«Τα τραγουδια με δροσιζουν αλλα με καινε κιολας»

Την Μελίνα Κανά φιλοξένησε η Κομοτηνή πριν λίγες ημέρες στο «Εν Χορδαίς και Οργάνοις». Την Μελίνα όλων μας, απτή και προσπελάσιμη αύρα σε ένα περιβάλλον μουσικό πέρα από κλάσεις, τάξεις και διαχωρισμούς, μα πάνω απ΄ όλα γνήσιο, της αληθινής μουσικής που μας αγγίζει.

Η άποψή της για την τέχνη, οι επιλογές της και η φωνή ήταν δηλωτικά μιας μαγικής βραδιάς μαζί με τον συνθέτη Θοδωρή Παπαδόπουλο, με τον οποίο παρουσίασαν έξι νέα τραγούδια, από το album της που θα κυκλοφορήσει το Σεπτέμβριο αλλά και τους «Απέναντι», το συγκρότημα από τη Θεσσαλονίκη που έδωσε τον λαϊκό τόνο της βραδιάς εκείνης.

Εύστοχη στο λόγο και με άποψη αποκρυσταλλωμένη για τη μουσική, για τον εαυτό της και για τις δυνατότητές του μιλά για τη μουσική και τα δώρα της, για το πόσο σημαντικό είναι να γίνει ο καλλιτέχνης καλός, πρώτα απ΄ όλα, ακροατής.

Επιβίωσε και αναδύθηκε αλώβητη από τον ωκεανό της μουσικής και τώρα πια τον απολαμβάνει συνεχίζοντας όμως να επιλέγει προσεκτικά συνεργασίες και δουλειές.

Με νέο υλικό στα cd και νέο αέρα στη διάθεση μάς μίλησε για τη μουσική όπως τη νιώθει… Γιατί η μουσική είναι αυτό που σου κάνει στ΄ αυτιά, στο νου και την καρδιά και όχι πάντα ό,τι ορίζεται…

ΠτΘ: Γιατί δεν παραβρεθήκατε στα βραβεία «Αρίων»;

Μ.Κ.:
Δεν θα πήγαινα και να με καλούσαν ακόμη διότι θεωρώ ότι είναι μονόπλευρη η αντιμετώπιση και νομίζω ότι καλοί είναι αυτοί οι θεσμοί, αλλά θεωρώ ότι πρέπει να είναι πιο ενημερωμένοι. Στη συγκεκριμένη διοργάνωση δεν υπήρχε αντίλογος και έχω δύο ερωτήσεις να κάνω στο κοινό που άκουγε και στους ανθρώπους του «Αρίωνα» που δίνουν τα βραβεία: Γιατί η παράνομη παραγωγή CD κάνει κακό στη μουσική, γιατί βγήκε αυτό το σύνθημα; Γιατί την σκοτώνει την μουσική; Εγώ χαίρομαι όταν οι φοιτητές που δεν μπορούν να διαθέσουν λεφτά για να πάρουν το ακριβό CD έστω και έτσι, από πειρατικές κασέτες, μαθαίνουν τα τραγούδια. Άρα λοιπόν, άλλο είναι το πρόβλημα και όχι στη μουσική αυτή καθαυτή. Δεύτερον, εγώ δεν είπα ότι η μουσική δεν είναι μια, γιατί ακούστηκε ότι η μουσική είναι μια. Νομίζω ότι οι άνθρωποι του χώρου του δικού μου θεωρούν ότι η μουσική είναι μια αλλά αν βάλω εγώ την μουσική που ακούω σ’ αυτούς τους ανθρώπους θα την αντέξουνε ένα τέταρτο;

ΠτΘ: Εσείς πού κινείστε δηλαδή;

