Στους μαθητες για εναν κοσμο αλλιωτικο
Η Αλεξάνδρα Μητσιάλη γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1967. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κι από τότε ζει και εργάζεται στην ίδια πόλη. Το πρώτο της βιβλίο ήταν η νουβέλα «Θα σε μάθω να πετάς», εκδ. Όμβρος 1998.
Με όλο το σεβασμό δανειζόμαστε την αφιέρωση της ίδιας της συγγραφέως. Για τη γνησιότητά της, για την αλήθεια της, για το όνειρο κάθε μαθητή και την πίστη κάθε δασκάλου.
Αθώοι δεν είναι μόνο οι 17άρηδες, κανείς δεν απαλλάσσεται από την αθωότητα λόγω ηλικίας και κανείς δεν μπορεί να διεκδικεί το μονοπώλιό της. Όλοι έχουν δικαίωμα στην αθωότητα και στο ταξίδι που βγάζει εκεί που το πηγαίνουν τα βήματα του καθενός. Αγγέλους και δαίμονες κουβαλά ο καθένας μέσα του. Έχει τους αγγέλους για να ονειρεύεται με πίστη κι ελπίδα και τους δαίμονες για να φορά στους άλλους και στον εαυτό του μάσκες και προσωπεία. Αυτά όμως είναι κάτι. Το τίποτα είναι το πιο τραγικό κι επώδυνο, η εκκρεμότητα, η σιωπή, η πρόθεση που δεν γίνεται θέση, η ματαιοδοξία που δεν γίνεται εξουσία, η φυγή που δεν έχει νόστο.
Μυθιστόρημα για το εκπαιδευτικό σύστημα και τις εφαρμογές του στην επαρχία είναι το «Οδός Αθώων, Θάλαμος 17». Εξαιρετικά σύγχρονο, είναι ένα βιβλίο για την εκπαίδευση της πόλωσης, της αυθαιρεσίας και της κατάχρησης, που ενίοτε κλείνει τους αθώους και φυλακίζει τα όνειρά τους. Από το ίδιο το σύστημα που θέλει το δάσκαλο δημόσιο υπάλληλο και το μαθητή ανασφαλή μελλοντικό επιστήμονα, ώς τον έρωτα που χτυπά ανεξαιρέτως ηλικιών και τίτλων και με γνώμονα την ίδια πάντα διάθεση για ζωή, το μυθιστόρημα κινείται από το τέλος αναζητώντας την αρχή του.
Όλοι επιζητούν την ευτυχία και τη ζωή. Κι ο έρωτας ακόμη ο δυσβάσταχτος κι ανολοκλήρωτος, κι ο θάνατος και η φυγή την αξία της ζωής δηλώνουν. Η Μαρίνα, ο Μάρκος και η Έλλη ξεδιπλώνουν γύρω τους μια ιστορία, διόλου καθημερινή, αλλά πολύ αληθινή. Ο έρωτας, ως σημείο συνάντησης των τριών, τέμνει τις ψυχές τους στα δυο και τους θέτει προ των ευθυνών τους απέναντι στην καταδική τους ζωή, απέναντι στον εαυτό τους.
Στην ανάγκη ν’ απεκδυθεί ο δάσκαλος τον τυπικό του ρόλο, για τη Μαρίνα.
Στην ανάγκη της φυγής από το αμείλικτο κατεστημένο που τον θέλει τυφλό πομπό γνώσης, για τον Μάρκο.
Στην ανάγκη φυγής από την κοινωνία που την περιθωριοποιεί ως χωρισμένη γυναίκα με παιδί, για την Έλλη.
Και οι τρεις συνειδητοποιούν το ίδιο πράγμα:
«Ήξερε ότι μια τέτοια κοινωνία απεχθάνεται τα μέτρα σύγκρισης, ότι μισεί αυτούς που της τα υπενθυμίζουν, ότι γίνεται ένα με τη μαλθακότητα, όπως η πεταλίδα με το βράχο της, και αναγνωρίζει στη στοιχειώδη κίνηση του άλλου έναν υπαρξιακό εχθρό. Ότι οι άνθρωποι, δέσμιοι ενός συστήματος που νεκρώνει τη δημιουργικότητα, γίνονται με τη σειρά τους δεσμώτες της δημιουργικότητας των υπολοίπων και, αντιμετωπίζοντάς τους με την αλαζονεία που γεννά μετριότητα, αναζητούν πειστήρια κύρους και καταξιώσεως στα τυπικά κριτήρια της αξίας και αγκιστρώνονται από αυτά: ηλικία, σπουδές, χρόνια υπηρεσίας, κοινωνική καταγωγή, χρήμα. Απαστράπτουσες στολές ανθρώπων που μετά τη γιορτή παραμιλούν ολομόναχοι μπροστά στον καθρέπτη. Εντυπωσιακά σύμβολα μιας κοινωνίας που προσπαθεί να χρωματίσει το αφυδατωμένο της πρόσωπο».
«Τα στοιχεία της φύσης όταν ξεσπούν δίνουν πολύ συχνά την εντύπωση στους ανθρώπους ότι ο κόσμος στον οποίο ζουν είναι κοινός. Ότι όλα τα σπίτια χτίζονται με τα ίδια υλικά και έχουν τα ίδια δικαιώματα στη θέα αυτού του κόσμου, ότι το φως του ήλιου και του φεγγαριού φτάνει με τον ίδιο τρόπο έξω από τα παράθυρά τους. Ότι τα στοιχεία της φύσης, όταν αποφασίζουν να παίξουν πόλεμο, δε διαλέγουν νεκρούς. Στην πραγματικότητα όμως δεν γίνεται έτσι».
Μια ολόκληρη πόλη ποικίλων χαρακτήρων παρελαύνει μπροστά στον αναγνώστη, με τον αφηγητή να βρίσκει την κατάλληλη στιγμή για να ξεδιπλώσει το χαρακτήρα του καθενός, με τις αναστολές και τις εξάρσεις του, σαν κινηματογραφική μεταφορά. Το σκηνικό αλλάζει συχνά και γρήγορά και, όπου πρέπει, οι αναδρομές δηλώνονται έμμεσα, στον ειρμό του αναγνώστη, μέχρι να συνθέσει όλα τα κομμάτια του παζλ. Με στίχους από ποιήματα και τραγούδια της νεολαίας, η Αλεξάνδρα Μητσιάλη αναπαριστά χαρακτήρες που όλοι κάπου έχουμε συναντήσει, ίσως τόσο κοντά μας που τους βαπτίσαμε αόρατους.
Ίσως πολύ κοντά μας για να τους αφήσουμε να βγουν από το θάλαμο που τους έχουμε κλείσει, για να μην ταράζουν την καθ’ όλα «ευτυχή» ζωή μας.
Α.Χ.
Η Αλεξάνδρα Μητσιάλη γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1967. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κι από τότε ζει και εργάζεται στην ίδια πόλη. Το πρώτο της βιβλίο ήταν η νουβέλα «Θα σε μάθω να πετάς», εκδ. Όμβρος 1998.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
