Η συντροφια των αναμνησεων
Ο Αμερικανός συγγραφέας Russell Banks, ο οποίος έφυγε από τη ζωή πριν από τρία χρόνια, μάς προσφέρει μια ύστατη λογοτεχνική αναμέτρηση με το παρελθόν και το «αμερικανικό όνειρο» στην πιο πνευματική του έκφανση.
«Ο μακαρίτης Χάρλεϊ Μαν, ημιαπασχολούμενος κερδοσκόπος στην αγορά ακινήτων της Φλόριντας, αφηγήθηκε τούτη την ιστορία σε ένα μαγνητόφωνο, κάποιους μήνες το 1971» (σ. 9). Από την πρώτη κιόλας φράση, ο Banks ανατρέπει την αναμενόμενη αφηγηματική κλιμάκωση και τοποθετεί τον αναγνώστη προ τετελεσμένων γεγονότων. Η φωνή που πρόκειται να ακούσουμε, αν και ανήκει σε έναν νεκρό, διατηρεί ακέραιη τη δύναμή της. Με αυτήν την αιφνίδια αρχή, λοιπόν, ο Banks ξεκινά το μυθιστόρημά του «Το Μαγικό Βασίλειο», που κυκλοφόρησε πριν μερικές εβδομάδες από τις εκδόσεις Πόλις, με τη μεταφραστική φροντίδα της Άννας Μαραγκάκη.
Προτού, όμως, δοθεί ο λόγος στον Μαν και στην εκτενή του εξομολόγηση, ο Banks παρουσιάζεται στον πρόλογο ως απλός «επιμελητής» ενός υλικού που ανακάλυψε, μερικές δεκαετίες παλαιότερα, στη Βιβλιοθήκη εις Μνήμην των Βετεράνων Πολέμου της Φλόριντας. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι εντόπισε δεκαπέντε μπομπίνες μέσα σε ένα κουτί με την επιγραφή «Μαγικό Βασίλειο» –ο τίτλος δημιουργεί αμέσως έναν υπόγειο διάλογο ανάμεσα στο παρελθόν μιας θρησκευτικής κοινότητας, των Σέικερς, που ζούσε εκεί, και στο παρόν του θεματικού πάρκου της Walt Disney που εκτείνεται στην ίδια περιοχή. Η δήθεν αυτή αποστασιοποίηση, όμως, του «επιμελητή» είναι παραπλανητική. Με την «κλοπή» αυτών των μπομπινών, επιχειρεί να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη ενός ανθρώπου που στέκεται –κυριολεκτικά εν αγνοία του– στο κατώφλι του θανάτου. Ποιος ήταν ακριβώς; Πώς βρέθηκε σε αυτό το μέρος; Πώς κατέληξε μόνος να ηχογραφεί όλα αυτά τα στοιχεία για τη ζωή του; Σημειωτέον πως και στο μυθιστόρημα του Banks, “Oh Canada” (εκδ. Πόλις, 2024), ο εκεί ήρωάς του, ο ντοκιμαντερίστας Λέοναρντ Φάιφ πρόκειται να δώσει μια τελευταία συνέντευξη, αποκαλύπτοντας πολλά μυστικά, παρουσία όμως της συζύγου και μιας ομάδας ανθρώπων που συμμετέχουν στα γυρίσματα, ενώ στο παρόν, επιλέγει τον μοναχικό τρόπο της αυτο-ηχογράφησης.
Κατά την ανάγνωση αυτού του μυθιστορήματος, αναδύεται ένας προβληματισμός που συμπυκνώνεται σε έναν συλλογισμό του ποιητή Γιώργου Μαρκόπουλου: «Όσο μικρή και να είναι η ζωή, όσο μεγάλη και αν είναι η τέχνη, το μελάνι δεν μπορεί ποτέ να υποκαταστήσει το αίμα, οι λέξεις δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να συγκριθούν με τη ζεστή ανάσα».[1] Ο Banks μοιάζει να αντιστρέφει αυτήν την άποψη: μέσα από την αφήγησή του, κατορθώνει να εμφυσήσει «ζεστή ανάσα» σε έναν ήρωα που υπάρχει μόνο ως φωνή.