Μ.Κ.:
Εγώ μεγαλώνω και ζω τη ζωή μου αλλά στο δικό μου το ρεπερτόριο και στο δικό μου το σπίτι ακούγονται και άλλα πράγματα. Έτσι λοιπόν, αν ποτέ η Νατάσσα Θεοδωρίδου, ο Αντώνης Ρέμος και οι υπόλοιποι ακούσουν και τραγουδήσουν τα ίδια που έχω τραγουδήσει και ακούω εγώ, τότε θα πούμε όλοι μαζί με μια φωνή ότι η μουσική είναι μια. Αλλά νομίζω ότι, αν τα βάλουμε τα πράγματα κάτω θα δούμε ότι αυτοί χωρίζουν τη μουσική στα δυο ή μάλλον την περιορίζουν.

ΠτΘ: Αν πραγματικά αυτός ο χώρος του τραγουδιού, ο μαγικός χώρος υπάρχει, γιατί δεν τον βλέπουμε να πρωταγωνιστεί στη τηλεόραση και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης; Αντίθετα βλέπουμε γκλαμουράτα άφωνα μοντέλα και έτερα τινά… Ο κόσμος της μελωδίας τελικά υπάρχει;

Μ.Κ.:
Συμφωνώ καταρχήν ότι η Ελλάδα της τηλεόρασης και η Ελλάδα όπου ζουν οι Έλληνες είναι δυο διαφορετικά πράγματα. Εγώ δεν ζηλεύω αυτό το κλίμα το φανταχτερό, όπου αναπτύσσεται αυτή η στουντιακή χαρά, που μεταφέρεται από στούντιο σε στούντιο και από εκπομπή σε εκπομπή και είναι σαν οι άνθρωποι που έλαβαν μέρος σε μια δεξίωση μετά να μεταφέρουν τα ποτά τους από το ένα στούντιο στο άλλο, φορώντας τουαλέτες. Εσείς θα το ζηλεύατε;

ΠτΘ: Νομίζω ότι κανείς δεν το ζηλεύει…

Μ.Κ.:
Ωραία, άρα τελειώνει η συζήτηση, βάζουμε τέλεια. Τώρα το πρόβλημα είναι με τους νέους ανθρώπους, με τις νέες γενιές που δεν έχουνε ζήσει το δικό μας τραγούδι της παρέας, με την κιθάρα στην αμμουδιά, με τον καλλιτέχνη που τραγουδάει και τραγουδά αυτό που ζει και ο απλός άνθρωπος. Νομίζω ότι τίποτα δεν χάνεται, το καλό πάντα υπάρχει γι’ αυτόν που θέλει να το δει και να το ενστερνιστεί και είναι θέμα επιλογής. Έχουμε ευθύνη σαν μεγαλύτεροι να πληροφορήσουμε τα βλαστάρια μας, τα παιδιά, κάτι που νομίζω ότι είναι το σκοτεινό σημείο της δικής μας πλευράς. Καλός ο προβληματισμός, καλή η κουλτούρα, αλλά και η ζωή τρέχει. Τα παιδιά αυτά σταματούν το μάτι τους στο λαμπερό και το φανταχτερό. Ωστόσο, δεν πρέπει να βγάζουμε από το χώρο μας ούτε το φανταχτερό, ούτε το εντυπωσιακό έναντι της ποιότητας.

ΠτΘ: Τα νέα παιδιά τα νιώθουν τα τραγούδια σας, απολαμβάνουν τη μουσική;

Μ.Κ.:
Την απολαμβάνουν και όχι μόνο τα παιδιά, αλλά και μεγαλύτεροι άνθρωποι οι οποίοι έρχονται να μας ακούσουν. Μου ΄χει τύχει να έρθει κάποιος μεγάλος σε ηλικία να μου πει ότι «από τη στιγμή που άκουσα τα τραγούδια σας», εννοώντας προφανώς μια γενικότερη ομάδα καλλιτεχνών που ασχολούνται μ’ αυτό το ρεπερτόριο, «γλίτωσα από την πίστα», έτσι μου είπε ο άνθρωπος. Χρησιμοποιώ την φράση του ακριβώς, « γλίτωσα από το μπουκάλι και την πίστα». Τα νέα παιδιά ενδιαφέρονται πολύ, δεν έχω παραδείγματα να ΄ρθει κάποιος και να μου πει «ξέρεις, άκουσα αυτό που έκανες και δεν μου άρεσε». Έρχονται, λένε την γνώμη τους, μπορεί να διαφωνούν στα επιμέρους, όχι όμως συνολικά.

