Σοβαρες φθορες εχουν υποστει τα εργα του λαικου ζωγραφου Θεοφιλου Χατζημιχαηλ
Σοκάρισε η χθεσινή δημοσιοποίηση από την «Ελευθεροτυπία» των σοβαρών φθορών που έχουν υποστεί τα έργα ζωγραφικής του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, τα οποία «φυλάσσονται» στο ομώνυμο Μουσείο της Μυτιλήνης.
Οταν τα έργα του Θεόφιλου έχουν υποστεί φθορές στον καμβά τους ή στο χρώμα, η εκθεσιακή τοποθέτηση μοιάζει να είναι ψιλά γράμματα… Σοκάρισε αλλά δεν ξένισε, γιατί, όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε, οι πάντες γνώριζαν την απαξίωση του μοναδικού αυτού μνημείου, το οποίο χτίστηκε το 1964 με έξοδα του Στρατή Ελευθεριάδη-Τεριάντ για να στεγάσει τους πίνακες ζωγραφικής του περιπλανώμενου μέχρι τότε ζωγράφου, τον οποίο ο ίδιος ο σπουδαίος τεχνοκριτικός είχε ενθαρρύνει να ζωγραφίσει για πρώτη φορά σε καμβάδες.
Τα 86 έργα τέχνης ουδέποτε συντηρήθηκαν
Μια επίσκεψη για μια ακόμα φορά στο κατά τα άλλα «διαμάντι» του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού έδειξε ξανά πώς αντιμετωπίζονται στην Ελλάδα τα διαμάντια. Τα 86 έργα τέχνης του Θεόφιλου που φιλοξενούνται στο μουσείο, ουδέποτε συντηρήθηκαν και γι’ αυτό έχουν αρχίσει ν’ αποσυντίθενται. Πολλά απ’ αυτά είναι γεμάτα τρύπες, έχουν αλλοιωμένα χρώματα, «μαδημένα» σε μεγάλα τμήματά τους, λόγω της υγρασίας ή του ηλιακού φωτός, του μόνου που διαθέτει το μουσείο, μια και από τα ελάχιστα φώτα οροφής πολλά δεν λειτουργούν. Το θέμα δημοσιοποιήθηκε με αφορμή την επίσκεψη του γενικού γραμματέα Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής Δημήτρη Χαλκιώτη με τον προτεινόμενο πρόεδρο του υπό σύσταση Οργανισμού Παιδείας και Πολιτισμού του Δήμου Λέσβου Κώστα Αστυρακάκη και τη συντηρήτρια του υπουργείου Πολιτισμού Δέσποινα Μαρσινοπούλου. Η τελευταία έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για το μουσείο και τη συλλογή λέγοντας πως, στο βαθμό που η ίδια μπορεί να εκτιμήσει, υπάρχουν αρκετές φθορές και θα είναι δύσκολο «να κλείσει κανείς τα μάτια και να εφησυχάσει ή να πει “ας το αφήσουμε λίγο ακόμα”».
Καταρρέει και το κτίριο
Πρώτη επαφή με το μουσείο, ο δρόμος προς τον άλλοτε «Θεοφράστειο» ελαιώνα που στριμώχτηκε πια ανάμεσα σε μεζονέτες. Ο Τεριάντ έφτιαξε και το δρόμο που είναι σήμερα γεμάτος λακκούβες. Παντού αγριόχορτα. Οσο για το κτίριο του μουσείου; Σπασμένα κεραμίδια, επισκευασμένα πρόχειρα, κουφώματα σάπια, θέρμανση που δεν λειτουργεί και υγρασία παντού, μια και τα νερά τρέχουν πάνω στους τοίχους και στα έργα! Η μία και μόνη υπάλληλος, απλήρωτη από τον περασμένο Ιούνιο, με τη σύμβασή της ήδη ληγμένη από την Πρωτοχρονιά, αναρωτιέται «τίνος είναι το μουσείο;».
