Οι μουσειολογοι ξεκλειδωνουν τα μυστικα του επαγγελματος τους b>
Η Κατερίνα Γιόφτσαλη, η Ευδοκία Καράουστα και η Κική Χριστοδούλου ξεκλειδώνουν τα μυστικά του «κώδικα» της επιστήμης της Μουσειολογίας που δεν είναι ευρέως διαδεδομένη στη χώρα μας, παρά τον αρχαιολογικό, πολιτιστικό πλούτο της. Η Μουσειολογία είναι πλούσια επιστήμη από πλευράς αντικειμένων αλλά δεν εξασφαλίζει επαγγελματική αποκατάσταση για την οποία χρειάζονται προσωπικές επαφές και καλές γνωριμίες ή μακρόχρονη εθελοντική προσφορά σε μεγάλα μουσεία, η οποία όμως δεν οδηγεί υποχρεωτικά σε επαγγελματική συνεργασία. Οι μουσειολόγοι δίνουν έμφαση στη συνεργασία αλλά κάποιοι άλλοι επιστήμονες που κινούνται στο χώρο των μουσείων τους αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη, όπως και αρκετοί εκπαιδευτικοί που δεν θέλουν να συμμετάσχουν ενεργά σε προγράμματα εκπαιδευτικά που υλοποιούνται μέσα από τα ελληνικά μουσεία.
Κ. Γιόφτσαλη: «Να λειτουργεί το μουσείο ως ζωντανός χώρος για τα παιδιά»
Η Κατερίνα Γιόφτσαλη πήρε το πτυχίο της νηπιαγωγού από το Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης και στη συνέχεια μετά από εξετάσεις στο ΙΚΥ πήρε υποτροφία για την Αγγλία, στο Πανεπιστήμιο του Leicester στον Τομέα Museum Studies, με ειδίκευση μουσειοπαιδαγωγού, έχοντας κάνει μάστερ στο κομμάτι της μουσειοπαιδαγωγικής. Έκανε το διδακτορικό της στο ίδιο πανεπιστήμιο με θέμα «Πώς μπορούμε να προσελκύσουμε οικογένειες στα ελληνικά μουσεία», μέσα από ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα που εφάρμοσε.
Αφορμή για ν’ ασχοληθεί η κ. Γιόφτσαλη με τη Μουσειολογία ήταν η ενασχόλησή της μέσα από το μάθημα της Μουσειακής Αγωγής με το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο. Κατά τη διάρκεια των σπουδών της έκανε την πρακτική της σε μουσείο, ενώ προηγούμενα ως φοιτήτρια του Δ.Π.Θ. δούλεψε εθελοντικά στο Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα εργάστηκε στο Ελληνικό Παιδικό Μουσείο στην Πλάκα και τα τελευταία τρία χρόνια – οπότε επέστρεψε στην Αλεξανδρούπολη – συνεργάζεται με το Εθνολογικό Μουσείο Θράκης της Αγγέλας Γιαννακίδου.
Η κ. Γιόφτσαλη είναι υπεύθυνη εκπαιδευτικών προγραμμάτων. «Προσπαθούμε, μέσα από μια προσέγγιση των μαθητών, να προσελκύσουμε τα παιδιά στο μουσείο, με βιωματικές δραστηριότητες και να λειτουργεί το μουσείο ως ζωντανός χώρος για τα παιδιά». Το ίδιο το Εθνολογικό Μουσείο Θράκης επικοινωνεί με τα σχολεία και ενημερώνει για τα εκπαιδευτικά προγράμματα. «Σύμφωνα με τις ανάγκες που προκύπτουν από τα ίδια τα σχολεία προσπαθούμε ν’ αναπτύξουμε προγράμματα με βάση τα ενδιαφέροντα της κάθε τάξης του κάθε σχολείου που θα το ζητήσει. Τα Σάββατα, πραγματοποιούμε ένα δημιουργικό εργαστήρι για τα παιδιά, ηλικίας τεσσάρων έως δώδεκα ετών κι επιχειρούμε να εφαρμόσουμε σχέδια εργασίας. Φέτος, επιχειρούμε με τα μεγαλύτερα παιδιά να εξερευνήσουμε την πόλη μας μέσα από τα μουσεία. Τα παιδιά γίνονται ερευνητές – δημοσιογράφοι, επισκεπτόμαστε τα μνημεία, γνωρίζουμε την ιστορία τους και μέσα από τα μνημεία μαθαίνουμε την ιστορία της πόλης. Στο τέλος, τα παιδιά θα δημιουργήσουν μια δική τους εφημερίδα και θα τη διανείμουν στους πολίτες της Αλεξανδρούπολης, δίνοντας στην πόλη τη δική τους πινελιά.