Εξώφυλλο πολλαπλών συμβολισμών
Προτού προχωρήσουμε, όμως, στο περιεχόμενο του μυθιστορήματος, ας στρέψουμε το βλέμμα στο εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης, που συνομιλεί εντονότερα με τη θρησκευτική χροιά του περιεχομένου. Ο λόγος για την εικαστική σύνθεση με τίτλο «Το δέντρο του φωτός ή το φλεγόμενο δέντρο», ένα από τα χαρακτηριστικότερα έργα της Hannah Cohoon (1788-1864), που υπήρξε μάλιστα μέλος της κοινότητας των Σέικερς στο Hancock της Μασαχουσέτης. Η ίδια φιλοτέχνησε πολλά έργα, εντασσόμενα στην κατηγορία των “gift drawings”, που δημιουργήθηκαν για να αναπαραστήσουν θεϊκά μηνύματα και εικόνες από τον ουράνιο κόσμο.[2] Σε αυτό, λοιπόν, το δημιούργημα παρατηρούμε, σύμφωνα και με τη Stacy C. Hollander, πρώην επιμελήτρια του American Folk Art Museum, πως αυτό περιβάλλεται από ένα βαθύ κυανό πλαίσιο, στο κέντρο του οποίου βρίσκεται ένα δέντρο με πλούσια κλαδιά. Αν κοιτάξουμε με λίγη μεγαλύτερη προσοχή, θα παρατηρήσουμε πως οι άκρες των σκούρων πράσινων φύλλων του φαίνεται να «πάλλονται» χάρη στις ζωηρές κόκκινες γραμμές που τα περιτριγυρίζουν. Η εικόνα αυτή ανακαλεί δε τη βιβλική ιστορία της Φλεγόμενης Βάτου, ενώ ο ισχυρός κορμός αντιπροσωπεύει τον πυρήνα της πίστης των Σέικερς και κάθε κλαδί και φύλλο συμβολίζει την άνθιση του λόγου τους.[3] Ιδιαίτερα, λοιπόν, δηλωτική και διαλογική με το εσωτερικό η επιλογή του συγκεκριμένου εξωφύλλου, με δεδομένο πως η πρωτότυπη έκδοση είχε επιλέξει μια τελείως διαφορετική κατεύθυνση.
Οδοιπορικό στις αμερικανικές θρησκευτικές «ουτοπίες»
Στον θεματικό του πυρήνα, το πεζογράφημα αναπτύσσεται ως ένα οδοιπορικό σε αμερικανικές θρησκευτικές «ουτοπίες», ακολουθώντας τον Χάρλεϊ Μαν στον ανήφορο του χρόνου. Ο Μαν, αν και τη στιγμή της ηχογράφησης είναι βυθισμένος στη μοναξιά, προέρχεται από έναν κόσμο πυκνό σε σχέσεις και εμπειρίες. Είχε μια οικογένεια, με αρκετά μέλη. Εκτός από τη μητέρα και τον πατέρα του, είχε έναν δίδυμο αδελφό, τον Πενς, δύο ακόμη δίδυμα αδέλφια, τον Ρόγιαλ και τον Ρέιμοντ, ενώ αργότερα απέκτησε και μία ακόμη αδελφή, τη Ρέιτσελ.
Η ζωή του Χάρλεϊ Μαν θα μπορούσε να είναι ένας «καθρέφτης» των κοινωνικών-θρησκευτικών πειραματισμών της αμερικανικής κοινωνίας στις αρχές του 20ού αι. Ξεκινώντας από τους κόλπους των ρασκινιτών στην Ινδιανάπολη, με τα σοσιαλιστικά ιδεώδη και την αποικία Γουέικρος, επηρεάστηκε βαθύτατα από την ηθική τους πυξίδα, όπως εξομολογείται αργότερα.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του όμως από τύφο, η υπόλοιπη οικογένεια, με τη μητέρα εγκυμονούσα, συνέχισε την πορεία της στη Φυτεία Ρόζγουελ. Εκεί, η παιδική ηλικία του Μαν συνθλίβεται κάτω από το βάρος της βίας. Στη Φυτεία βιώνουν οικογενειακώς την πραγματική σκλαβιά. Σημειωτέον πως αν και αφηγείται με μια μεγάλη χρονική απόσταση τα γεγονότα, δεν σημαίνει πως συλλήβδην, σε κάθε αφήγηση, χρησιμοποιείται η ίδια εστίαση, με την εναλλαγή εσωτερικής και μηδενικής, σε αρκετά σημεία, να συμπαρασύρει την αδημονία του αναγνώστη.
