Τα παιδια της Μελινας
Είκοσι χρόνια ζωής κλείνει φέτος ο θεσμός των Δημοτικών Περιφερειακών Θεάτρων που ξεκίνησε με τις πλέον ευοίωνες προοπτικές με συνεχή αύξηση του αριθμού τους. Τα ΔΗΠΕΘΕ από έξι έγιναν δέκα έξι και χιλιάδες θεατών της επαρχίας έχουν δει τις εκατοντάδες παραστάσεις τους.
Τελευταία δημοσιεύματα φέρνουν τον θεσμό «κουρασμένο», με χαμηλό επίπεδο παραστάσεων, με καλλιτεχνικούς διευθυντές «αποτυχημένους σκηνοθέτες ή ηθοποιούς», χωρίς όραμα ή με όραμα, αλλά «στραγγαλισμένους» από τους δημοτικούς άρχοντες και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων, «αλληθωρίζοντας» προς την Αθήνα, τους ηθοποιούς «ανέργους» που καταλήγουν σε ΔΗΠΕΘΕ λύνοντας το εργασιακό τους πρόβλημα.
Παράλληλα η οικονομική κατάστασή τους περιγράφεται με τα μελανότερα χρώματα διότι, παρά την ένταξη των κονδυλίων χρηματοδότησης τους στον προϋπολογισμό «οι χαμηλές επιχορηγήσεις με τα σημερινά ευρωδεδομένα δεν εκταμιεύονται εγκαίρως, τόσο από το υπουργείο Πολιτισμού όσο και από την πλευρά των δήμων, ενώ υπάρχουν δήμαρχοι που αδιαφορούν και πόλεις που δεν τα θέλουν». Επίσης σε βάρος πολλών ΔΗΠΕΘΕ και «συντελούσης, σε ορισμένες περιπτώσεις, της κακοδιαχείρισης ορισμένα είναι χρεωμένα ως το λαιμό, βρίσκονται πια ένα βήμα πριν από τον γκρεμό περιμένοντας τον από μηχανής θεό να τα σώσει από τη χρεοκοπία. Κατάσταση απελπιστική για ένα θεσμό που ξεκίνησε τόσο ευοίωνα».
Διατυπώνονται απόψεις όπως «κουρασμένος θεσμός, που το υπουργείο αν θέλει να τα σώσει πρέπει να σκεφθεί μια άμεση αναπροσαρμογή των επιχορηγήσεων» (Γ. Κακλέας καλλιτεχνικός διευθυντής ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας), «αν ο διευθυντής έχει όραμα, είναι δυστυχισμένος» εννοώντας την ανάμιξη των δημάρχων στα θεατρικά (Αν. Κούφαλης πρόεδρος ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας), «απαιτούνται πια οικονομοτεχνικές μελέτες για το ζήτημα της βιωσιμότητας των ΔΗΠΕΘΕ» (Θέμ. Μουμουλίδης, σκηνοθέτης, καλλιτεχνικός διευθυντής ΔΗΠΕΘΕ Βόλου), «η κεντρική διοίκηση τα έχει αφήσει στη μοίρα τους» (Π. Σκουρολιάκος, ηθοποιός-σκηνοθέτης, καλλιτεχνικός διευθυντής ΔΗΠΕΘΕ Λαμίας), «λειτουργούν σαν αθηναϊκοί θίασοι. Τη μεγαλύτερη ευθύνη έχει ο καλλιτεχνικός διευθυντής» (Κ. Τσιάνος ηθοποιός – σκηνοθέτης καλλιτεχνικός διευθυντής ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας).