ΠτΘ: Υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν ακόμη την ποιότητα διαβατήριο επιτυχίας;

Μ.Κ.:
Υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις ανθρώπων, αλλά είναι πολύ λίγες, τόσο λίγες που βιώνουμε την τέχνη τους μέσα σ’ έναν χώρο χωρίς περιθώρια πατρίδας, σ’ ένα χρόνο άχρονο. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι ο Νίκος Μαμαγκάκης. Είναι μεγάλος σύνθετης, συναντώνται πολλές εποχές μουσικά μέσα στο έργο του, πιάνει ένα φάσμα που ξεκινάει από τη μουσική του Ρεθύμνου, την παραδοσιακή, και φτάνει μέχρι το μεταμοντέρνο, το Ευρωπαϊκό. Σήμερα, δηλαδή, ακούγοντας Μαμαγκάκη εγώ πιστεύω ότι δεν μπορώ να τον εντάξω ούτε σε χρόνο ούτε σε χώρο.

ΠτΘ: Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι θα μπορούσε να συμβεί και σήμερα αυτό που συνέβαινε την δεκαετία του ΄60 τότε που τραγουδούσαμε Σεφέρη ή Ελύτη μέσω του Θεοδωράκη και του Χατζηδάκι;

Μ.Κ.:
Ναι, οι οποίοι έκαναν αυτό ακριβώς, περάσανε στη μεγάλη λαϊκή μάζα υψηλή ποίηση. Μέσα σ’ ένα ντύμα λαϊκό, που ήταν οικείο για τα αυτιά τους, πολύ καλής ποιότητος, καταφέρανε και βάλανε τον Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Ελύτη μέσα στα στόματα των καθημερινών απλών ανθρώπων. Αυτοί οι μεγάλοι σύνθετες κατάφεραν και έκαναν αυτό το πράγμα. Μεγάλο το έργο αυτό, μεγάλη προσφορά.

ΠτΘ: Η ενασχόληση με την καλλιτεχνία φαντάζει σήμερα κάτι παρά πολύ εύκολο…Δημόσιες σχέσεις, καλό σώμα, εκκεντρικό ντύσιμο, μπαλέτο και κάπου κάπου και φωνή… Είναι έτσι ή χρειάζεται πολύ δουλειά ο καλλιτέχνης;

Μ.Κ.:
Εγώ για παράδειγμα είμαι τεμπέλα. Είμαι από τους ανθρώπους που έχω δώρα. Δεν έχω δουλέψει πολύ, η δουλειά που έχω κάνει είναι να ακούω προσεκτικά. Δηλαδή είμαι περισσότερο προσεκτικός ακροατής παρά τραγουδίστρια που δουλεύει τη φωνή της και ασχολείται με τη φωνή της. Προσπαθώ να ακούω τη φωνή μου ακόμα και όταν μιλώ.

Δεν ξέρω την μουσική που προϋπήρξε από τα βιβλία, την ξέρω, όπως την έμαθα από τους παππούδες μου, από τους συγγενείς μου, από τις παρέες μου, από τα ραδιόφωνα της εποχής και από τους ανθρώπους που μου τραγούδησαν κάποια στιγμή ένα τραγούδι. Δεν έχω μελετήσει μουσική. Όμως αγαπάω τη μουσική και νομίζω ότι ένα κομμάτι της το «φέρω». Δεν είμαι εραστής της μουσικής, φέρω την μουσική.