Η οικογένεια των Μαν εργαζόταν ολημερίς στη Φυτεία, έξι μέρες την εβδομάδα και τα μέλη της γίνονταν μάρτυρες σε φοβερές κτηνωδίες. Οι περιγραφές του είναι καθηλωτικές και ενδεικτικές για την απάνθρωπη φύση του ανθρώπου. Η βία ήταν ωμή και συνεχής, ενώ τα μαστίγια μια καθημερινότητα. Ήταν όλοι φυλακισμένοι, ανεξαρτήτως ηλικίας και αντικειμένου εργασίας. Η Φυτεία Ρόζγουελ και η εκεί εμπειρία είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική για τα διαχρονικά σκοτάδια της ανθρώπινης φύσης. Ακολουθούν μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα-παραδείγματα: «σε εξευτελιστικές συνθήκες δεν υπάρχει αλληλεγγύη» (σ. 45), «όταν τους εξευτελίζεις, εξευτελίζουν κι οι ίδιοι όποιον μπορούν. Υπάρχει μια καθολική άσκηση βίας και κλεψιάς, σεξουαλικής κυριαρχίας και κακοποίησης, χειραγώγησης και ελέγχου» (σ. 46) –πόσο έντονα άραγε βιώνουμε στις μέρες μας αυτήν την καθολική άσκηση βίας; Ακόμη πιο σκληρή είναι η κτηνωδία του ανθρώπου, ειδικά όταν οι συνάνθρωποί του επιλέγουν την απόσταση και τη σιωπή. Τι κι αν ίσχυαν η Διακήρυξη της χειραφέτησης και σχετικές διατάξεις, «μήπως η δουλεία δεν έχει τελειώσει. Μήπως οι λευκοί έχουν απλώς καταφέρει να της δώσουν διαφορετικό όνομα. […] Τα πάντα αλλάζουν και τίποτα δεν αλλάζει» (σ. 29).
Ώσπου έρχεται μια ανοιξιάτικη μέρα για να τα ανατρέψει όλα. Έπειτα από κρυφή και απεγνωσμένη επικοινωνία της μητέρας της οικογένειας με ένα άλλο «Βασίλειο» που θα τους πρόσφερε «σωτηρία», καταφθάνει ο Τζων Μπένετ, πρεσβύτερος των Σέικερς, ο άνθρωπος που θα έσωζε την οικογένεια των Μαν. Αφού εξόφλησε το χρέος τους, τους μετέφερε στη Νέα Βηθανία, την αποικία των Σέικερς στη Φλόριντα –όχι φυσικά ότι εκεί θα αποκτούσαν την απόλυτη ελευθερία, αλλά θα συνέχιζαν να ζουν μια κοινοβιακή ζωή εντός συγκεκριμένων κανόνων. Κάπου εδώ ξεκινά και η αφήγηση στην οποία δίνεται και μεγαλύτερη βαρύτητα. Εξάλλου, όπως λέει και ο ίδιος ο Μαν, «η ιστορία που νιώθω την ανάγκη να αφηγηθώ δεν είν’ η δική μου, είναι των Σέικερς της Νέας Βηθανίας» (σ. 17).
