Οι μυρωδιες της Πασχαλιας

Στρατής Μπαλάσκας,

δημοσιογράφος

«Μια Μεγάλη Πέμπτη έξω από το κτήριο του Πολυτεχνείου της Αθήνας είχα ραντεβού με τη Σταυρούλα. Το πρώτο ραντεβού μου μαζί της… Περίμενα τρία τέταρτα τον ερχομό της, κοιτάζοντας μια προς την πάνω μια προς την κάτω μεριά της Πατησίων…

Όταν στο τέλος φάνηκε αναθάρρησα… Ήρθε επιτέλους, πήγα να φωνάξω, αλλά σταμάτησα… Ήταν Μεγάλη Πέμπτη του 1980, πάνε 29 χρόνια από τότε.

Μια Μεγάλη Παρασκευή έξω από το κτήριο του Πολυτεχνείου της Αθήνας είχα ραντεβού με τη Σταυρούλα. Ερχόταν από τη δουλειά της, εγώ από τη δική μου, θα βρισκόμασταν εκεί γιατί έπρεπε να ξεκαθαρίσει επιτέλους το πράγμα. Πού πήγαινε, τι θα γινόταν… Έφτασα μέχρι το Μουσείο, την είδα.

Είχε φτάσει πρώτη, την είδα να ακουμπά στην κολώνα της εισόδου…

Έστριψα και έφυγα.

Πρέπει να με είδε… Πήγε να φωνάξει αλλά σταμάτησε.

Ήταν Μεγάλη Παρασκευή του 1985, πάνε 24 χρόνια από τότε.

Άμα θέλεις να φωνάξεις να φωνάζεις. Άμα πρέπει να αργήσεις να αργείς.

Αλλά μην φεύγεις… Χρόνια τώρα κάθε Ανάσταση λες «Χριστός Ανέστη» από μέσα σου και μετανιώνεις που έφυγες…»

Βαγγέλης Λαμπάκης,

δικηγόρος

«Αυτό που με συγκινούσε ιδιαίτερα τις πασχαλιές εκείνες των παιδικών μου χρόνων ήταν η ανθρώπινη ζεστασιά και η έντονη ψυχή που υπήρχε. Τότε, όλα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Το κόκκινο αυγό το νιώθαμε, το παίρναμε από την γειτόνισσα και για μας ήταν το μεγαλύτερο δώρο στη ζωή μας. Νιώθαμε εκείνες τις 15 μέρες της ξεγνοιασιάς που δεν πηγαίναμε στο σχολείο, πετώντας τις τσάντες και πηγαίνοντας στις αλάνες.

Νιώθαμε στην ψυχή μας πραγματικά την Ανάσταση του Κυρίου. Τώρα τα πράγματα είναι πολύ ψεύτικα.

Θυμάμαι τις εκδρομές που κάναμε στα χωριά μας, τον τόπο καταγωγής του πατέρα και της μητέρας μου, ένα μεγαλείο, τα χωριά του Σουφλίου που είχαν τα ιδιαίτερα ήθη και τα έθιμά τους. Θυμάμαι, θυμάμαι κι όσο μεγαλύτερη είναι η θύμηση τόσο πιο ξεθωριασμένο είναι το παρόν. Δυστυχώς, αυτή είναι η διαφοροποίηση του τότε και του τώρα. Όλα, επομένως, ξεκινούν και καταλήγουν στην ψυχή του ανθρώπου.

Νομίζω ότι το μήνυμα είναι πως πρέπει να γυρίσουμε λίγο πίσω και να νιώσουμε κάποια πράγματα, έξω από την οικονομική σφαίρα των γνωστών διαστάσεων».

Βασίλης Σερμπέζης,

Καθηγητής ΤΕΦΑΑ

«Αυτό που θυμάμαι από τις μέρες του Πάσχα και είναι χαραγμένο βαθιά στη μνήμη μου είναι ότι όλα τα μέλη της διευρυμένης οικογένειας, με τους γαμπρούς και τις νύφες, μαζευόμασταν στο σπίτι στο χωριό και κάναμε όλοι μαζί Ανάσταση.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια χρονιά, πριν από 25 χρόνια όπου η παρέα είχε μεγαλώσει, ήμασταν περίπου 40 άτομα και φάγαμε την πρώτη, την δεύτερη και την τρίτη μέρα του Πάσχα δέκα αρνιά κι ένα κατσίκι. Θυμάμαι μάλιστα πως πυροβολούσαμε με τις καραμπίνες και είχαμε μαζέψει δυο καροτσάκια με φυσίγγια, αν και αυτό ήταν τραβηγμένο. Ο καθένας στο χωριό που είχε την δυνατότητα να συγκεντρώσει όλα τα μέλη της οικογένειάς του έκανε κάτι αντίστοιχο.

