χρονιά με εκκρεμότητες που θα έπρεπε να έχουν λυθεί πριν χτυπήσει το πρώτο κουδούνι. Ο μαθητής δεν μπορεί να περιμένει μέχρι να «τακτοποιηθεί» το σύστημα. Η εκπαιδευτική διαδικασία δεν είναι λογιστικό φύλλο. Κάθε χαμένη ώρα είναι μια χαμένη ευκαιρία.
Και τα σχολικά κτίρια; Υπάρχει και μια άλλη πραγματικότητα που συχνά κρύβεται πίσω από τις επίσημες ανακοινώσεις. Σε πολλά σχολεία υπάρχουν παλιές εγκαταστάσεις, προβλήματα συντήρησης, υγρασίες, κουφώματα, ηλεκτρολογικές και υδραυλικές ανάγκες, ανεπαρκείς χώροι, αίθουσες που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες ενός σύγχρονου σχολείου. Και κάπου εδώ πρέπει να σταματήσουμε να θεωρούμε αυτονόητο ότι, «αφού δεν έπεσε το κτίριο, όλα είναι εντάξει». Το σχολείο πρέπει να είναι ασφαλές. Πρέπει να είναι λειτουργικό. Πρέπει να είναι αξιοπρεπές. Τα παιδιά μας δεν αξίζουν απλώς έναν χώρο για να στεγάζονται επί έξι ή επτά ώρες την ημέρα. Αξίζουν ένα περιβάλλον που να σέβεται την ηλικία, την προσωπικότητα και τις ανάγκες τους.
Και μετά έρχεται η μεγάλη λέξη: χρηματοδότηση. Πόσα χρήματα πραγματικά διαθέτουμε για τα σχολεία μας; Πόσα χρήματα χρειάζονται οι δήμοι για να συντηρήσουν τα κτίρια; Πόσα χρειάζονται οι σχολικές μονάδες για τις καθημερινές τους ανάγκες; Γιατί, όταν η χρηματοδότηση δεν επαρκεί, το κόστος δεν εξαφανίζεται. Μεταφέρεται στους δήμους, στους εκπαιδευτικούς, στους γονείς και τελικά, στην ίδια την ποιότητα της εκπαίδευσης. Δεν είναι δυνατόν να μιλάμε διαρκώς για «επένδυση στη νέα γενιά» και την ίδια στιγμή να αντιμετωπίζουμε την εκπαίδευση σαν ένα ακόμη έξοδο που πρέπει απλώς να περιοριστεί. Η παιδεία δεν είναι κόστος. Είναι επένδυση και μάλιστα η σημαντικότερη.
«Ανοίγουν τα σχολεία; Ναι. Οι πόρτες θα ανοίξουν, αλλά ας μην αρκεστούμε σε αυτό. Ας ρωτήσουμε ποια σχολεία ανοίγουν. Με πόσους εκπαιδευτικούς, με ποιες υποδομές, με τι χρηματοδότηση, με τι προοπτική. Γιατί το πραγματικό στοίχημα δεν είναι να ξεκινήσει απλώς άλλη μία σχολική χρονιά. Το στοίχημα είναι να μη συνηθίσουμε την «κανονικότητα» των ελλείψεων. Να μη θεωρούμε φυσιολογικό το παλιό κτίριο, το κενό στην τάξη, τον ανεπαρκή εξοπλισμό, την καθυστερημένη λύση και, κυρίως, να μην ξεχνάμε ότι πίσω από κάθε αριθμό, κάθε “κενό”, κάθε κονδύλι και κάθε σχολική αίθουσα υπάρχει ένα παιδί»
Το πρώτο κουδούνι δεν πρέπει να κρύβει τα προβλήματα
Το εύκολο είναι να φωτογραφηθούμε με τα παιδιά την ημέρα του αγιασμού. Το δύσκολο είναι να βρεθούμε στο σχολείο τον Νοέμβριο, τον Ιανουάριο, τον Μάρτιο, όταν εμφανίζονται τα πραγματικά προβλήματα. Εκεί κρίνεται η πολιτεία. Εκεί κρίνεται η τοπική αυτοδιοίκηση. Εκεί κρίνεται η κοινωνία. Όχι στις κορδέλες και στις δηλώσεις, αλλά στην καθημερινότητα, γιατί οι γονείς δεν ζητούν θαύματα. Ζητούν τα αυτονόητα: ασφαλή σχολεία, επαρκείς εκπαιδευτικούς, σύγχρονες υποδομές και ισότιμη πρόσβαση στη γνώση. Και οι εκπαιδευτικοί δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν να μπορούν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους.
Λοιπόν, ανοίγουν τα σχολεία; Ναι. Οι πόρτες θα ανοίξουν, αλλά ας μην αρκεστούμε σε αυτό. Ας ρωτήσουμε ποια σχολεία ανοίγουν. Με πόσους εκπαιδευτικούς, με ποιες υποδομές, με τι χρηματοδότηση, με τι προοπτική. Γιατί το πραγματικό στοίχημα δεν είναι να ξεκινήσει απλώς άλλη μία σχολική χρονιά. Το στοίχημα είναι να μη συνηθίσουμε την «κανονικότητα» των ελλείψεων. Να μη θεωρούμε φυσιολογικό το παλιό κτίριο, το κενό στην τάξη, τον ανεπαρκή εξοπλισμό, την καθυστερημένη λύση και, κυρίως, να μην ξεχνάμε ότι πίσω από κάθε αριθμό, κάθε «κενό», κάθε κονδύλι και κάθε σχολική αίθουσα υπάρχει ένα παιδί.
Ανοίγουν λοιπόν τα σχολεία, το βασικό ερώτημα όμως είναι: Ανοίγουν όπως αξίζει στα παιδιά μας; Γιατί το πρώτο κουδούνι πρέπει να σημαίνει αρχή μιας καλύτερης σχολικής χρονιάς ‒ όχι απλώς έναρξη μιας ακόμη προσπάθειας να καλυφθούν τα κενά.
*Ο Θεόδωρος Κ. Ορδουμποζάνης είναι νομικός και συγγραφέας, με πιο πρόσφατο βιβλίο του το μυθιστόρημα «Οι καστανιές της μνήμης» (εκδ. Επικοινωνία ΑΕ, Κομοτηνή 2026).
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
