«Σαν ενας νομος του συμπαντος»…

Αλλ’ ω πρώτος των Ελλήνων πυργώσας ρήματα σεμνά και κοσμήσας τραγικόν λήρον

Αριστοφάνους «Βάτραχοι»

Ο «Αγαμέμνονας» του Αισχύλου «δια χειρός» ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου σε σκηνοθεσία Θοδωρή Γκόνη και σκηνογραφία Χρήστου Μποκόρου, που είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε κι εδώ, χάριν της φιλοξενίας του από τον Δήμο Αιγείρου, είχε πλην των προαναφερθέντων κι ένα ακόμη μεγάλο ατού. Μετάφραση καμωμένη από τον ποιητή, κριτικό της λογοτεχνίας και αρθρογράφο της «Καθημερινής» Παντελή Μπουκάλα…

Έναν σπουδαίο συμπατριώτη που κακώς δεν «έμπλεξε» νωρίτερα με τη μετάφραση των κλασικών μας κειμένων, αφού αυτή του Αισχύλου είναι σε καταπληκτικό ρέοντα και κυριολεκτικό στο νεοελληνικά λόγο, κατανοητό, το περισσότερο, απ’ όλους…

Απ’ όλη αυτήν τη σπουδαία δουλειά που γοήτευσε το καλοκαίρι μας, επιλέξαμε προς τιμήν των τριών αυτών σημαντικών νεοελλήνων δημιουργών: Μπουκάλα, Γκόνη και Μποκόρου – η σειρά τυχαία- να τιμήσουμε την προσέγγισή τους στον Αισχύλο, αναθυμούμενοι Αισχύλο από το εισαγωγικό σημείωμα για τον ποιητή που υπογράφει στο καταπληκτικό πρόγραμμα της παράστασης ο Παντελής Μπουκάλας.

Αισχύλος λοιπόν…

Αισχύλος Ευφορίωνος, Αθηναίος…

Ο ΒΙΟΣ: Ο Αισχύλος, γιος του πλούσιου κτηματία Ευφορίωνα, ο πρεσβύτερος της τριάδας των κορυφαίων τραγικών, ο πατέρας της τραγωδίας κατά τον δίκαιο έπαινο, γεννήθηκε στην Ελευσίνα το 525/4 π.Χ. Γεννήθηκε δηλαδή στο τελευταίο τέταρτο ενός αιώνα που από ορισμένους αποκαλείται «αιώνας των αξόνων», επειδή στη διάρκειά του έτυχε να γεννηθούν και να ακμάσουν πνεύματα μέγιστα: στην Ελλάδα οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι (ο Ηράκλειτος, ο Αναξαγόρας, ο Αναξίμανδρος, ο Πυθαγόρας, ο Ξενοφάνης), στην Περσία ο Ζωροάστρης (τουλάχιστον σύμφωνα με τις χρονολογικές εκτιμήσεις των παλαιοτέρων), στην Κίνα ο Κομφούκιος και ο Λάοτσέ, στη δε Ινδία ο Βούδας.

Αν η πνευματική εξέλιξη του Αισχύλου επηρεάστηκε από τα Μυστήρια της γενέτειράς του, και οδηγήθηκε μάλιστα σε δίκη επειδή αποκάλυψε κάποιες πτυχές τους, ή είναι κι αυτό ένας θρύλος ανάμεσα στους άλλους οι οποίοι μπλέκονται με τις μαρτυρημένες ειδήσεις που τον αφορούν, δεν είναι εύκολο να αποφασιστεί. Το έργο του πάντως, όπου ο ποιητής οντολογεί αδιάλειπτα θεολογώντας, φανερώνει τον υψηλό αγώνα που έδωσε για να φωτίσει το μέγα μυστήριο της ζωής και της ανθρώπινης συνείδησης.

Στα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια ο Αισχύλος έζησε την κατάλυση της τυραννίδας των Πεισιστρατίδων και τους αγώνες για την εγκαθίδρυση και την εδραίωση της δημοκρατίας. Ιδού μια πειστική ανάπλαση / αναπαράσταση της εφηβικής του ζωής, όπως την επιχειρεί ο John Herington, καθηγητής των αρχαίων ελληνικών στο Πανεπιστήμιο του Γέηλ:

“Κατά το 510 π.Χ. (οπότε και εκδιώχθηκαν οι Πεισιστρατίδες τύραννοι) ή Αθήνα εξελισσόταν με γρήγορο ρυθμό σ’ ένα από τα κυριότερα ελληνικά κέντρα ποίησης και τραγουδιού, επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα την υπεροχή στις εικαστικές τέχνες. Ο νεαρός Αισχύλος πριν από την πτώση του καθεστώτος, θα άκουσε τις παραστάσεις των μεγάλων χορικών λυρικών ποιητών Σιμωνίδη και Λάσου, καθώς και του εξίσου μεγάλου λυρικού ποιητή Ανακρέοντα. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι παρακολούθησε τους ποιητικούς και μουσικούς αγώνες που γίνονταν στα πλαίσια της μεγαλύτερης αθηναϊκής γιορτής, των Παναθηναίων: αγώνες απαγγελίας της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας» του Ομήρου, τραγουδιού ποιημάτων με τη συνοδεία λύρας, και μουσικών εκτελέσεων με λύρα και πνευστά. Αναρωτιέται κανείς ποια δύναμη θα μπορούσε να τον κρατήσει μακριά από τα Μεγάλα Διονύσια, με τους ετήσιους αγώνες σε μια πρόσφατα εξελιγμένη μορφή τέχνης με το όνομα τραγωδία, η οποία συνδύαζε σε μια υποβλητική παράσταση την ποιητική και εικαστική αθηναϊκή μεγαλοφυΐα. Ήταν η τέχνη των τεχνών, που αγκάλιαζε χορικά και μονωδίες, μουσική με λύρα και αυλό, απαγγελλόμενη ποίηση, κοστούμια και προσωπεία… Συνεπώς η Αθήνα στην οποία πέρασε ο Αισχύλος τα παιδικά και τα πρώτα εφηβικά του χρόνια αντιπροσωπεύει τον αρχαϊκό ελληνικό πολιτισμό στην ακμή του. Γύρω του, ο αρχαίος θρησκευτικός – μυθικός τρόπος σκέψης έβρισκε την πλουσιότερη έκφρασή του, τόσο στην ποίηση όσο και στις εικαστικές τέχνες.”

Το 490 π.Χ. η Αθήνα, υπερασπίζοντας την ελευθερία των Ελλήνων και την έφηβη δημοκρατία (την είχε εγκαθιδρύσει ο Κλεισθένης περί το 507 π.Χ.), νικά τους Πέρσες στον Μαραθώνα…

Ο θάνατος βρήκε τον Αισχύλο στη Γέλα της Σικελίας, το 456/5π.Χ. Ένας αετός, λέει η φανταστική ιστορία, σημάδεψε με μια χελώνα τη γυμνή κεφαλή του ποιητή, περνώντας τη για βράχο, για να πληρωθεί έτσι ο χρησμός που του είχε προείπει ότι «ουράνιον σε βέλος κατακτενεί». Συνοψίζοντας τον συγκλονιστικό πλούσιο βίο του, ένα επιτάφιο επίγραμμα, που ο Παυσανίας το αποδίδει στον ίδιο τον Αισχύλο, στέκει τιμητικά μόνο στη συμμετοχή του στους Περσικούς πολέμους, αποσιωπώντας τη λαμπρή ποιητική του σταδιοδρομία:

Αισχύλον Ευφορίωνος, Αθηναίον, τόδε κεύθει

μνήμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας

αλκήν δ’ ευδόκιμον μαραθώνιον άλσος αν είποι

και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος.

Η ΠΟΙΗΣΗ: Ο Παυσανίας και πάλι καταγράφει τον μύθο γενέσεως της ποίησης του Αισχύλου: «Εφη δε Αισχύλος μειράκιον ως καθεύδεν εν αγρώ φυλάσσων σταφυλάς, και οι Διόνυσον επιστάντα κελεύσαι τραγωδίαν ποιείν ως δε ην ημέρα (πείθεσθαι γαρ εθέλειν) ράστα ήδη πειρωμένος ποιείν». Αν όντως ο Αισχύλος ερμήνευε διά της θεϊκής εμπλοκής και επιφοιτήσεως την απόφασή του να γράψει τραγωδίες, δεν μπορούμε πια να το ξέρουμε. Δεν μπορούμε επίσης να είμαστε απολύτως βέβαιοι, παρά τις σχετικές αναφορές, ότι ο Σοφοκλής έψεγε τον πρεσβύτερό του τραγωδό λέγοντας ότι «μεθύων έγραφε», δίνοντας έτσι άλλο, περισσότερο γήινο νόημα στον Διόνυσο και τα σταφύλια του.