Σε αυτό το σημείο αξίζει να τονιστεί πως ακόμη και όσοι από εμάς δεν είμαστε εξοικειωμένοι, ως αναγνώστες, με τέτοιου είδους κοινοβιακές και αιρετικές κοινότητες, στο πεζογράφημα παρατίθενται αρμονικά ενταγμένα όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία, εμβαπτίζοντάς μας στο σχετικό κλίμα, ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τέτοιου είδους κοινότητες. Ενδεικτικά, πληροφορούμαστε για τα εξής: Ιδρύτρια της θρησκείας των Σέικερς, «η Μητέρα Ανν Λη, ενσάρκωνε τη δεύτερη εμφάνιση του Ιησού Χριστού επί Γης» (σ. 72), ενώ τους αποκαλούσαν έτσι, Σέικερς, «λόγω της παλιάς συνήθειας των πιστών να τρέμουν και να ταλαντεύονται όταν προσεύχονταν» (σ. 72) –η συνήθεια αυτή είχε εγκαταλειφθεί κατά την περίοδο του προσηλυτισμού της οικογένειας.
Φυσικά, όλα αυτά τα στοιχεία μάς παρασύρουν να αναρωτηθούμε: πώς βρήκαν γόνιμο έδαφος στην αμερικανική γη τέτοιου είδους κοινότητες; Και σ’ αυτό το ερώτημα, μια πρώτη προσέγγιση μας προσφέρει η Stacy C. Hollander, που αναφέρει ότι: «Καθώς η Αμερική ιδρύθηκε πάνω σε ένα εναλλακτικό μοντέλο διακυβέρνησης, της επέτρεπε μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης από ό,τι εφαρμοζόταν στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης. Έτσι, ουτοπικά […] και αποσχιστικά “πειράματα”, τα οποία υφίστατο μεν εντός του κοινωνικού κορμού, αλλά ουσιαστικά παρέμεναν εκτός του, ήταν σε μεγάλο βαθμό ανεκτά, αν όχι ευπρόσδεκτα». Επίσης, ο Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Łódź της Πολωνίας, Maciej Potz, σε σχετική του έρευνα, αναφέρει πως «ο Σεϊκερισμός έχει σταθερή παρουσία στο θρησκευτικό και πολιτιστικό τοπίο της Αμερικής από τα τέλη του 18ου αιώνα, συνιστώντας ένα μοναδικό παράδειγμα “πραγματωμένης ουτοπίας”».[4] Βέβαια, η ουτοπία αυτή και στο μυθιστόρημα αποδεικνύεται εύθραυστη, διαβρωμένη από επιθυμίες, εξουσία και απαγορεύσεις.
Στα του μυθιστορήματος, στη διάρκεια του ταξιδιού της οικογένειας από τη Φυτεία στη Νέα Βηθανία, ο πρεσβύτερος Τζων τους ξεκαθάρισε τις αρχές και τους όρους της ζωής τους εντός της κοινότητας των Σέικερς, με τους τρεις θεμελιώδεις κανόνες να είναι: αγνότητα, κοινότητα, απομόνωση, ενώ στη συνέχεια υπάρχει μαθητεία και σ’ άλλες επί μέρους αρχές. Αξίζει να τονιστεί πως και σε αυτό το σημείο του μυθιστορήματος αναδεικνύεται η μαεστρία της μεταφράστριας, Άννας Μαραγκάκη, η οποία μεταφέρει στα ελληνικά, δεξιοτεχνικά, και τα εκτενή «ποιήματα» που υπαγορεύει-τραγουδά ο πρωτοπρεσβύτερος. Ενδεικτικά: «Το πρωί σαν ξυπνήσεις / Τον Θεό που μεριμνά να ευχαριστήσεις / Που ό,τι θέλουμε παρέχει και μας δίνει φαγητό, / Νόστιμο και υγιεινό, γευστικό και θρεπτικό» (σ. 80), ενώ ξεχωρίζει ιδιαίτερα και η μετάφραση των περιγραφών της χλωρίδας και της πανίδας της περιοχής. Για παράδειγμα: «Η μάργα του δρόμου χάραζε μια στενή, υπερυψωμένη γκριζωπή ρίγα καταμεσής στον υγρότοπο. Ομάδες χιονόλευκων ερωδιών σουλάτσαραν με τα εύθραυστα μαύρα ποδάρια τους ανάμεσα σε ροζ και άσπρες αγριομαργαρίτες και ποντεδέριες» (σ. 218).
