Στην Κυπρο του ʽ55

Εφέτος τον Μάρτιο, μάλλον συμπτωματικά παρά με αφορμή τα πενηντάχρονα της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκδόθηκαν δύο μυθιστορήματα ελλαδιτών συγγραφέων γύρω από το Κυπριακό. Σαν συνεννοημένοι οι συγγραφείς, μοιράζονται τις δύο φάσεις κορύφωσής του. Στον ένοπλο αγώνα του 1955-58 αναφέρεται το μυθιστόρημα του Μιλτιάδη Χατζόπουλου, στο 1974 του Βασίλη Γκουρογιάννη, «Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή». Κατά τʼ άλλα, πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά μυθιστορήματα, όπως, άλλωστε, προϊδεάζουν τα ξένα μεταξύ τους βιογραφικά των συγγραφέων. Ιστορικός ο Χατζόπουλος, που σταδιοδρομεί στη Γαλλία, μʼ ένα τελευταίο σύγγραμμα για τη Μακεδονία, μετατοπίζει το ενδιαφέρον του από τον Βορρά στον Νότο, επιλέγοντας για το πρώτο του αυτό μυθιστόρημα το μαλακό υπογάστριο του Ελληνισμού.

Το μυθιστορηματικό σκηνικό στήνεται στο πιο κρίσιμο έτος, το 1955, όταν αρχίζει ο ένοπλος αντιαποικιακός αγώνας. Δεν θα χαρακτηριζόταν, όμως, μυθιστόρημα του Κυπριακού Αγώνα, όπως ένα παλαιότερο, σχεδόν σύγχρονο της κυπριακής εξέγερσης, «Η χάλκινη εποχή» του Ρόδη Ρούφου. Τα μυθιστορήματα του Ρούφου και του Χατζόπουλου συμπίπτουν στον τόπο και τον χρόνο. Και οι δύο συγγραφείς περιγράφουν τη Λευκωσία εκείνης της ταραγμένης περιόδου, ενώ οι κεντρικοί ήρωές τους συναντιούνται στο Παγκύπριο Γυμνάσιο. Καθηγητής Νέων Ελληνικών στην Εʼ τάξη εμφανίζεται ο Αλέξης Μπαλαφάρας του Ρούφου, μαθητής στην Γʼ ο Δημήτρης Δωρίδης του Χατζόπουλου. Μόνο που το παλαιότερο επικεντρώνεται στους μετέχοντες στον Αγώνα, ενώ το πρόσφατο στους αποστασιοποιημένους. Οπως φαίνεται, ένα χαρακτηριστικό των μυθιστορημάτων που γράφονται τα τελευταία χρόνια, είναι η επιστροφή σε «θερμές» περιόδους του παρελθόντος από διαφορετική οπτική γωνία, σε σχέση μʼ εκείνη που υιοθετούσαν οι προγενέστεροι συγγραφείς. Αντί για τη σκοπιά των θυμάτων και των νικημένων, παρακολουθούν την οπτική των θυτών και νικητών ή ακόμη, όπως στην περίπτωση του Χατζόπουλου, όσων έμειναν αμφίγνωμοι και ουδέτεροι. Θυμίζουμε σχετικά το πρόσφατο μυθιστόρημα της Νίκης Τρουλλινού για τη Δικτατορία και το Πολυτεχνείο («Μʼ ένα καφάσι μπίρες»).

Καβαφίζων ο τίτλος του μυθιστορήματος του Χατζόπουλου, εμπνέεται από τους πρώτους στίχους του ποιήματος «Τα επικίνδυνα», τους οποίους και θυμίζει το εναρκτήριο μότο του βιβλίου. «Εν μέρει εθνικός κʼ εν μέρει χριστιανίζων», δηλώνει ο σύρος σπουδαστής του Αλεξανδρινού, «εν μέρει ελληνίζων» ο δεκατετραετής Δημήτρης του Χατζόπουλου. Ωστόσο, εάν διαβάσουμε ολόκληρο το ποίημα του Καβάφη, βρίσκουμε μεγαλύτερη ομοιότητα ανάμεσα στα δύο πρόσωπα. Και ο νεαρός Δημήτρης ενέδωσε «στες λάγνες του αίματός του ορμές», αλλά την κρίσιμη στιγμή ξαναβρήκε το πνεύμα του, αν όχι «ασκητικό» ως ο Σύρος, σίγουρα, πάντως, αρκούντως νηφάλιο. Αλλά και πέραν αυτής της παραλληλίας, ως «εν μέρει ελληνίζων», είναι θαυμαστής του Καβάφη, λάτρης της γαλλικής μεσαιωνικής ποίησης και έχει μυηθεί, παρά το νεαρό της ηλικίας του, στην ποίηση του Ελιοτ. Αντιθέτως, τα σεφερικά ίχνη στο μυθιστόρημα είναι περιορισμένα.