Υπεύθυνες για την κατάσταση που επικρατεί στο μουσείο; Οι δημοτικές αρχές της Μυτιλήνης έως τις πρόσφατες δημοτικές εκλογές και την κατάργηση του δήμου στις 31 του περασμένου Δεκεμβρίου, που θεώρησαν ένδειξη πολιτισμού τις καλοκαιρινές συναυλίες επώνυμων τραγουδιστών και δεν έβαλαν ούτε μια πινακίδα που να δείχνει από πού πάει κανείς για το Μουσείο. Γιατί πραγματικά το βιβλίο επισκεπτών είναι γεμάτο από παράπονα διαμαρτυρόμενων πολιτών που έφαγαν τον κόσμο να βρουν το μουσείο.
Μια κουβέντα και για τα αναμνηστικά από την επίσκεψη στο Μουσείο Θεοφίλου: «Πλαστικοποιημένες» εικόνες έργων που έχουν μετατραπεί σε … «made in Taiwan», αναμνηστικά πιάτα και γλυκά του κουταλιού μέσα σε κουτιά με εξώφυλλο έργο του Θεόφιλου. Για όλα αυτά ο δήμαρχος Λέσβου Δημήτρης Βουνάτσος δεσμεύτηκε χθες πως η νέα δημοτική αρχή θα ασχοληθεί με το κύριας προτεραιότητας αυτό θέμα. Κάλεσε δε το υπουργείο Πολιτισμού, αν μη τι άλλο, να συνδράμει σοβαρά οικονομικά. *
Στρατής Μπαλάσκας, «Ελευθεροτυπία», 23/1/2011
΄Εγραψαν γιατον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ
• Γιώργος Σεφέρης, ποιητής
«Λαϊκή παιδεία δε σημαίνει μόνονα διδάξουμε το λαό αλλά και να διδαχτούμε από το λαό»
«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φτωχός φουστανελάς που είχε τη μανία να ζωγραφίζει.. Τα πινέλα του τα κουβαλούσε στο σελάχι του, εκεί που οι πρόγονοί του βάζαν τις πιστόλες και τα μαχαίρια τους. Τριγύριζε στα χωριά της Μυτιλήνης, τριγύριζε στα χωριά του Πηλίου και ζωγράφιζε. Ζωγράφιζε ό,τι του παράγγελναν, για να βγάλει το ψωμί του. Υπάρχουν στον Άνω Βόλο κάμαρες ολόκληρες ζωγραφισμένες από το χέρι του, καφενέδες στη Λέσβο, μπακάλικα και μαγαζιά σε διάφορα μέρη που δείχνουν το πέρασμά του -αν σώζουνται ακόμη. Ο κόσμος τον περιγελούσε. Του έκαναν μάλιστα και αστεία τόσο χοντρά, που κάποτε τον έριξαν κάτω από μιαν ανεμόσκαλα και του ‘σπασαν ένα δυο κόκαλα. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν έπαυε να ζωγραφίζει σε ό,τι έβρισκε. Είδα πίνακές του φτιαγμένους πάνω σε κάμποτο, πάνω σε πρόστυχο χαρτόνι. Τους θαύμαζαν κάτι νέοι που τους έλεγαν ανισόρροπους οι ακαδημαϊκοί. Έτσι κυλούσε η ζωή του πέθανε, δεν είναι πολλά χρόνια, και μια μέρα ήρθε ένας ταξιδιώτης από τα Παρίσια. Είδε αυτή τη ζωγραφική, μάζεψε καμιά πενηνταριά κομμάτια, τα τύλιξε και πήγε να τα δείξει στους φωτισμένους κριτικούς που κάθονται κοντά στο Σηκουάνα. Και οι φωτισμένοι κριτικοί βγήκαν κι έγραψαν πως ήταν σπουδαίος ζωγράφος. Και μείναμε μ’ ανοιχτό το στόμα στην Αθήνα. Το επιμύθιο αυτής της ιστορίας είναι ότι λαϊκή παιδεία δε σημαίνει μόνο να διδάξουμε το λαό αλλά και να διδαχτούμε από το λαό».
• Γιάννης Τσαρούχης, ζωγράφος
«Το καταπληκτικό είναι πώς αυτός ο αγράμματος και αποτραβηγμένος άνθρωπος συμβαδίζει με τους πιο μεγάλους ζωγράφους της εποχής του»
«Ο Θεόφιλος είναι ζωγράφος και μόνο ως τέτοιο πρέπει να τον πάρουμε. ‘Όλη του η σημασία έγκειται εις το εξής: Ότι ξέρει να ζωγραφίζει και πολύ καλά μάλιστα.