Στα μικρότερα παιδιά δουλεύουμε με παιχνίδια από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα». Το συγκεκριμένο παιχνίδι το έχει δημιουργήσει η κ. Γιόφτσαλη και το υλοποιεί σε συνεργασία με τρεις νηπιαγωγούς, οι οποίοι βοηθούν στην υλοποίηση του προγράμματος.
Η ίδια θεωρεί ότι η Ευέλικτη Ζώνη λειτουργεί με επιτυχία στα σχολεία γιατί «δίνει στον εκπαιδευτικό τη δυνατότητα να ξεφύγει από τα στενά χρονικά όρια του αναλυτικού προγράμματος και να μπορεί να αναπτύξει σχέδια εργασίας με τα παιδιά. Εφόρμηση αποτελούν οι ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των παιδιών και ο δάσκαλος δίνει ένα συγκεκριμένο θέμα, προσπαθεί να οργανώσει ένα σχέδιο εργασίας και τα παιδιά να δουλέψουν σε ομάδες πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα».
•Το μουσείο με τα μάτια των παιδιών
Η κ. Γιόφτσαλη περιέγραψε την εξοικείωση που απέκτησαν τα παιδιά με το χώρο του Εθνολογικού Μουσείου Θράκης, με τη βοήθεια των προγραμμάτων που προσαρμόστηκαν στις απαιτήσεις και τα ενδιαφέροντά τους. «Στο μουσείο έχουμε εκθέματα από τα τέλη του 17ου αιώνα μέχρι τα μέσα του 20ου και σχετίζονται με την παραδοσιακή ζωή στη Θράκη. Τα παιδιά έχουν μια διαφορετική αντίληψη για το μουσείο μέχρι να το επισκεφθούν και πιστεύουν ότι είναι ένας βαρετός χώρος. Μέσα από μια συστηματική δουλειά με το μουσείο καταφέραμε ν’ ανατρέψουμε αυτή την αρνητική εικόνα και τα παιδιά περιμένουν πλέον ότι θα μάθουν μέσα από το παιχνίδι και την ψυχαγωγία. Περνούν το χρόνο τους δημιουργικά κι ευχάριστα και η εκπαιδευτικός προσπαθεί να συνδέσει το γνωστικό αντικείμενο που διδάσκονται τα παιδιά με τα εκθέματα του μουσείου, για ν’ αποκτήσει η επίσκεψη ένα νόημα για τα ίδια τα παιδιά. Σκοπός μας είναι να εμπλακούν ενεργά σε δράσεις και μέσα από δημιουργικές δραστηριότητες να γνωρίσουν το νεότερο πολιτισμό της Θράκης». Η Κατερίνα Γιόφτσαλη παρατήρησε ότι χρόνο με το χρόνο η συμμετοχή των παιδιών είναι μεγαλύτερη, ειδικά στα δημιουργικά εργαστήρια του Σαββάτου, όπου συμμετέχουν ελεύθερες ομάδες.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι η εργασιακή αποκατάσταση ενός νέου επιστήμονα μουσειολόγου που επιστρέφει στην πατρίδα του κι επιδιώκει να προσφέρει τις γνώσεις και την εμπειρία του. Η Κατερίνα Γιόφτσαλη συνεργάζεται με το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας και διδάσκει το μάθημα «Επικοινωνία κι Εκπαίδευση στο Μουσείο» στο Διατμηματικό Μεταπτυχιακό Μουσειακών Σπουδών. Εκεί έχει την ευκαιρία να συζητήσει τα προβλήματα της επαγγελματικής αποκατάστασης με τους φοιτητές κι έχουν οδηγηθεί στην κοινή διαπίστωση ότι είναι αρκετά έως πολύ δύσκολο να βρει δουλειά σε μουσείο ένας νέος επιστήμονας. «Συνήθως, τα ίδια τα μουσεία δεν είναι κατάλληλα ενημερωμένα γι’ αυτή την επιστημονική ειδικότητα, δε μπορούν να γνωρίσουν για ποιο λόγο ένας μουσειολόγος είναι απαραίτητος μέσα στο μουσείο, οπότε αδιαφορούν στο να προσλάβουν κάποιον». Οι προσωπικές επαφές και η εθελοντική εργασία ανοίγουν ενίοτε πόρτες για μια μόνιμη συνεργασία μ’ ένα φορέα, μόνο που οι πιθανότητες είναι μικρές, όπως εξηγεί η κ. Γιόφτσαλη. «Οι προσπάθειες που γίνονται από το υπουργείο Πολιτισμού είναι ισχνές έως ανύπαρκτες. Μέχρι τώρα έχουν προσληφθεί μόνο οκτώ αρχαιολόγοι μουσειολόγοι μετά από προκήρυξη της νομαρχίας Αττικής».