ΠτΘ: Πώς βρεθήκατε λοιπόν σ’ αυτό το χώρο;

Μ.Κ.:
Τυχαία, κάποιοι λένε καρμικά. Σπούδαζα φιλοσοφική, είχα βάλει μια άλλη ρότα στη ζωή μου, ήμουν ένας άνθρωπος που αγαπούσε τη μέρα, κοιμόμουνα νωρίς το βράδυ… Σ’ έναν καφέ που βγήκαμε με μια φίλη μου πήγα να παρακολουθήσω μια πρόβα σε μια μπουάτ της πόλης και εκεί μου πρότειναν να πω ένα τραγούδι στο πλατό και είπα ένα τραγούδι, μου πρότειναν δουλειά, και πήγα. Εκεί μέσα γνώρισα τον Νίκο Παπάζογλου, που με επισκέφθηκε, με πήρε μαζί του σε συναυλίες και όλα ήρθαν πολύ φυσιολογικά, τόσο φυσιολογικά που εγώ τα κοίταζα εκστατική και έλεγα «τι μου συμβαίνει τώρα;».

ΠτΘ: Θέλουμε να μας μιλήσετε για τους πολύ σημαντικούς ανθρώπους, συνθέτες, στιχουργούς, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη ζωή σας, και το πώς αυτοί δημιουργήσανε ή βοηθήσανε την καριέρα σας.

Μ.Κ.:
Ο πρώτος άνθρωπος, ο πολύ σημαντικός για μένα που γνώρισα μέσα στο χώρο, ήταν ο Νίκος Παπάζογλου. Καταρχήν ήμουν θαυμάστριά του, τραγουδούσα τα τραγούδια του και όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να τον γνωρίσω και να συνεργαστώ μαζί του, για μένα αυτό ήταν ένα είδος παρασήμου. Δεύτερη σημαντική προσωπικότητα ήταν ο Νίκος Μαμαγκάκης που μου εμπιστεύτηκε έναν ολόκληρο δίσκο…

ΠτΘ: Και μετά;

Μ.Κ.:
Μετά Σωκράτης Μάλαμας, Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Νίκος Ξυδάκης, Διονύσης Σαββόπουλος, Χαρούλα Αλεξίου, Γιώργος Νταλάρας. Τι να πω, τι να πρωτοθυμηθώ.

ΠτΘ: Έχει ξεφύγει ο Χατζηδάκις γιατί δεν πρόλαβε…

Μ.Κ.:
Γνωρίζω όμως τον κ. Θεοδωράκη και συμμετείχα και σε μια συναυλία του, τραγούδησα τραγούδια του σ’ εκείνη τη συναυλία και χάρηκα που τον γνώρισα και που τον ευχαρίστησα με τον τρόπο μου, μου φάνηκε ότι χάρηκε που τραγούδησα τα τραγούδια του.

ΠτΘ: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το «Πορτρέτο» με όλες τις μεγάλες επιτυχίες σας…

Μ.Κ.:
Το «Πορτρέτο» ήταν ένας αποχαιρετισμός δικός μου, με αποχαιρέτησαν και από την εταιρεία. Τώρα κάνω τραγούδια με το Θόδωρο Παπαδόπουλο σε στίχους της Σμαρώς Παπαδοπούλου. Πρόκειται για τόσο άμεσα τραγούδια και τόσο ζεστά που δεν είχα κανένα πρόβλημα να τα συμπεριλάβω στο ρεπερτόριό μου. Επίσης έχω κάνει επιλογές από παλιά λαϊκά τραγούδια που μου αρέσουν, του Νικολόπουλου, του Βαρδή, του Απόστολου Καλδάρα.

ΠτΘ: Πότε θα κυκλοφορήσει ο δίσκος;

Μ.Κ.:
Ο δίσκος θα κυκλοφορήσει Σεπτέμβρη. Η κυκλοφορία του δίσκου είναι κάτι που δεν είναι μόνο στο δικό μου χέρι, είναι πάρα πολλές οι συνιστώσες. Ωστόσο είναι έτοιμος ο δίσκος.