Πιστεύω ότι ο έλληνας τιμά αυτήν την γιορτή και θέλει να την γιορτάζει με όσο το δυνατόν περισσότερους συγγενείς και φίλους. Όλη η Μεγάλη Εβδομάδα ήταν εβδομάδα περισυλλογής, βαθύτατης θρησκευτικής κατάνυξης. Προσωπικά, ήμουν από μικρό παιδί κοντά στο ψαλτήρι και ιδιαίτερα η Μεγάλη Παρασκευή ήταν κατανυκτική μια και διασχίζαμε όλο το χωριό. Όλη την Μεγάλη Εβδομάδα στο χωριό δεν επιτρεπόταν οι δουλειές, το κλίμα ήταν βαρύ. Κάποια στοιχεία από αυτές τις παραδόσεις ευτυχώς διασώζονται ακόμη και σήμερα».

Γιάννης Βουλτσίδης,

καραγκιοζοπαίχτης

«Η Πασχαλιά έρχεται καβάλα στη θεόρατη πασχαλίτσα στα μάτια του παιδιού και του ποιητή. Πάσχα, τα Πάθη, τότε που ανοίγουν τα Πάθη, τα πάθη που μας ρίχνουν και μας φορτώνουν, που μας πεθαίνουν και μας ανασταίνουν. Το αίμα που κυλάει στις φλέβες, απόδειξη ότι κυλάει αίμα στις φλέβες. Αυτά τα πάθη μ’ ενδιαφέρουν κι αυτό είναι το δικό μου Πάσχα.

Κάποτε τις γιορτές τις προσμέναμε, σήμερα μάς μπουκώνουν το στόμα με το ζόρι. Αγοράζω άρα ζω. Αγοράζω άρα ζω; Γίναμε όλοι αγοραίοι, ασήμαντοι μέσα στον επίχρυσο τενεκέ μας.

Το Πάσχα στην ουσία του μπορούν να το νιώσουν μόνο όσοι είναι έξω από το κόλπο, έξω από τη λογική της ολοένα ανάπτυξης. Πρέπει να ξαναμάθουμε να ζούμε με τα απαραίτητα κι όχι με τα περιττά. Εχθρός του ουσιαστικού είναι το περιττό. Το μοντέλο της καπιταλιστικής ανάπτυξης αποδείχθηκε αυτοκαταστροφικό, το ίδιο και του κομμουνιστικού μπαμπούλα. Πρέπει να εφεύρουμε άλλους τρόπους να χαιρόμαστε, να δουλεύουμε, να συνυπάρχουμε, να οργανώνουμε. Όταν ανοίγουν τα πράγματα γίνεται Πάσχα.

Αυτή την στιγμή υπάρχει ένα διαρκές πένθος γιατί δεν υπάρχει πνεύμα. Μιλάνε σήμερα για κρίση ή για θάνατο, στην ουσία όμως η κρίση υπήρχε πολύ πριν, μέσα στα κεφάλια των ανθρώπων. Υπάρχει γενικότερη κρίση, δεν είναι μόνο η κρίση με τη φούσκα των τραπεζών.

Πρέπει να μάθουμε να φιλοσοφούμε».

Πέπη Στάντσιου,

αντινομάρχης Ξάνθης

«Θυμάμαι από παιδί τις άγιες μέρες του Πάσχα και συγκεκριμένα την Μεγάλη Εβδομάδα, γιατί ανήμερα του Πάσχα θεωρώ ότι είναι το πέρας της γιορτής.

Το Πάσχα είναι η μεγαλύτερη γιορτή της χριστιανοσύνης κι έχει αξία όλη η προετοιμασία για να φτάσουμε στο γεγονός της Ανάστασης του Χριστού.

