Στην τελικη ευθεια το εργο
Μ
ε την καπναποθήκη της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης επί της οδού Αβδήρων να βρίσκεται στο στάδιο ολοκλήρωσης τής ανακατασκευής της – μετά από την ολοσχερή καταστροφή της στην προ τριετίας πυρκαγιά που ξέσπασε στο παραδοσιακό κτήριο ανατρέποντας προγραμματισμό και χρονοδιαγράμματα εκτέλεσης τού έργου – και τη μουσειολογική μελέτη να έχει προκηρυχθεί με διασφαλισμένους τους πόρους υλοποίησής της, το όραμα δημιουργίας Μουσείου Καπνού στην Ξάνθη βρίσκεται, χρονικά, πολύ κοντά στην πραγμάτωσή του.
Την ενημέρωση σχετικά με την πρόοδο του έργου έκανε στους δημοσιογράφους ο Νομάρχης Ξάνθης ο οποίος μαζί με την Πρόεδρο της Επιτροπής Συλλογής Αντικειμένων Ευτέρπη Στάντσιου απευθύνθηκαν στα τοπικά ΜΜΕ για την ευρεία δημοσιότητα της δράσης που αφορά στη συγκρότηση του μουσειακού περιεχομένου. Η προαναφερόμενη Επιτροπή είναι επιφορτισμένη με το έργο τής συλλογής, φωτογράφησης, ηλεκτρονικής καταγραφής και φύλαξης σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο, τού υλικού που θα συγκεντρωθεί προκειμένου ν’ αποτελέσει αντικείμενο της μουσειακής μελέτης.
Από την πλευρά της η Νομαρχία έχει ξεκινήσει μία «εκστρατεία» ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης με τοπικές επιτροπές στους ορεινούς, καπνοπαραγωγικούς ΟΤΑ της Σταυρούπολης, και της ευρύτερης περιοχής Μύκης, επιστολές στους πολιτιστικούς και λαογραφικούς συλλόγους καθώς και στα σχολεία του Νομού προκειμένου να καταστήσει την τοπική κοινωνία συμμέτοχο της προσπάθειας για συγκέντρωση τού πλούσιου υλικού που θεωρείται βέβαιον ότι υπάρχει στον τόπο δεδομένης τής μακράς, συνδεδεμένης με τον καπνό, ιστορίας του.
Μέχρι στιγμής, όπως τόνισε ο κ.Παυλίδης, τη βούλησή τους να συνδράμουν στο έργο με παραχώρηση εκ μέρους τους παλαιού μηχανολογικού εξοπλισμού και αντικειμένων, έχουν εκφράσει μεγάλες μεταποιητικές βιομηχανίες από το χώρο του καπνού. «Έχουμε στα χέρια μας μερικές εξαιρετικής σημασίας παλιές μηχανές (ηλικίας ενός αιώνα μία τέτοια από τον Παπαστράτο, την πρώτη τσιγαρομηχανή που υπήρξε στην Ελλάδα από τη ΣΕΚΑΠ, κ.α.) Ταυτόχρονα η ΣΕΚΕ, ο Μιχαηλίδης και οι άλλες επιχειρήσεις που υπάρχουν και εδώ και στην ευρύτερη περιοχή, προσφέρονται να μας δώσουν μια σειρά από αντικείμενα, και ανάλογο ενδιαφέρον έχει εκδηλωθεί και από συλλέκτες», είπε χαρακτηριστικά για να συμπληρώσει ότι δεν θα αποκλειστεί το ενδεχόμενο εάν κάποια επιχείρηση διαθέσει πολύ σημαντικό υλικό, να της δοθεί η δυνατότητα διαμόρφωσης πτέρυγας με την επωνυμία της στο χώρο.
Στόχος, σύμφωνα με το σχεδιασμό, είναι το Μουσείο Καπνού να είναι ένας χώρος που θα μείνει κληροδότημα στις επόμενες γενιές σαν ένα δημιούργημα της τοπικής κοινωνίας αυτής της περιόδου και παράλληλα να αποτελέσει ένα αξιόλογο σημείο αναφοράς για τους επισκέπτες στο διηνεκές. Να σημειώσουμε ότι στα 2.000 περίπου τ.μ. όπου εκτείνεται, σχεδιάζεται και θα οριστικοποιηθεί στη μουσειακή μελέτη η λειτουργία όχι μόνον αιθουσών ξενάγησης αλλά και χώρων καθημερινής λειτουργίας προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του Μουσείου. Στις προτάσεις που θα τεθούν για επεξεργασία στον ειδικό μελετητή ο οποίος αναμένεται στους επόμενους μήνες να «πιάσει δουλειά», συγκαταλέγονται μία αίθουσα εκθέσεων και διαλέξεων, μία αίθουσα συγκεντρώσεων, βιβλιοθήκη, αρχειοθήκη, ένα κυλικείο ή καφέ, ένας μεγάλος χώρος υποδοχής, κ.α.