Επίσης, ο διευθυντής της Διεύθυνσης Θεάτρου και Χορού του υπουργείου Πολιτισμού Πολυχρόνης Πολυχρονόπουλος συστήνει την αναζήτηση χορηγών στην περιοχή που δραστηριοποιούνται, τονίζοντας ότι «οι διοικήσεις των ΔΗΠΕΘΕ πρέπει να επιλέγουν πρόσωπα ικανά, με θεατρική παιδεία και υποδομή και κυρίως καλλιτεχνικά κίνητρα και τα πρόσωπα αυτά να στηρίζονται», συμπληρώνοντας ότι «η ανανέωση πρέπει να γίνει από τα ίδια τα ΔΗΠΕΘΕ ή μάλλον από τους ίδιους τους δήμους». Παράλληλα ο Βασίλης Παπαβασιλείου, επί ένα χρόνο (1984-1985) καλλιτεχνικός διευθυντής στο ΔΗΠΕΘΕ Σερρών, υποστηρίζει ότι «η ελληνική περιφέρεια δεν μπορεί να αντέξει δεκαέξι ΔΗΠΕΘΕ, αλλά το πολύ τέσσερα ή πέντε» και ότι «με τη σημερινή χρηματοδότηση δεν μπορεί να καλύψει ούτε τα ανελαστικά του έξοδα, αν η πληθυσμιακή βάση είναι κάτω από 700-800 χιλιάδες κατοίκους».
Επιχειρώντας να έχουμε τη άποψη των καλλιτεχνικών διευθυντών των ΔΗΠΕΘΕ της περιοχής απευθυνθήκαμε στον κ. Ιωάννου Δημήτρη του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας και τον κ. Δημήτρη Παπασταμάτη του ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής.
Δημήτρης Παπασταμάτης: «Ευρωπαϊκός θεσμός τα ΔΗΠΕΘΕ»
«Παρά τα όσα προβλήματα λειτουργίας έχουν τα ΔΗΠΕΘΕ, για τα οποία τα ίδια δεν ευθύνονται, πρέπει να παραμείνουν και μάλιστα να ενδυναμωθούν. Δεν ευθύνονται για τα προβλήματά τους, διότι λειτουργούν στα πλαίσια της νομιμότητας με σκηνοθέτες, ηθοποιούς, με ό,τι προβλέπει ο νόμος, επομένως, έχουν ένα κόστος παραγόμενου προϊόντος ακριβό. Ο ιδιώτης έχει καλύτερη ανταγωνιστική δυνατότητα. Αν δούμε όμως και θεατρικά σχήματα της περιοχής μας, όπως αυτό της Ορεστιάδος ή κάποια άλλα εταιρικά σχήματα, δεν έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις, οπότε βρίσκονται, σε σχέση με το ΔΗΠΕΘΕ, σε πλεονεκτικότερη θέση, αλλά… να αξιολογήσουμε και το προϊόν που παράγεται;
Βέβαια, υπάρχουν διάφορες προσωπικές εκτιμήσεις για τα ΔΗΠΕΘΕ οι οποίες υπόκεινται κι αυτές στη βάσανο άλλων προσωπικών εκτιμήσεων, αλλά κανείς δεν μπορεί να «δημιουργεί» στην πλάτη του φορολογούμενου πολίτη και όλοι οφείλουμε να έχουμε συνείδηση της ευθύνης στη διαχείριση των οικονομικών. Επίσης, στις αιτιάσεις για εξυπηρέτηση προσωπικών σκοπών, αυτό μπορεί να γίνεται και από τις δύο πλευρές, και τις δημοτικές αρχές και τους καλλιτεχνικούς διευθυντές. Η μία εξυπηρέτηση γίνεται στο όνομα του τοπικού συμφέροντος και η άλλη στο όνομα του καλλιτεχνικού συμφέροντος, αλλά με βάση την προσωπική και συνδικαλιστική εμπειρία που έχω στο χώρο μπορώ να πω ότι αυτό το καλλιτεχνικό «σηκώνει πάρα πολύ νερό».
Τα ΔΗΠΕΘΕ θα επιβιώσουν εφόσον υπάρχει η βούληση των τοπικών κοινωνιών και των τοπικών αρχόντων, σε κόντρα της κεντρικής εξουσίας ή κάποιων άλλων εσωτερικών παραγόντων που για προσωπικά συμφέροντα υποσκάπτουν τον θεσμό. Θεωρώ αστείους χαρακτηρισμούς το «κουρασμένος θεσμός» και τα «ΔΗΠΕΘΕθαίνουν» και αποτέλεσμα εσωτερικής διένεξης ή προσωπικών φιλοδοξιών συγκεκριμένων ανθρώπων που και στο παρελθόν χρησιμοποίησαν το «ΔΗΠΕΘαίνοντας».
Επί της ουσίας όμως το ΔΗΠΕΘΕ, ως θεσμός, υφίσταται και θα υφίσταται όπως υφίσταται και σε όλη την Ευρώπη με μακρόχρονη ιστορία.