Ήμουν κάτοικος της Παλιάς Πόλης της Ξάνθης, γιατί είναι εκεί το πατρικό μου σπίτι. Όλη η Παλιά Πόλη είναι δομημένη με τις ενορίες των εκκλησιών και γύρω τα σπίτια των ενοριτών. Ανήκα στην Ενορία του Ακαθίστου Ύμνου, μια πολύ γραφική εκκλησία και από τις παλαιότερες. Θυμάμαι σαν παιδιά τρέχαμε με αγάπη ν’ ανάψουμε τις λαμπάδες κάθε βράδυ που γινόταν οι παρακλήσεις και θυμάμαι ιδιαίτερα το στόλισμα του Επιταφίου γιατί τότε στόλιζαν οι ενορίτες τον Επιτάφιο. Τα παιδιά «έκλεβαν» από τις αυλές τα λουλούδια και μάλιστα συνηθίζαμε να ντύνουμε τον Επιτάφιο με μια πρασινάδα κι εκεί πάνω να καρφώνουμε τα άνθη που συλλέγαμε από τις αυλές των σπιτιών. Μάς άρεσε που την Μεγάλη Πέμπτη επιδιδόμασταν όλοι στη συλλογή αυτών των λουλουδιών μέσα από τις αυλές, ξενυχτούσαμε, ψάλαμε, μεταφερόμασταν κατά παρέες από την μια εκκλησία στην άλλη, ασχολιόμασταν με το ποιος Επιτάφιος θα γίνει καλύτερος. Υπήρχε ένας καλός ανταγωνισμός ανάμεσα στους ενορίτες. Κι ύστερα, την Μεγάλη Παρασκευή περιμέναμε να περάσουμε από κάτω.

Θυμάμαι ότι την Μεγάλη Παρασκευή συνήθιζαν οι γονείς να μας φέρνουν τα καινούρια ρούχα και ιδιαίτερα το Πάσχα να φέρνει η νονά τα παπούτσια, να πάμε στην εκκλησία την Μεγάλη Παρασκευή καλοντυμένοι. Το Μεγάλο Σάββατο να ετοιμάζει η μαμά την μαγειρίτσα για το βράδυ για να συγκεντρωθεί η οικογένεια στο σπίτι. Μας ενδιέφερε ποιανού αυγό θα είναι το πιο σφικτό για ν’ αντέξει στο τσούγκρισμα και … οι λαμπάδες. Πολλές φορές, εκείνα τα χρόνια που δεν υπήρχαν οι έτοιμες διακοσμημένες, οι νονές – όπως η δική μου – φρόντιζαν να τις στολίσουν και να τις πάνε στα βαφτιστήρια. Πήγαινα το τσουρέκι στη νονά μου και φρόντιζα να είναι από τα καλύτερα που έφτιαχνε η μητέρα μου, να είναι φουσκωτό.

Τα πασχαλινά αυγά δεν ήταν μόνο κόκκινα, φτιάχναμε και κάποια με κρεμμύδι και χρωματιστές κλωστές. Η μητέρα μου είχε τις δικές της τεχνικές για να φτιάξει όμορφα αυγά.

Στα σπίτια δεν υπήρχαν φούρνοι για να ψήσουμε τα τσουρέκια κι όλα τα παιδιά βοηθούσαμε τις μητέρες μας με το να τρέξουμε με τα τσουρέκια στους φούρνους την ώρα που πρέπει κι αγωνιούσαμε να φουσκώσουν…

Δεν ξέρω εάν τα παιδιά σήμερα περιμένουν αυτές τις μέρες όπως εμείς, γιατί τότε το τσουρέκι το τρώγαμε μόνο το Πάσχα, ενώ σήμερα έχουμε τσουρέκια όλη την εποχή του χρόνου. Τότε, εάν η μητέρα δεν ήταν καλή νοικοκυρά για να κάνει τσουρέκι δεν υπήρχε στο σπίτι, ενώ σήμερα το αγοράζουμε. Οι σημερινοί ρυθμοί της ζωής έχουν αλλάξει τα έθιμα και τη νοοτροπία μας και λίγες οικογένειες προσπαθούν να τα διατηρήσουν. Προσωπικά προσπαθώ να τα τηρώ, παρά την δουλειά και τον φόρτο, γιατί θέλω να τα τηρήσουν και τα παιδιά μου, να παίρνουν το παράδειγμα. Είναι η θρησκεία, η μυσταγωγία, η νηστεία, η κοινωνία, η συγχώρεση του ενός από τον άλλον, το να θυμηθούμε να ζητήσουμε συγχώρεση πριν την κοινωνία, να πάμε με καθαρή ψυχή να κάνουμε ένα νέο ξεκίνημα με την Ανάσταση του Κυρίου. Όλα αυτά πρέπει να διατηρηθούν γιατί είναι ιδιαιτερότητες του ελληνισμού».

Κώστας Τσακίρης,

εκπαιδευτικός, ποιητής

«Στο χωριό Αρίσβη, από όπου είναι η καταγωγή της μητέρας μου, θυμάμαι ότι κάθε Μεγάλη Πέμπτη στολίζαμε τον Επιτάφιο με φρέσκα λουλούδια τα οποία μαζεύαμε εμείς τα παιδιά, τον στολίζαμε και στην συνέχεια ξενυχτούσαμε στην εκκλησία, δεν πηγαίναμε για ύπνο.