Ο συγγραφέας ακολουθεί κλασικότροπες αφηγηματικές δομές και δείχνει ιδιαίτερη επιμέλεια στην παράθεση των συμβάντων του Κυπριακού Αγώνα, τα οποία χρησιμοποιεί ως οδοδείκτες της μυθοπλασίας. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση, που επιλέγει, παρακολουθεί πιστά τη χρονολογική ανέλιξη, με μετρημένες αναδρομές στο παρελθόν, όταν οι νεαροί ήρωες αναφέρονται στην οικογένειά τους ή σε τυχόν ερωτικές τους περιπέτειες. Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε 26 κεφάλαια κι ένα επιλογικό. Εκτός από το πρώτο, που δίνει την «προϊστορία» της οικογένειας του Δημήτρη, το κυρίως σώμα περιορίζεται χρονικά στην περίοδο από το καλοκαίρι του 1955 μέχρι τις πρώτες ημέρες του 1956. Οσο για το καταληκτικό κεφάλαιο, τοποθετείται δώδεκα χρόνια αργότερα, Μάιο 1968, στο Παρίσι, όπου διαβιοί ο Δημήτρης. Κι αυτός, όπως οι περισσότεροι «εν μέρει ελληνίζοντες», δεν θέλησε να γυρίσει στον τόπο του.

Παρά το μικρό χρονικό άνοιγμα της υπόθεσης, το μυθιστόρημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μυθιστόρημα διάπλασης, αφού ο έφηβος ήρωας, μέσα σε λίγους μόνο μήνες, φαίνεται να ανδρώνεται. Εγκαταλείπει «τον ηρωικό κόσμο των αναγνωσμάτων του» και αποκτά τις πρώτες ερωτικές του εμπειρίες. Ισχύει, όμως, μέχρι τέλους η αρχική διαπίστωση του αφηγητή: «Ο Δημήτρης… δεν ήταν εκ φύσεως βίαιος και επαναστάτης». Ο,τι δυσάρεστο του συμβαίνει το αντιμετωπίζει είτε διά της φυγής είτε με «παθητική αντίσταση». Σε αυτό συμβάλλει και η ανατροφή του. Ελληνοκύπριος ο πατέρας του, από πλούσια πατρινή οικογένεια η μητέρα του, πέθανε όταν ο Δημήτρης ήταν στα δεκατρία. Μετά τον θάνατό της, ο πατέρας του άφησε τη θέση του οικονομικού διευθυντή στο Γενικό Νοσοκομείο της Λευκωσίας για ένα καλύτερα αμειβόμενο πόστο σε αμερικανική μεταλλευτική εταιρεία. Ταυτόχρονα, αποφάσισε να πάρει τον γιο του από το Παγκύπριο Γυμνάσιο, που αποκαλούσε «θερμοκήπιο ταραξιών», και να τον εγγράψει στην Αγγλική Σχολή. Οι φόβοι του θυμίζουν εκείνον τον κύπριο φίλο τού Λώρενς Ντάρρελ στα «Πικρολέμονα», που αγωνιούσε για τα παιδιά του και επικαλούνταν την ίδια αιτία: «Στο σχολείο δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να τραγουδάνε εθνικιστικά τραγούδια και να πηγαίνουν στις διαδηλώσεις.»

Ο Χατζόπουλος ευχαριστεί τον Ντάρρελ για την περιγραφή του ξενοδοχείου «Ντομ» στην Κερύνεια. Ισως, όμως, η μυθιστορηματική ανασύσταση της Κύπρου εκείνης της εποχής, τόσο των αστικών κέντρων όσο και της υπαίθρου, να χρωστάει περισσότερα στον βρετανό συγγραφέα. Πάντως, ο μικρόκοσμος και των δύο βιβλίων περιορίζεται στην αγγλική παροικία και τους πέριξ αυτής. Πρόκειται για ένα μείγμα, αυτό που ο Ρούφος περιγράφει ως «άρχουσα κάστα που ʽμοιαζε να ζει σʼ έναν ολότελα διαφορετικό κόσμο από τη μάζα του λαού» και «περιλάμβανε ορισμένους Ελληνες κυβερνητικούς υπαλλήλους κι επιχειρηματίες, καθώς και λίγους Τούρκους κι Αρμένηδες. Ο κόσμος των κοκτεϊλς, των δεξιώσεων του Κυβερνείου, της Αγγλικής Λέσχης…».