Ε. Καράουστα: «Τα μουσεία επικεντρώνονται πλέον στους επισκέπτες τους»
Η Ευδοκία Καράουστα τέλειωσε το Τμήμα Διατήρησης Πολιτιστικής Κληρονομιάς στο Πανεπιστήμιο του Bournemouth και στη συνέχεια έκανε το μεταπτυχιακό της στο ίδιο πανεπιστήμιο πάνω στη Διοίκηση Μουσείων και Συλλογών με εξειδίκευση πάνω στη «Σχέση Μουσείου και Σχολείου» και στην «Αξιολόγηση Δικτυακών Σελίδων Πανεπιστημιακών Μουσείων».
Η κ. Καράουστα ήθελε ν’ ασχοληθεί με τέχνες και αναζητώντας τις διαθέσιμες σχολές στο εξωτερικό εντόπισε το συγκεκριμένο Τμήμα στο Bournemouth, αφού πρώτα έκανε ένα χρόνο σε κολλέγιο στον τομέα επιστημών διατήρησης, όπου εντασσόταν κάποια μαθήματα για τον πολιτισμό. Στο Τμήμα της, η διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς χωριζόταν στο φυσικό και το ιστορικό περιβάλλον, τη συντήρηση αρχαιοτήτων και την εργασία μέσα στα μουσεία. Η ειδικότητά της ήταν πάνω στην «Ερμηνεία στα Μουσεία» και στη συνέχεια επέλεξε το μεταπτυχιακό της. Στο Bournemouth εργάστηκε ως μέλος μιας ερευνητικής ομάδας που ασχολήθηκε με την ιστορία της περιοχής του Talbot και στη συνέχεια εργάστηκε στο Ινστιτούτο Τεχνών του Bournemouth και συνεργάστηκε με το Priest House Museum πάνω σε εκπαιδευτικά προγράμματα.
Κατά τη διάρκεια των σπουδών της εργάστηκε εθελοντικά στις ανασκαφές του αρχαιολογικού θεάτρου της Μαρώνειας και τον επόμενο χρόνο στα πλαίσια της πρακτικής της δούλεψε στο Τμήμα Συντήρησης Αρχαιοτήτων του Αρχαιολογικού Μουσείου Κομοτηνής.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, η Ευδοκία Καράουστα αναζήτησε δουλειά αλλά απογοητεύτηκε καθώς τα βιογραφικά που έστειλε δεν έτυχαν ανταπόκρισης. Μέσα από τη γνωριμία της με τον πρόεδρο της Εταιρίας Παιδαγωγικών Επιστημών Κομοτηνής Αλέξανδρο Καζαντζή προέκυψε η συνεργασία τους. «Εργαζόμουν μέχρι τον περασμένο Οκτώβρη με σύμβαση στο Θρακικό Μουσείο Παιδείας και μετά από μια διακοπή θα συνεχίσουμε τη συνεργασία μας από αυτό το μήνα για ένα χρόνο ακόμη. Η εύρεση εργασίας στον τομέα μας είναι δύσκολη γιατί είναι μια νέα επιστήμη και τα μουσεία έχουν αλλάξει το κέντρο βάρους τους. Παλαιότερα επικεντρωνόντουσαν στα αντικείμενα και τώρα επικεντρώνονται στους επισκέπτες τους. Πολλοί εργαζόμενοι, βέβαια, στα μουσεία ακόμη και διευθυντές δεν μπορούν ή δε θέλουν να το αντιληφθούν».