Τη Μεγάλη Πέμπτη περιμέναμε με αγωνία να νιώσουμε την μυρωδιά από τα τσουρέκια αλλά δεν μπορούσαμε να τα φάμε γιατί νηστεύαμε και μέναμε πάντα με την λαχτάρα και την μυρωδιά της ημέρας. Τη Μεγάλη Παρασκευή η περιφορά του Επιταφίου ήταν πάντα πολύ συγκινητική.

Μού λείπουν οι μυρωδιές, η οικογενειακή ατμόσφαιρα, η αγνότητα και ο ελεύθερος χρόνος. Θυμάμαι τις Πασχαλιές που μοσχοβολούσαν τα άγρια κρίνα και τα λουλούδια της άνοιξης στους αγρούς.

Τίποτε από αυτά δεν γίνονται στις μεγάλες πόλεις, όλα συμβαίνουν πολύ γρήγορα. Έχω να κάνω πολλά χρόνια Πάσχα στην Αρίσβη και παρόλο που πάντα λέω να κάνω Πάσχα εκεί δεν τα καταφέρνω».

Κεβόρκ Μελκονιάν,

δημιουργός κοσμημάτων

«Σε μικρή ηλικία θυμάμαι τις Πασχαλιές από την μυρωδιά του Πάσχα, με τα τσουρέκια να μοσχοβολούν. Οι γυναίκες στόλιζαν τον Επιτάφιο με λουλούδια που έφερναν από τα σπίτια τους.

Τη Μεγάλη Πέμπτη, το απόγευμα στην Αρμένικη Εκκλησία, ο παπάς έπλενε τα πόδια των παιδιών όπως είχε κάνει ο Χριστός στους μαθητές του.

Τη Μεγάλη Παρασκευή, η Αρμένικη Εκκλησία στην περιφορά περνούσε από τον Άγιο Γεώργιο, ενώνονταν – όπως συμβαίνει και τώρα – και ο Άγιος Γεώργιος περνούσε πρώτα από την Αρμένικη Εκκλησία κι έπειτα συνέχιζε προς την πλατεία.

Επίσης, η Ανάσταση στην Αρμένικη Εκκλησία γίνεται νωρίς, στις 8.00 το βράδυ γιατί έτσι ορίζεται. Και στο Άγιο Όρος η Ανάσταση γίνεται νωρίς. Το 12.00 τα μεσάνυχτα επελέγη για λόγους πανηγυρισμού.

Διατηρούμε τα έθιμα σαν Αρμένιοι γιατί έτσι πρέπει να γίνεται κι αυτό δεν ισχύει μόνο για τους Αρμένιους. Ακόμη κι αν μείνουν σε μια κοινότητα δυο αμερικάνοι ή δυο έλληνες σε όποιο μέρος του κόσμου θα πρέπει να τηρούν τα ήθη και τα έθιμά τους».

Χρήστος Λαγαρίας,

φοιτητής Νομικής

«Το νόημα στις σκοτεινές εποχές που ζούμε δεν πρέπει να είναι «δεύτε λάβετε φως» αλλά «δεύτε βγάλετε φως».

Το Πάσχα είναι η γιορτή των αισθήσεων γιατί γιορτάζεται την άνοιξη που κυριαρχούν οι μυρωδιές αλλά κυριαρχούν και οι σπιτικές μυρωδιές, όπως τα τσουρέκια και τα παραδοσιακά για την γιορτή φαγητά. Οι άνθρωποι, ως επί το πλείστον, είναι πιο χαρούμενοι την άνοιξη, διακρίνεις φωτεινά χαρούμενα πρόσωπα, κάτι που ίσως δεν συμβαίνει τα Χριστούγεννα που είναι στην καρδιά του χειμώνα.

Η Εκκλησία μας μαθαίνει ότι η Ανάσταση είναι η νίκη της ζωής πάνω στον θάνατο. Πιστεύω ότι η ζωή είναι η συνέχεια του θανάτου κι ότι και ο θάνατος έχει μια συνέχεια που ξαναγίνεται ζωή. Δεν πιστεύω ότι η νίκη της ζωής πάνω στο θάνατο είναι το μότο της Ανάστασης.

Αυτό που θυμάμαι από το Πάσχα στη Βέροια είναι η κατάνυξη και το έντονο θρησκευτικό συναίσθημα που όλοι ζούμε αυτές τις μέρες και βέβαια η νηστεία με τη λιτότητα και την εγκράτεια, όπως επίσης μια γαλήνη και μια αγαλλίαση».

Δεύτε λάβετε φως

εκ του ανεσπέρου φωτός.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.