Στα οικονομικά των ΔΗΠΕΘΕ υπάρχει πρόβλημα καθώς το υπουργείο καθυστερεί κάθε χρόνο την επιχορήγηση και αναγκαστικά αρκούμαστε σε αυτά που μας παρέχει ο δήμος. Υπάρχει, βεβαίως, και η συμβατική υποχρέωση τριών διαφορετικών παραγωγών και η δέσμευση ενός αριθμού παραστάσεων που πλησιάζουν τις ογδόντα και σε αυτή ανταποκρινόμαστε πάντα, αλλά οφείλω να τονίσω ότι οι οικονομικές εκκρεμότητες έχουν συνέπειες στην παραγωγή του έργου που καλούμαστε να επιτελέσουμε. Έτσι για φέτος το ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής καθυστερεί στην επιλογή ρεπερτορίου».
Δημήτρης Ιωάννου: «Συνήθεια τα μνημόσυνα θανάτου»
«Συνηθίζεται δύο φορές τον χρόνο να γίνονται μνημόσυνα θανάτου των ΔΗΠΕΘΕ, αλλά δεν είναι και τυχαίο το γεγονός ότι τα ΔΗΠΕΘΕ δεν έφτασαν απ΄ αρχής στον αριθμό δεκαέξι. Ξεκίνησαν το 1984 με έξι, στην πορεία έγιναν δέκα, δώδεκα για να φτάσουμε σήμερα να μετράμε δεκαέξι ΔΗΠΕΘΕ. Αν ήταν ένας θεσμός υπό διάλυση ή υπό σκέψη θα γινόταν μέχρι τώρα τα έξι τρία, αλλά βλέπουμε ότι εκδηλώνεται αυξανόμενο ενδιαφέρον από τις τοπικές κοινωνίες να εντάξουν το θεσμό στην πόλη τους.
Αυτό βεβαίως δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν προβλήματα, αλλά είναι λάθος όλα τα ΔΗΠΕΘΕ να τα αντιμετωπίζει κανείς με το ίδιο σκεπτικό. Πιθανόν να υπάρχουν ΔΗΠΕΘΕ που να βρίσκονται σε δύσκολη θέση για ένα χρονικό διάστημα είτε γιατί έγινε λάθος επιλογή διεύθυνσης είτε γιατί κάποια δημοτική αρχή είναι εχθρική απέναντι στο θεσμό. Υπάρχουν πάντα οι καλές και οι κακές στιγμές. Το ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας ήταν το πρώτο που μπήκε στην Επίδαυρο, έκανε μεγάλες παραγωγές, σήμερα από ό,τι φαίνεται βρίσκεται σε μια δύσκολη θέση, με παραίτηση του καλλιτεχνικού διευθυντή, διεργασίες για έναν άλλο δρόμο. Αν η τοπική κοινωνία και η τοπική αυτοδιοίκηση δεν αγκαλιάσουν το θεσμό και δεν του συμπαρασταθούν, η πορεία του θα γίνει ασφαλώς πιο δύσκολη, ενώ σοβαρό ρόλο επίσης παίζει η επιλογή των ανθρώπων που υπηρετούν τον θεσμό και αυτό κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί.
Τα ΔΗΠΕΘΕ, ως δημοτικές επιχειρήσεις, πρέπει να στηρίζονται και οικονομικά αλλά και ηθικά από τις δημοτικές αρχές και να βρίσκουν την απαιτούμενη συμπαράσταση, το ενδιαφέρον, την πρόνοια στα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο φορέας, με δηλωμένη τη βούληση στήριξης, ώστε να μπορέσει ο θεσμός της πόλης να ανταποκριθεί στην αποστολή του.
Το θέμα των καλλιτεχνικών διευθυντών που ενίοτε φαίνεται να σκοπεύουν σε προσωπικά οφέλη αποτελεί μία από τις εσωτερικές παραμέτρους διεργασιών μεταξύ των Συμβουλίων και των Διευθυντών των ΔΗΠΕΘΕ. Βλέπουμε ιδιαίτερα το καλοκαίρι μια κίνηση οργάνωσης μεγάλων παραγωγών που έχουν περισσότερο εμπορικά κίνητρα και λιγότερο καλλιτεχνικά κι αυτό οδήγησε, με τη νέα προγραμματική σύμβαση, να απαγορεύονται οι πρόβες στην Αθήνα και την επιβολή τριών θεατρικών παραγωγών. Η μακροημέρευση όμως του καλλιτεχνικού διευθυντή και η καταξίωσή του είναι συνάρτηση της υπευθυνότητας με την οποία αντιμετωπίζει τον ρόλο που καλείται να επιτελέσει και του κόστους που έχει κληθεί να υπηρετήσει.