Η εγκατάσταση της οικογένειας των Μαν στην κοινότητα των Σέικερς απαιτούσε μια νέα προσαρμογή. Ήταν μια κοινότητα που επέβαλε την αγαμία, ενώ εκεί ο καθένας έπρεπε να προσφέρει ανάλογα με τις ικανότητες και τις κλίσεις του. Στους κόλπους τους δε εντάσσονταν συνήθως απόκληρα μέλη της κοινωνίας.
Σε εκείνη την πρώτη διαδρομή προς τη Νέα Βηθανία, ο Χάρλεϊ Μαν τυχαίνει να συναντηθεί με τη δεσποινίδα Σέιντι Πρατ, που έπασχε από φυματίωση, μοιραζόταν τον χρόνο της στη Νέα Βηθανία –δίχως να έχει ασπαστεί τον σεϊκερισμό– και στο Sunshine Home, ένα σανατόριο για φυματικούς που βρισκόταν σε κοντινή περιοχή. Τότε εκείνος ήταν δώδεκα και εκείνη δεκαεννέα. Κάπου εκεί ξεκινά να δημιουργείται η χαίνουσα πληγή, ήτοι ο εμμονικός του έρωτας για εκείνη. Τι κι αν πέρασαν δεκάδες χρόνια, ακόμη θυμάται με λεπτομέρειες κάθε στιγμή, κάθε της παρουσία, κάθε της βλέμμα. Εκείνη την πρώτη στιγμή που συναντήθηκαν τα βλέμματά τους, που πλησίασαν ο ένας τον άλλον, τη στιγμή του πρώτου φιλιού, τότε που η αντιζηλία για τον πρωτοπρεσβύτερο αρχίζει και οξύνεται. Ο καιρός περνά, ο έρωτας αρχίζει και κάνει αισθητή την παρουσία του, μέχρι που ο θάνατος δίνει τελικά τη λύση. Η ρήξη είναι αναπόφευκτη και οδηγεί τον Μαν στη μοναξιά, από τα δίχτυα της οποίας δεν θα γλιτώσει μέχρι και το τέλος:
«Οι δικοί μου άνθρωποι δεν μ’ αγνοούσαν απλώς […] αρνούνταν ενεργητικά την ύπαρξή μου. Με απέρριπταν. Με απέβαλλαν. […] Είναι σαν να ξυπνάς ένα πρωί και να ανακαλύπτεις ότι μέσα στη νύχτα όλοι οι κάτοικοι της Γης έφυγαν για άλλο πλανήτη, αφήνοντάς σε να τα βγάλεις πέρα μόνος σου μέχρι το τέλος των ημέρων σου – μοναχικός, φιμωμένος γύπας ανάμεσα στα φυτά και τα άγρια, ανήμερα θηρία […], ενώ εσύ γερνάς και μαραζώνεις μέσα στη στείρα μοναξιά σου, και πεθαίνεις μένοντας άταφος και δίχως κανέναν να σε πενθήσει» (σ. 365).
Για τον μοναχικό γέροντα Χάρλεϊ Μαν, «τούτες οι αναμνήσεις ζεσταίνουν την κρύα [τ]ου καρδιά και διευρύνουν το πνεύμα [τ]ου» (σ. 128). Πέρα από αναμνήσεις, είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχει: «πέρα απ’ αυτές τις μαγνητοταινίες δεν υπάρχει τίποτα αναντικατάστατο ανάμεσα στα υπάρχοντά μου» (σ. 377), μιας και «αναζητούσε την τελειότητα στο παρελθόν μάλλον παρά στο μέλλον» (σ. 21).