Ο Χατζόπουλος επικεντρώνεται στους νεαρούς βλαστούς αυτής της «κάστας», παρακολουθώντας τις συζητήσεις και τις διασκεδάσεις τους. Σε αυτόν τον μικρόκοσμο εισάγει ένα επιπλέον στοιχείο, που αποβαίνει καθοριστικό και στο οποίο ουσιαστικά στηρίζει τη μυθιστορηματική του πλοκή. Προσθέτει την Αγγλική Εκκλησία της Λευκωσίας και τον επικεφαλής της Αρχιδιάκονο, που ακολουθεί πιστά την πολιτική του Αρχιεπισκόπου του Καντέρμπουρυ. Μπορεί ο συγγραφέας να σημειώνει πως οι ήρωές του είναι φανταστικοί, ιδιαίτερα ο Αρχιδιάκονος και η οικογένειά του, ωστόσο, με το μυθιστόρημά του, αναδεικνύει μια παραλειπόμενη συνιστώσα της αγγλικής πλευράς του Κυπριακού. Εκείνα τα χρόνια, ο Αρχιεπίσκοπος της Αγγλικανικής Εκκλησίας τασσόταν υπέρ μιας διαλλακτικής πολιτικής συνεννοήσεως με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Ωστόσο, ο νέος τότε κυβερνήτης, ο στρατάρχης Τζων Χάρντινγκ, διαφωνούσε, γιʼ αυτό και, μυθιστορηματική αδεία, εξόντωσε ηθικά τον Αρχιδιάκονο. Ετσι, οι Αγγλοι στο μυθιστόρημα εμφανίζονται ως άνθρωποι περισσότερο της Εκκλησίας παρά των κοκτέιλς.

Οι ήρωες του Χατζόπουλου διατυπώνουν παραπλήσιες απόψεις για τον κυπριακό αγώνα με εκείνες που καταγράφονται στα «Πικρολέμονα». Κι αυτοί καταδικάζουν «τις τρομοκρατικές ενέργειες», βρίσκοντας ελαφρυντικά στις αγγλικές βιαιοπραγίες. Μόνο που στον Ντάρρελ, ο αφηγητής, ταυτιζόμενος με τον συγγραφέα, πρωτοστατεί και επαυξάνει, ενώ, εδώ, ο αφηγητής παρακολουθεί και παραθέτει κάθε άποψη μέσα από την οπτική του κεντρικού ήρωα. Μάλιστα, σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης, ο Χατζόπουλος προσθέτει δύο ακόμη ήρωες: έναν τουρκοκύπριο συμμαθητή του Δημήτρη, που και ο δικός του πατέρας τον πήρε από το τουρκικό Λύκειο και τον έγραψε στην Αγγλική Σχολή. Επίσης, και μια Κυπριωτοπούλα, την υπηρέτρια της οικογένειας, που αναλαμβάνει να υπερασπιστεί τα δίκαια των εξεγερμένων Κυπρίων. Οσο πατριωτικά, όμως, κι αν σκιαγραφούνται τα αισθήματά της, στη συνολική εικόνα, ο αντίλογος αποβαίνει αναλογικά ισχνός.

Κατά τʼ άλλα, στη μυθιστορηματική αφήγηση υπάρχουν παραστατικές σκηνές από τις μαχητικές διαδηλώσεις, καθώς και από περιδιαβάσεις στα αξιοθέατα του νησιού. Οι γλαφυρότερες, όμως, περιγραφές αφορούν «τον εξωτικό κόσμο» των Βρετανών, από τη διακόσμηση των σπιτιών τους μέχρι την τελετουργία του δείπνου. Συνοπτικά θα λέγαμε ότι πρόκειται για μυθιστόρημα ερωτικής διάπλασης ή, σωστότερα, ενηλικίωσης μέσα στις αφετηρίες που οδήγησαν στην εύθραυστη ανεξαρτησία της Κύπρου.

Μάρη Θεοδοσοπούλου, «Ελευθεροτυπία»,28/8/2009

Υ.Γ.: Εν κατακλείδι, και κομμάτι …εθνικοί ( ή ελληνίζοντες) πάντοτε…

Επιμέλεια: Τ.Β.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.