Μ.Β.Μπόντη
Απάντηση στους δολιοφθορείς του Πολιτισμού…
«Ένα από τα βασικά ζητήματα που εντάσσουμε στην αναπτυξιακή μας στόχευση είναι να
ολοκληρώσουμε την πολιτιστική και πολιτισμική μας ταυτότητα. Να έχουμε σημεία αναφοράς για τους επισκέπτες, να αναδείξουμε όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία κληρονομήσαμε από τις προηγούμενες γενιές για να τα παραδώσουμε και ασφαλή στις επόμενες γενιές. Μέσα στις προσπάθειες συμπλήρωσης αυτού του παζλ εντάσσεται και η κατασκευή του Μουσείου Καπνού. Το Μουσείο Καπνού δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προσπάθεια, σ’ ένα χώρο ο οποίος θα είναι σύγχρονος, βιώσιμος – και δίνω έμφαση σ’ αυτό – λειτουργικός, ζωντανός, να αναδείξουμε το κομμάτι εκείνο της τοπικής ιστορίας και παράδοσης που είναι συνδεδεμένο με τον καπνό. Η σύνδεση της Ξάνθης με τον καπνό, νομίζω ότι είναι μεγάλη, ισχυρή, αδιαμφισβήτητη. Διατηρεί μακρόχρονη παράδοση στην παραγωγή και την επεξεργασία του καπνού που αποτελεί μέρος της ιστορίας μας και του πολιτισμού μας.
Για το σκοπό αυτό η καπναποθήκη της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης η οποία είχε καεί ολοσχερώς τον Απρίλιο του 2001, παρότι ήταν εξαιρετικά δύσκολο, ξεκινήσαμε και την ανακατασκευάσαμε στην αρχική της μορφή. Και το κάναμε αυτό θέλοντας να δώσουμε απάντηση σε μία απόπειρα υποβάθμισης της περιοχής των Καπναποθηκών – γιατί περιέργως τα τελευταία χρόνια είχαμε μια σειρά από πυρκαγιές στη συγκεκριμένη συνοικία – και θεωρώντας ταυτόχρονα ότι εκεί είναι ο φυσικός χώρος για ένα τέτοιο μουσείο».
Στην παραπάνω δήλωση τού Νομάρχη έπ’ αφορμή τής συνέντευξης για το Μουσείο Καπνού, εκφράζεται συνοπτικά το αίτημα για διάσωση, ανάδειξη και αξιοποίηση των Καπναποθηκών που άρχισε δειλά να διαμορφώνεται ως πολιτική πρόταση μέσα στη δεκαετία του ’90 όταν το περίφημο «Π» επί της Γεωργίου Κονδύλη αποκτούσε στον προγραμματικό λόγο τού αείμνηστου Φίλιππου Αμοιρίδη δύναμη οράματος που όμως και πάλι επικεντρωνόταν στο μεμονωμένο και όχι στο συνολικό.
Πρόκειται για μια ιστορία που γράφεται ταυτόχρονα με αυτήν της Παλιάς Πόλης, εξελίσσεται παράλληλα αλλά ποτέ δεν καταφέρνει να βγει από τη σκιά της:
η γνωστή στην Ξάνθη ως συνοικία των Καπναποθηκών ή Δώδεκα Αποστόλων, συγκεντρώνει το σύνολο των «εργοστασίων» επεξεργασίας μπασμά που οι πλούσιοι Ξανθιώτες καπνέμποροι του 19ου και αρχές του 20ου έχτισαν επεκτείνοντας τις επιχειρήσεις τους την εποχή που η πόλη βρισκόταν στο απόγειο τής οικονομικής της ευρωστίας. Οι «καπναποθήκες» αποτελούν το δεύτερο μετά την Παλιά Πόλη, χαρακτηριστικό δείγμα του αρχιτεκτονικού πολιτισμού της εποχής εκείνης. Παρά το γεγονός ότι ήταν συγκεντρωμένες στην πλέον υποβαθμισμένη χωροταξικά περιοχή – πλησίον τού σιδηροδρομικού σταθμού και ως «ΒΙΠΕ» του περασμένου αιώνα σε απόσταση …«ασφαλείας» από την αρχοντική μεγαλοαστική Ξάνθη, με τον κύριο όγκο των χιλιάδων καπνεργατών να κατοικούν στον ίδιο συνοικισμό, οι ιδιοκτήτες τους έδιναν ιδιαίτερη σημασία στην αισθητική, τουλάχιστον της εξωτερικής όψεως των κτηρίων, με αποτέλεσμα σήμερα να συγκαταλέγονται μεταξύ των υψηλής αρχιτεκτονικής αξίας παραδοσιακών κτηρίων που διαθέτει η Ξάνθη.