Παύσεις… μεγάλης σημασίας
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι πως, αν και στην πλειονότητά τους οι ηχογραφήσεις ολοκληρώνονται και συνεχίζονται σε κάθε μπομπίνα με τις απαραίτητες αναγκαίες παύσεις και τους επακόλουθους σχολιασμούς, ορισμένες εξ αυτών –ελάχιστες μάλλον– διακόπτονται απότομα, δηλώνοντας εμφανώς και τις συναισθηματικές κορυφώσεις του εξομολογούμενου. Για παράδειγμα, στην 11η μπομπίνα, για πρώτη φορά, η αφήγηση διακόπτεται επειδή «γεμίζει» η μπομπίνα, χωρίς να έχει ο ίδιος ο Μαν την αίσθηση, ενώ για παράδειγμα στη 13η μπομπίνα μας ενημερώνει και σταματά αυτοβούλως την αφήγηση. Γιατί, όμως, υπάρχει αυτή η ξαφνική διακοπή; Στην 11η μπομπίνα ενισχύεται ακόμη περισσότερο ο έρωτάς του για τη Σέιντι και η αντιζηλία με τον πρωτοπρεσβύτερο. Αντίστοιχα, μια ακόμη ένδειξη για παύση υπάρχει στη 14η μπομπίνα, όταν σχολιάζει: «[Η πρεσβυτέρα Μαίρη] Μου έστρεψε επιδεικτικά την πλάτη. […] έφυγε κι εγώ ξανάγινα –όπως παραμένω μέχρι σήμερα, τόσα χρόνια μετά– ο ασυγχώρητος, ο απόβλητος, ο αποδιωγμένος, ένας άνθρωπος χωρίς οικογένεια ή φυλή. Ήμουν ένας isolato, χαμένος ανάμεσα στους κατοίκους του κόσμου» (σ. 931). Αντιλαμβανόμαστε, επομένως, πως αυτές οι παύσεις δεν είναι καθόλου τυχαίες. Οι ασυνέχειες αυτές λειτουργούν περισσότερο ως ρωγμές στην αφήγηση, αποκαλύπτοντας με σιωπές όσα δεν μπορούν να ειπωθούν με λόγια.
Ίσως, τελικά, το μόνο αληθινό «Μαγικό Βασίλειο» να είναι αυτό που χτίζουμε μέσα μας με τα υλικά της μνήμης. Εκεί όπου ακόμη και οι isolato βρίσκουν τη δική τους πατρίδα και όπου η φωνή ενός μοναχικού γέροντα, μέσα από το γύρισμα μιας παλιάς μπομπίνας, μας βεβαιώνει πως, όσο υπάρχει κάποιος να ακούσει, τίποτα δεν χάνεται οριστικά. Τι κι αν η αυλαία πρόκειται να πέσει σύντομα, μας προσφέρει το κλειδί της αθανασίας: τη φωνή του, την αλήθεια του, που φωτίζει τις σκοτεινές γωνιές της αμερικανικής «ουτοπίας» και μας υπενθυμίζει πως κάθε ζωή, όσο ασήμαντη κι αν φαντάζει, είναι ένα «βασίλειο» από μόνο του.
[1] Γιώργος Μαρκόπουλος, «Η ποίηση του Αντώνη Φωστιέρη», εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2022, σ. 60.
[2] Σχετική έκθεση με τίτλο “Anything but Simple: Gift Drawings and the Shaker Aesthetic” πραγματοποιήθηκε στο American Folk Art Museum στη Νέα Υόρκη το 2024-2025, με αφορμή την επέτειο των 250 χρόνων από την πρώτη εγκατάσταση των Σέικερς στη Νέα Υόρκη. Βλ. σχετικά, http://folkartmuseum.org/exhibitions/anything-but-simple-gift-drawings-and-the-shaker-aesthetic/
[3] “Treasures from the American Folk Art Museum”, http://selftaughtgenius.org/artworks/gift-drawing-the-tree-of-light-or-blazing-tree-hannah-cohoon
[3] Stacy C. Hollander, “The Tree of Light or Blazing Tree”, https://collection.folkartmuseum.org/objects/2373/gift-drawing-the-tree-of-light-or-blazing-tr
[4] Maciej Potz, “American Shakers – Dying Religion, Emerging Cultural”, “Studia Religiologica”, 47 (4) 2014, σ. 307, https://www.researchgate.net/publication/317342179_American_Shakers_-_Dying_Religion_Emerging_Cultural_Phenomenon
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