ΠτΘ: Πείτε μας λίγα λόγια για τον Θόδωρο Παπαδόπουλο

Μ.Κ.:
Καταρχήν είναι η δεύτερη φορά που συνεργάζομαι μαζί του, είχαμε κάνει ένα δίσκο παλαιότερα, μετά το δίσκο με τον Σωκράτη Μάλαμα, «Τα μεταξωτά», τα «Αρώματα αντί για ναφθαλίνη» όπου υπάρχουν 6 τραγούδια του Θόδωρου Παπαδόπουλου. Τον ήξερα από τους «Οπισθοδρομικούς», τον γνώρισα πάνω σ’ ένα πάλκο ζωντανότατο και λαϊκό όπου συνεργαστήκαμε, στη Σίφνο, σ’ ένα λαϊκό μαγαζί, εκεί γνωριστήκαμε, ήξερα την μουσική του, δεν ήξερα τον ίδιο. Ο Θόδωρος Παπαδόπουλος για μένα είναι ο λαϊκότερος συνθέτης που έχουμε σήμερα. Είναι από τη σύγχρονη γενιά είναι άνθρωπος λαϊκός, και τα τραγούδια του είναι λαϊκά, η έμπνευσή του είναι λαϊκή. Έχει προσωπικό στίγμα και αυτό που με εντυπωσιάζει στο Θόδωρο είναι η πενιά του, έχει ξεχωριστή πενιά στο μπουζούκι, ίσως έτσι δικαιολογείται και η καταγωγή του, αγαπάει πολύ την μουσική του Άκη Πάνου, όπως και εγώ. Έτσι θα τον χαρακτήριζα τον Θόδωρο πηγαίο καλλιτέχνη.

ΠτΘ: Δεν σας δυσκόλεψε αυτή η θητεία στο λαϊκό;

Μ.Κ.:
Όχι, γιατί μεγάλωσα μέσα σ’ αυτό το άκουσμα, τα πρώτα πράγματα που τραγούδησα ήταν λαϊκά. Έτσι γινόταν τότε, όλοι τραγουδούσαν λαϊκά. Και αυτό που ήθελα να πω είναι ότι ο Θόδωρος είναι λαϊκός άνθρωπος δεν ασχολείται εγκεφαλικά με το λαϊκό, το προσεγγίζει από την καρδιά του, γι’ αυτό και δεν τον δυσκολεύει, αν τον δυσκολεύει σημαίνει ότι δεν είναι λαϊκός. Γι’ αυτό είπα ότι ο Θόδωρος Παπαδόπουλος είναι πηγαία λαϊκός άνθρωπος και γι’ αυτό και η έμπνευσή του είναι λαϊκή αυτή καθεαυτή. Δεν προσεγγίζει το πράγμα εγκεφαλικά. Έχουμε φαινόμενα ανθρώπων, τραγουδοποιών που έχουν κάνει ένα λαϊκό τραγούδι ενώ το κύριο έργο τους δεν είναι τόσο λαϊκό. Γι΄ αυτούς δεν θα έλεγα ότι είναι η έμπνευσή τους πηγαία, λαϊκή, θα έλεγα ότι κάποια στιγμή ερωτεύθηκαν έναν λαϊκό δρόμο και τους προέκυψε το τραγούδι αυτό. Ο Θόδωρος είναι ο ίδιος λαϊκός, οπότε αυτό που βγαίνει είναι λαϊκό.

ΠτΘ: Σε δυσκολεύει τελικά να λες ροκ; Πώς είναι δυνατόν μια φωνή να ντύνει τόσα είδη τόσο ωραία;

Μ.Κ.:
Αυτή είναι από τις ερωτήσεις που δεν απαντιούνται. Μάλλον επειδή μου αρέσουν και τα δύο το ίδιο.