Αυτό που προέχει όμως για την καταξίωση του θεσμού είναι το κάθε ΔΗΠΕΘΕ να δημιουργεί «σχολή», δηλαδή παραστάσεις από ένα αξιόλογο και ενδιαφέρον ρεπερτόριο, που να ανταποκρίνονται κυρίως στις ανάγκες του κοινού της επαρχίας ή του κοινού της πόλης στην οποία βρίσκεται το κάθε ΔΗΠΕΘΕ, με επαγγελματίες του χώρου και ηθοποιούς με θεατρική παιδεία. Το θλιβερό είναι ότι η επιλογή του ηθοποιού γίνεται πολλές φορές με κριτήριο την τηλεοπτική του αναγνωρισιμότητα και όχι βάση των θεατρικών δυνατοτήτων του.
Οι οικονομικές δυνατότητες των ΔΗΠΕΘΕ είναι πολύ μικρότερες από αυτές των κρατικών σκηνών ή των Εθνικών Θεάτρων, αλλά έχουν να ανταποκριθούν και σε ένα περιορισμένο κοινό με λιγότερες δεσμεύσεις θεατρικών παραγωγών. Παράλληλα, η χορηγία στην περιφέρεια δεν μπορεί να στηρίξει μια θεατρική παραγωγή, και αν υπάρξει ενδιαφέρον αυτό περιορίζεται σε ένα μικρό μέρος των εξόδων. Ευθύνη όμως για την κακή οικονομική κατάσταση των ΔΗΠΕΘΕ έχουμε όλοι. Φέτος το καλοκαίρι, κάποια ανέβασαν παραστάσεις εξαντλώντας το σύνολο του προϋπολογισμού τους, υποθηκεύοντας ουσιαστικά την λειτουργία τους για μία και μόνο παράσταση. Ωραία είναι τα μεγαλεπήβολα σχέδια και οι μεγάλες παραγωγές, αλλά όταν υπεισέρχεται το στοιχείο της προσωπικής προβολής, η ευθύνη είναι μεγάλη».
Για τη φετινή σαιζόν το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας έχει προγραμματίσει το ανέβασμα ενός δοκιμασμένου παιδικού θεατρικού έργου, την «Ελίζα» της Ξένιας Καλογεροπούλου, την κλασσική κωμωδία του Σαίξπηρ «Δωδέκατη Νύχτα», του οποίου οι πρόβες αρχίζουν το Δεκέμβριο, και επιχειρείται σαν τρίτη παραγωγή το ανέβασμα σε πανελλήνια πρώτη του έργο «Το τίποτα και το κάτι» του Γερμανού συγγραφέα Γκαμπριέλ Μπάριλι. Το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας υπολογίζει ότι θα έχει από την παραγωγή της «Ελίζα» γύρω στα 10 χιλιάδες εισιτήρια, με οργανωμένες παραστάσεις για σχολεία και από την παραγωγή της «Δωδέκατης νύχτας» γύρω στα 5 χιλιάδες εισιτήρια, ενώ στις περυσινές παραγωγές ο αριθμός των εισιτηρίων έφτασε περίπου στις έντεκα χιλιάδες.
Το ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής έχει να παρουσιάσει ένα σύνολο περιοδειών που καλύπτουν Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, με αξιόλογη παρουσία στη Θεσσαλονίκη και Βέροια, ανεβάζοντας τρεις παραγωγές το μονόπρακτο «Σκούρο μαύρο σχεδόν λευκό», το «Ένας έρωτας δίχως θάνατο, ένας θάνατος δίχως έρωτα» και σε διασκευή το «Η Μικρή Πλατεία» του Γκολντόνι. Συνολικά τις παραστάσεις του ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής παρακολούθησαν οκτώ χιλιάδες θεατές.
Έφη Μωραΐτου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