Επ’ αυτού η Κατερίνα Γιόφτσαλη υποστήριξε ότι κάποιες άλλες ειδικότητες που σχετίζονται με τα μουσεία βλέπουν τους μουσειολόγους ως ανταγωνιστές. «Η ισότιμη συνεργασία των μουσειολόγων με τις άλλες ειδικότητες σ’ ένα μουσείο αναδεικνύεται ως βασική προϋπόθεση και σημαντικό βήμα για την επίτευξη ενός ανθρωποκεντρικού και επισκεπτοκεντρικού μουσείου. Από την άλλη, η ενεργός συμμετοχή των μουσειολόγων μέσα στο μουσείο δεν σημαίνει τον επιστημονικό παραγκωνισμό των επιστημονικών κλάδων που παραδοσιακά αναλαμβάνουν λειτουργίες μέσα στο μουσείο. Αυτό που πρέπει να γίνει συνείδηση είναι ότι ο νέος ρόλος και η αποστολή των μουσείων προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση τη συνεργασία διαφορετικών ειδικοτήτων κι επιστημονικών κατευθύνσεων, ανάμεσα στις οποίες η μουσειολογία διεκδικεί μια ισότιμη θέση.
Επίσης, η στελέχωση των μουσείων με ειδικευμένους μουσειολόγους θα εξασφάλιζε την ενδυνάμωση της εκπαιδευτικής κι ευρύτερα επικοινωνιακής τους διάστασης.
Η εξασφάλιση μιας μονιμότερης σχέσης εργασίας θα συνέβαλε ουσιαστικά στην καλύτερη λειτουργία των μουσείων».
Ευελπιστεί ότι ο τομέας τους θα εξελιχθεί και πιστεύει ότι «το μέλλον των μουσείων και των μουσειολόγων δεν προβλέπεται με στατιστικά στοιχεία ή με κανόνες πιθανοτήτων, αλλά αποτελεί μία συνάρτηση πολλών παραγόντων που δεν έχουν σχέση μόνο με νομοθετικές ρυθμίσεις. Τα μουσεία είναι καθρέφτης της κοινωνίας που ζήσαμε, ζούμε και θα ζήσουμε κι αυτήν υπηρετούν. Από την εξέλιξη της κοινωνίας θα εξαρτηθεί το μέλλον των μουσείων και των μουσειολόγων. Το ταξίδι προς την επίτευξη των στόχων των μουσείων είναι μεγάλο κι εμείς ως μουσειολόγοι είμαστε αισιόδοξοι» σχολίασε η κ. Καράουστα.
Μιλώντας για τη συνεργασία μουσειολόγων – εκπαιδευτικών, υποστήριξε ότι μπορούν να συνεργαστούν με καλή θέληση και προσπάθεια. «Από μια σχετική έρευνα, όμως, διαπιστώθηκε ότι οι δάσκαλοι αντιμετωπίζουν το μάθημα σαν αγγαρεία και θεωρούν πως είναι δύσκολο να υλοποιηθεί γιατί χρειάζονται πόροι και χρόνος. Επίσης, πιστεύουν πως είναι δύσκολο να κινητοποιήσουν τα παιδιά στην έρευνα».
Κ. Χριστοδούλου: «Ο μουσειολόγος μαθαίνει να συνεργάζεται με πολλές ειδικότητες»
Η Κική Χριστοδούλου σπούδασε Ιστορία Τέχνης στη Σχολή του Λούβρου στο Παρίσι και στο δεύτερο κύκλο σπουδών έκανε μάστερ στην ίδια σχολή πάνω στον «Κύκλο της Μουσειολογίας» και στη συνέχεια maitrise στη Σορβόννη στην Ιστορία Τέχνης. Στη Μουσειολογία η πτυχιακή της ήταν στη «Συγκριτική Μελέτη Νομολογιακού Πλαισίου και την Οικονομική Διαχείριση Μουσειακών Συλλογών» και στη Σορβόννη για την «Εξέλιξη του Πρωτοαττικού Ρυθμού».
Η κ. Χριστοδούλου ξεκίνησε την Ιστορία Τέχνης από το Sorbonne II και την Ιστορία Τέχνης που επέλεξε ως κατεύθυνση στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης. Ο τότε καθηγητής της κ. Verlei την κατεύθυνε στη Σχολή του Λούβρου όπου την δέχτηκαν.