Η Σούδα αποδίδει στον Αισχύλο 90 δράματα. Γνωστοί είναι οι τίτλοι των 79, οι οποίοι και μόνοι τους φανερώνουν πως ο ποιητής ασχολήθηκε και με τους τρεις μεγάλους μυθικούς κύκλους της αρχαίας Ελλάδας, τον Τρωικό, τον Θηβαϊκό και του Άργους…

Ήδη ο Αριστοτέλης, στην «Ποιητική» του, τόνιζε την καθοριστική συμβολή του Αισχύλου στην εξέλιξη της τραγωδίας, στο να αποκτήσει την «αυτής φύσιν»: «και το τε των υποκριτών πλήθος εξ ενός εις δύο πρώτος Αισχύλος ήγαγε, και τα του χορού ηλάττωσε, και τον λόγον πρωταγωνιστήν παρεσκεύασεν». Ο Αισχύλος επίσης θεωρείται ο ευρετής του σχήματος της τριλογίας. «Ήταν μακρύς ο δρόμος από το χορικό δράμα με τους παρέμβλητους λόγους ως το τριλογικό εκπληκτικό οικοδόμημα της Ορέστειας», σημειώνει ο Albin Lesky. «Ότι, από την αρχή, το περιεχόμενο των τριών τραγωδιών που παριστάνονταν δεν ήταν ενιαίο, αλλά ότι αποτελούσε επιστέγασμα της συμβολής του Αισχύλου στη διαμόρφωση του τραγικού δράματος, αυτό τολμούμε με βάση τις νεότερες γνώσεις να το εκφράσουμε με ενισχυμένην εμπιστοσύνη».

Στον περιορισμένο και περιοριστικό χώρο ενός προγράμματος, η – δειγματοληπτική έστω – προσφυγή στην ήδη εκτεταμένη βιβλιογραφία είναι σχεδόν υποχρεωτική. Αντλώ λοιπόν από κείμενο του Φάνη Ι. Κακριδή ένα συνοπτικό πλην περιεκτικότατο «πνευματικό βιογραφικό» του Αισχύλου:

«Κιόλας από την εποχή του Αριστοφάνη (Βάτραχοι) ο Αισχύλος θεωρήθηκε, όπως και είναι, ο εκπρόσωπος της γενιάς των Μαραθωνομάχων, του φιλελεύθερου και δημοκρατικού φρονήματος, που ήξερε να πειθαρχεί και να θυσιάζει το ιδιωτικό συμφέρον στην κοινή σωτηρία, της σωστής παιδείας, που στηριζόταν στις προαιώνιες ηθικές επιταγές, στη σκληραγωγία, στο σεβασμό και στη σεμνότητα, τέλος και της ευσέβειας απέναντι στους αυστηρούς θεούς και θεσμούς της πατρογονικής θρησκείας. Όλα αυτά είναι σωστά, όμως δεν εξαντλούν τη συμβολή του Αισχύλου στον ηθικοφιλοσοφικό και θρησκευτικό τομέα, όπου η σκέψη του, συνεχίζοντας στην κατεύθυνση που είχε χαράξει ο Σόλων, προχώρησε πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Τον απασχόλησαν οι σχέσεις του θεού και των ανθρώπων, η ανθρώπινη ελευθερία και ευθύνη σε αντιπαράθεση με τον αναγκαστικό χαρακτήρα της μοίρας, η θεϊκή δικαιοσύνη σε συσχετισμό με τις βασικές συμφορές που βρίσκουν τους αναίτιους – προβλήματα καίρια και δυσεπίλυτα που όμως στοιχειοθετούν τη μοίρα του «τραγικού ανθρώπου» και απασχολούν τη φιλοσοφική και θρησκευτική σκέψη όλων των εποχών. Ο Αισχύλος ξεκινά από ένα πανίσχυρο, αδυσώπητο, αλλά και δίκαιο θεό, το Δία, που ‘χει στο πλευρό του τη Δίκη και τιμωρεί σκληρά τους παραβάτες. Αυτοί μπορεί να μην είναι εξαρχής ή θεληματικά ένοχοι: μια κατάρα, μια κακή μοίρα ή ακόμα κάποια θεόσταλτη «άτη» μπορεί να τους οδηγήσει στο κρίμα. Αναίτιοι όμως δεν είναι και οι ίδιοι […] Ωστόσο δεν είναι θεμιτό να προσπαθούμε να ενοποιήσουμε σε σύστημα τη φιλοσοφία και τη θεολογία του Αισχύλου όχι μόνο γιατί ο ίδιος δεν έπαψε ποτέ να ερευνά ολόπλευρα τα ίδια πάντα μεγάλα θέματα, φωτίζοντας υπαρξιακά, μέσα από συγκεκριμένες καταστάσεις και τους χαρακτήρες τους, πότε τη μια και πότε την άλλη όψη και ερμηνεία των πραγμάτων, αλλά και γιατί «η ασυμβίβαστη αντινομία αποτελεί τη βάση κάθε τραγικού» (Γκαίτε) – και ο Αισχύλος ήταν τραγικός ποιητής, ο πιο μεγάλος».

Κείμενα – Επιμέλεια: Τ.Β.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.