ΠτΘ: Είναι ωστόσο εύκολο;

Μ.Κ.:
Δεν ξέρω αν είναι εύκολο ή δύσκολο, δεν μπορώ να σας απαντήσω. Συμβαίνει γιατί ξαφνικά μου αρέσει μια μπαλάντα, προσπαθώ να την πω όσο καλύτερα, δηλαδή προσπαθώ να την ακούσω πριν την πω. Προσπαθώ να την ακούσω έξω από τη φωνή μου, να δω τι μπορώ να κάνω για να την φωτίσω, έτσι ώστε να γίνει αρεστή πρώτα σε μένα. Αυτός είναι ο τρόπος δηλαδή άσχετα από το αν είναι παραδοσιακό, λαϊκό, ροκ, περιθωριακό οτιδήποτε.

ΠτΘ: Δυο τελευταίες ερωτήσεις: πώς καταφέρνετε να απολαμβάνετε αυτό τον ωκεανό που είναι η μουσική και πώς υποδέχεται τη μουσική σας η Βιργινία, η κόρη σας;

Μ.Κ.:
Ας αρχίσουμε από το παιδί, οι μουσικές της επιλογές είναι και διαφορετικές από τις δικές μου, όμως χαίρομαι γιατί μέσα στο σπίτι ακούγονται και οι δικές της επιλογές και οι δικές μου. Η Βιργινία δηλαδή ξέρει την Τζοκόντα του Χατζηδάκι, την ψιθυρίζει και ξέρει και τα τραγούδια του Πλούταρχου, και ξέρει και τον Σάκη Ρουβά, ξέρει και τα τραγούδια τα δικά μου και όταν βλέπει τον Σωκράτη στην τηλεόραση λέει «μαμά ο Σωκράτης μου», για μένα αυτό είναι κέρδος. Δεν ήθελα να είναι ένα παιδί κατευθυνόμενο μουσικά, την έχω αφήσει ελεύθερη, μου έχει μάθει να ακούω πράγματα, μου ΄μαθε τον Μιχάλη Χατζηγιάννη, που τον άκουγα από τα ραδιόφωνα και αυτή μου τον έφερε μέσα στο σπίτι και έφτασα εγώ να χορεύω και να τραγουδάω τα τραγούδια του. Πήρα εγώ δηλαδή ένα υλικό πιο νεανικό, αυτό ήταν το δικό της δώρο για μένα. Βεβαίως με κρίνει, όπως είναι εξοικειωμένη και με το πάλκο και με την διαδικασία, «μαμάς έχεις πρόβα, μαμά το στούντιο», τα ξέρει όλα αυτά αλλά δεν είναι ένα παιδί που ζει στη σκιά μου και στην σκιά αυτού του επαγγέλματος. Είναι εξάλλου κάτι που δεν θα ήθελα να γίνει. Γι’ αυτό και δεν λέει ότι θα γίνει τραγουδίστρια.

ΠτΘ: Σας έχει αποδεχθεί ως εργαζόμενη δηλαδή μητέρα…

Μ.Κ.:
Βεβαίως, όπως έχει μάθει και να χαίρεται μέσα σ’ αυτό το πράγμα δηλαδή στις παραστάσεις χειροκροτεί, τραγουδάει, χαίρεται, καμαρώνει. Τώρα για τον ωκεανό της μουσικής, παίρνω χαρές από τα τραγούδια, με δροσίζουν τα τραγούδια, όπως με καίνε κιόλας, ανάλογα με τη δική μου τη στιγμή.

ΠτΘ: Κυρία Κανά γι’ αυτήν την τόσο όμορφη για μας συνομιλία πολύ σας ευχαριστούμε.

Μ.Κ:
Και εγώ σας ευχαριστώ…Στο επανιδείν…

Μ.Λ.-Τ.Β.-Α.Χ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.