Η Κική Χριστοδούλου περιέγραψε τις παραμέτρους που ορίζουν τη μουσειολογία, μια πολυεπίπεδη επιστήμη με πλούσια αντικείμενα, αλλά και το ρόλο του μουσειολόγου σ’ ένα μουσείο στην κατάλληλη χρονική στιγμή. «Η μουσειολογία δεν είναι ένα αλλά πολλά αντικείμενα. Μέσα στη μουσειολογία είναι και η μουσειογραφία που αφορά στο στήσιμο μιας έκθεσης ή ενός μουσείου, μόνιμης ή προσωρινής συλλογής. Μουσειολογία είναι η μουσειοπαιδαγωγική, η διαχείριση της συλλογής. Περιβαλλοντικές παράμετροι που οφείλουμε να λάβουμε υπόψη, είναι το κείμενο, η έρευνα, η οργάνωση, η συντήρηση και η διατήρηση των εκθεμάτων, η επικοινωνία με τον κόσμο, η καταγραφή και η τεκμηρίωση.
Οι μουσειολόγοι δεν έρχονται όταν στηθεί ένα μουσείο. Καλό είναι από τη στιγμή που προκύπτει η ιδέα δημιουργίας ενός μουσείου στην ερευνητική ομάδα να συμμετέχει κι ένας μουσειολόγος, ο οποίος θα δουλέψει με τον ηλεκτρολόγο – μηχανολόγο για το φωτισμό, με τον αρχιτέκτονα για κάποιες ιδιαίτερες κατασκευές, να προτείνει και να συμβουλεύει μέχρι το στήσιμο του μουσείου.
Βέβαια, στην επιστημονική μελέτη – αποτελεί τη δουλειά βάσης – πρέπει να συμμετέχει ένας εξειδικευμένος επιστήμονας, εθνογράφος, εθνολόγος, αρχαιολόγος, ιστορικός τέχνης. Η μελέτη μπορεί να συνταχθεί από μουσειολόγο αλλά είναι καλό να συνδράμουν κι άλλες ειδικότητες. Ο μουσειολόγος, από την εκπαίδευσή του μαθαίνει να συνεργάζεται με πολλές ειδικότητες, γιατί είναι στη φύση της μουσειολογίας. Γι’ αυτό το λόγο τα μεταπτυχιακά της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας είναι Διατμηματικά».
Η Κική Χριστοδούλου εργάστηκε στο Μουσείο του Λούβρου, σε εκπαιδευτικά προγράμματα, κυρίως με φοιτητικό κοινό και στο αντικείμενο της αποδελτίωσης, καταγραφής και τεκμηρίωσης αντικειμένων μέσα από την ειδικότητα της αρχαίας ελληνικής ζωγραφικής και κεραμικής στο Τμήμα Αρχαίας Ελληνικής Κεραμικής.
Αποτιμώντας τα ελληνικά δεδομένα, έχοντας την εμπειρία του διάσημου μουσείου του Λούβρου στο θέμα της καταγραφής και της τεκμηρίωσης, η κ. Χριστοδούλου μετέφερε. «Στα αρχαιολογικά μουσεία, στον τομέα της καταγραφής και της τεκμηρίωσης γίνεται πάρα πολύ καλή δουλειά από τους αρχαιολόγους μας και μάλιστα πολλά μικρά μουσεία στην Ελλάδα βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στο μεράκι κάποιων ανθρώπων, γιατί δεν υπάρχει κεντρική στήριξη».
Επιστρέφοντας από τη Γαλλία στην Κομοτηνή, η κ. Χριστοδούλου έζησε την εμπειρία της αποστολής βιογραφικών σημειωμάτων σε πολιτιστικά ιδρύματα της Ελλάδας κι εκεί διαπίστωσε ποια είναι η ελληνική πραγματικότητα. «Το λυπηρό δεν ήταν ότι έλαβα αρνητικές απαντήσεις αλλά ότι από τα 20 βιογραφικά που έστειλα πήρα μόνο μία απάντηση αρνητική, ενώ τα υπόλοιπα 19 πολιτιστικά ιδρύματα απαξίωσαν και ν’ απαντήσουν. Στη συνέχεια εργάστηκα στο ΙΕΚ Κομοτηνής διδάσκοντας το μάθημα των Περιβαλλοντικών Παραμέτρων στα Μουσεία στην ειδικότητα Βοηθών Συντηρητών Έργων Τέχνης. Συνεργάστηκα για ένα διάστημα με το ίδρυμα Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης και στη συνέχεια επέστρεψα στην Κομοτηνή, όπου εργάστηκα για πέντε χρόνια ως ειδική συνεργάτιδα του δημάρχου Γεωργίου Παπαδριέλλη και στη συνέχεια του δημάρχου Αναστάσιου Βαβατσικλή σε θέματα μουσειακά – εκθεσιακά και στο στήσιμο του μοναδικού μέχρι στιγμής Δημοτικού Μουσείου, που είναι το αρχοντικό Σκουτέρη.