Εκείνο που στον Θεόφιλο φαίνεται για τους περισσότερους ως αμάθεια και αφέλεια, κατά βάθος δεν είναι παρά μια άλλη αντίληψη της ζωγραφικής, ίσως μάλιστα η σωστότερη. Μόνο άμα κριθεί μ’ αυτό το πνεύμα ο Θεόφιλος, δηλαδή ως ζωγράφος που βλέπει τη φύση ως χρώμα και ως σχέδιο και η σκιά είναι χρώμα -και όχι με τον μεταφυσικό τρόπο της Αναγεννήσεως, η οποία είχε ανάγκη να κάνει αφαίρεση του πράγματος που λέγεται χρώμα στη φύση και να δώσει στο αντικείμενο ένα φωτισμό τεχνητό εργαστηρίου με μελετημένες αντιθέσεις, μ’ ένα τρόπο νέο που θυμίζει όμως γλυπτική, μόνο τότε μπορούμε να εκτιμήσουμε τις πραγματικές του αρετές. Τότε θα δούμε ένα σοφό καλλιτέχνη και όχι τον αθώο και διασκεδαστικό χωρικό.
Το καταπληκτικό είναι, εκ πρώτης όψεως, πώς αυτός ο αγράμματος και αποτραβηγμένος άνθρωπος, συμβαδίζει με τους πιο μεγάλους ζωγράφους της εποχής του. Αλλά σ’ αυτό δεν πρέπει να δίνουμε τόση σημασία, γιατί θα ‘δειχνε πως βάζουμε σε ανώτερη μοίρα την εκ των υστέρων τοποθέτηση των τάσεων της τέχνης, ενώ το πιο εκπληκτικό πάντα θα είναι η εμφάνιση ενός ταλέντου, είτε αυτό εμφανίζεται στο Παρίσι, είτε σ’ ένα έρημο χωριό».
Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ
Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ -την σημασία του έργου του οποίου αποτύπωσε με εξαιρετική ενάργεια ο Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε στην Βαρειά της Λέσβου μεταξύ 1867 και 1870. Ο πατέρας του, Γαβριήλ Κεφαλάς, ήταν τσαγκάρης ενώ η μητέρα του, Πηνελόπη Χατζημιχαήλ ήταν κόρη αγιογράφου. Σε νεαρή ηλικία επέδειξε μέτριες σχολικές επιδόσεις αλλά και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ζωγραφική, πάνω στην οποία απέκτησε βασικές γνώσεις δίπλα στον παππού του.
Ο άνθρωπος που λάτρεψε περισσότερο ο Θεόφιλος, ήταν ο παππούς του και όχι μόνο λόγω της ζωγραφικής. Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα, λόγω της ισχνής του κράσης, αλλά και της αριστεροχειρίας του. Ο αριστερόχειρας εκείνη την εποχή εθεωρείτο μειονεκτικό άτομο και προκαλούσε αρνητικά σχόλια στον περίγυρό του. Οι γονείς, αλλά και οι δάσκαλοί του προσπάθησαν με καταπιεστικό και συχνά βίαιο τρόπο να του αλλάξουν χέρι γραφής και να τον κάνουν δεξιόχειρα. Ο μικρός Θεόφιλος κλείστηκε στον κόσμο του και βρήκε αποκούμπι στη ζωγραφική. Περνούσε μαζί με τον παππού του πολλές ώρες είτε μπροστά στις ξύλινες επιφάνειες με τις φοβερές μορφές των αγίων να γεμίζουν τα μάτια του μικρού, ενώ ταυτόχρονα τα ρουθούνια του γέμιζαν από τις “ανάσες” των χρωμάτων. Άλλες φορές, ο μικρός κούρνιαζε στην αγκαλιά του παππού και εκείνος του έλεγε ιστορίες για την Ελλάδα και τους ήρωες της μυθολογίας. Όλα αυτά ήταν τα υλικά με τα οποία ο μικρός Θεόφιλος έχτισε ένα δικό του κόσμο με γερά θεμέλια μιας και αυτά φτιάχτηκαν κάτω από την επίβλεψη μιας αθώας και θερμής παιδικής ψυχής. Δεν τα βλέπουμε αυτά τα θεμέλια, αλλά ποιος δεν τα νιώθει βλέποντας τις ζωγραφιές του;