Η ύφεση που γνώρισε η βασισμένη στον καπνό τοπική οικονομία από τα μέσα του 20ου αιώνα, άφησε τα σημάδια της όχι μόνο στην Παλιά Πόλη αλλά και στις Καπναποθήκες που κατείχαν έκτοτε σταθερά θέση «ουραγού» στο ενδιαφέρον Πολιτείας και ιδιωτών για διατήρηση και ανάδειξη των παραδοσιακών στοιχείων τής πόλης. Με εξαιρέσεις κάποιες προσπάθειες αποσπασματικές καταγραφής, αποτίμησης ή ανάδειξης της βιομηχανικής αυτής κληρονομιάς (από καθηγητές του ΔΠΘ, το Δήμο Ξάνθης, το Ίδρυμα Θρακικής Τέχνης & Παράδοσης, τη Νομαρχία, κ.α.), στο σύνολό της η περιοχή εξακολούθησε μέχρι και τελευταία να συγκαταλέγεται μεταξύ των υποβαθμισμένων αστικά, η παραδοσιακή της ταυτότητα κι αξία να σκιάζεται από την Παλιά Ξάνθη, τα δε παλιά και διατηρητέα κτήρια να αντιμετωπίζονται είτε ως «βάρος» από την Πολιτεία και τους ιδιοκτήτες είτε ως εμπόδια για την ανέγερση πολυκατοικιών. Ελλείψει μάλιστα πολιτικής ή επιδίωξης για μια ολοκληρωμένη διαχείριση του συνοικισμού ως ιστού βιομηχανικής κληρονομιάς, η τάση να οικοπεδοποιούνται για αντιπαροχή τέτοια κτίσματα, έφθασε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 να προσλαμβάνει χαρακτηριστικά «λαίλαπας» που είχε ως συνέπεια ν’ αλλοιωθεί ο αρχιτεκτονικός χαρακτήρας του. Οι πυρκαγιές που εκδηλώνονταν ξαφνικά σε εγκαταλελειμμένες καπναποθήκες ή άλλα παλαιά κτήρια καταστρέφοντάς τα από τα θεμέλια, δεν ήταν σπάνιες… Μια τέτοια πυρκαγιά κατέκαψε και την καπναποθήκη τής Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, τον Απρίλιο του 2001 με αποτέλεσμα να ανασταλούν τα σχέδια μετατροπής της σε Μουσείο Καπνού. Την πολιτική διαχείρισης τής περιοχής Καπναποθηκών, έθιξε εμμέσως πλην σαφώς άλλωστε ο κ. Παυλίδης, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι η επιμονή τής Νομαρχίας στο στόχο της, ενέχει και θέση «απάντησης στις όποιες προσπάθειες υποβάθμισης του συνοικισμού»…
Αξίζει να σημειώσουμε, τέλος, ότι η κυρίαρχη πρόταση περί διάσωσης και ανάδειξης των Καπναποθηκών της Ξάνθης η οποία έρχεται παλαιόθεν διατυπωμένη στη μελέτη των καθηγητών Ρουκούνη – Γιαννοπούλου αλλά και σε άλλες που έχουν κατά καιρούς αντικείμενο τη βιομηχανική κληρονομιά τής πόλης, συνδέεται άρρηκτα με την αξιοποίηση των χώρων αυτών για σκοπούς οι οποίοι θα εξασφαλίζουν καθημερινή λειτουργία (πολιτισμός, ψυχαγωγία, κλπ) ούτως ώστε, αφενός ν’ αναβαθμιστεί η ευρύτερη περιοχή και αφετέρου να διαμορφωθεί ένας δεύτερος πόλος έλξης δραστηριοτήτων και ανθρώπων – που θα αποσυμφορήσει τη «βεβαρημένη» Παλιά Πόλη.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