Σε ηλικία περίπου δεκαοκτώ ετών, ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ εγκατέλειψε το οικογενειακό του περιβάλλον και εργάστηκε ως θυροφύλακας (“καβάσης”) στο Ελληνικό Προξενείο της Σμύρνης. Εκεί έμεινε για μερικά χρόνια, πριν εγκατασταθεί στην πόλη του Βόλου, το 1897. Στον Βόλο ο Χατζημιχαήλ έφθασε με το ξέσπασμα του ελληνοτουρκικού πολέμου με την πρόθεση να καταταγεί εθελοντής, αλλά δεν πρόλαβε . Τελικά ο Θεόφιλος έμεινε στον Βόλο αναζητώντας ευκαιριακές δουλειές και ζωγραφίζοντας σε σπίτια και μαγαζιά της περιοχής ενώ σήμερα σώζονται τοιχογραφίες που πραγματοποίησε εκεί. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Πήλιο. Προστάτης του εκείνη την περίοδο, στάθηκε ο κτηματίας Γιάννης Κοντός, για λογαριασμό του οποίου, ο Θεόφιλος πραγματοποίησε αρκετά έργα. Η οικία Κοντού αποτελεί σήμερα Μουσείο Θεόφιλου.
Εκτός από την ζωγραφική του δραστηριότητα, ο Θεόφιλος συμμετείχε στην διοργάνωση λαϊκών θεατρικών παραστάσεων στις εθνικές γιορτές και την περίοδο της Αποκριάς, όπου κρατούσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, άλλοτε ντυμένος σαν Μεγαλέξανδρος, με τους μαθητές σε παράταξη μακεδονικής φάλαγγας, και άλλοτε σαν ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης, με εξοπλισμό και κουστούμια που έφτιαχνε ο ίδιος. Με την θεατρική του δραστηριότητα, ο Θεόφιλος πρέπει να ήταν από τους πρώτους, αν όχι ο πρώτος που στα νεοελληνικά χρόνια μυσταγωγούσε ελληνικό λαϊκό θέατρο στο Βόλο και στα περίχωρά του, όπου, από το 1909 ως το 1925, έκανε αποκριάτικες θεατρικές παραστάσεις, καθώς και σ τη Λέσβο, από το 1926 ως το Ι934 οπότε πέθανε. Τις αποκριάτικες κι άλλες μέρες με παιδιά έφτιαχνε “θίασο”, το μπουλούκι, το χορό, κατά την αρχαία τραγωδία. Ντυνότανε και ζωγραφιζόταν ο ίδιος ως Μεγαλέξαντρος, με θώρακα, περικεφαλαία, ασπίδα, κοντάρι, περικνημίδες, όπως ο Καραγκιόζης, στο έργο “Ο Μεγαλέξαντρος και το καταραμένο φίδι”. Ίσως, είχε δει ο Θεόφιλος το έργο αυτό στο θέατρο σκιών. Ζωγράφιζε το “θίασο”, τα αντικείμενα, το χορό, τους ακολούθους, τους “ηθοποιούς”, τα πρόσωπά, τα ρούχα τους, με μπογιές, σα να ήτανε Μακεδόνες πολεμιστές, κι έδινε παραστάσεις στους δρόμους και στις πλατείες, όπου παρουσίαζε ψευτομάχες, κονταροχτυπήματα, παρελάσεις. Χειροπιαστή μαρτυρία γι’ αυτές τις λαϊκές θεατρικές παραστάσεις είναι φωτογραφίες, που έφτασαν ως εμάς, όπου φαίνεται ο Θεόφιλος ως Μεγαλέξαντρος, με το μπουλούκι του – Μακεδόνες πολεμιστές. Μετά την παράσταση έπαιρνε το θίασο, φωτογραφιζότανε και τις φωτογραφίες τις πουλούσε σαν “καρτ-ποστάλ”.
Βεβαίως ήταν πάμπτωχος και την φτώχεια του την έκανε ακόμα τραγικότερη η ζωή μέσα στην φοβερή ερημία του πλήθους που τον κορόϊδευε. Το 1927 εγκατέλειψε τον Βόλο και επέστρεψε στην Λέσβο.
Πηγή: www.omogeneia.ana-mpa.gr
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