Από τη στιγμή που ολοκληρώθηκε η αποκατάσταση του κτιρίου ανέλαβα τη μουσειακή μελέτη της έκθεσης, το στήσιμο των αντικειμένων, το κείμενο μέσα στο μουσείο, τις μελέτες κατάστασης και συντήρησης κάποιων αντικειμένων, την καταγραφή, τεκμηρίωση, μελέτη των αντικειμένων. Το Δημοτικό Μουσείο λειτουργεί από το 2004».
Επίσης, η κ. Χριστοδούλου συνεργάζεται από τον περασμένο Ιανουάριο με τη Φιλοπρόοδη Ένωση Ξάνθης σ’ ένα πρόγραμμα γνωριμίας με τα μεγάλα μουσεία με πολυμεσικές εφαρμογές. «Κάθε μήνα παρουσιάζεται και κάτι διαφορετικό και το πρόγραμμα θα συνεχιστεί και το 2007» σημείωσε, για ένα πρόγραμμα που έχει τύχει της αποδοχής των Ξανθιωτών ενώ συμμετέχουν και πολλοί Κομοτηναίοι.
Εταιρεία Ελλήνων Μουσειολόγων
Η Εταιρεία Ελλήνων Μουσειολόγων ιδρύθηκε το 2004 με έδρα τη Θεσσαλονίκη από 30 ιδρυτικά μέλη, ανάμεσα στα οποία ήταν και οι κ.κ. Χριστοδούλου και Γιόφτσαλη.
Σήμερα, η εταιρία αριθμεί περίπου 60 μέλη, η κ. Χριστοδούλου είναι μέλος του Δ.Σ. και η κ. Καράουστα είναι μέλος της Ελεγκτικής Επιτροπής. «Πρόεδρος της Εταιρίας είναι η Ματούλα Σκαλτσά, η οποία είναι η υπεύθυνη του Διατμηματικού Μεταπτυχιακού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πραγματοποιούμε τουλάχιστον μια γενική συνέλευση το χρόνο, αλλά είμαστε μέλη μουσειολόγοι από όλη την ελληνική επικράτεια και δεν είναι εύκολο να βρισκόμαστε πιο συχνά» εξήγησε η κ. Χριστοδούλου.
Μέχρι στιγμής, η εταιρία δεν έχει «χτυπήσει» την πόρτα του υπουργείου Πολιτισμού αλλά σχεδιάζει να πραγματοποιήσει μια συνέντευξη τύπου. «Έχουμε χωριστεί σε ομάδες εργασίες. Η μία αφορά τη συνεργασία μας με την εκπαίδευση. Μελετάμε πού και πώς μπορεί να παρέμβει ένας μουσειολόγος για να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση κάποιων πραγμάτων από τα παιδιά». Ο λαϊκός πολιτισμός και η μουσειακή αγωγή διδάσκονται στα σχολεία και όπως εξήγησε η Κατερίνα Γιόφτσαλη «η ειδικότητα του μουσειολόγου μπορεί να συμβάλλει γιατί έχει παρατηρηθεί ότι οι περισσότεροι δάσκαλοι δεν γνωρίζουν πώς ν’ αξιοποιήσουν ένα μουσείο και τις συλλογές του μέσα στην εκπαιδευτική διαδικασία. Μια συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς θα τους έβγαζε από τη δύσκολη θέση του να βρουν τον τρόπο που θα προσεγγίσουν και θ’ αξιοποιήσουν τα εκθέματα ενός μουσείου κι εμείς ως μουσειολόγοι θα μπορούσαμε να καταστήσουμε πιο προσιτά τα μουσεία στο μαθητικό κοινό».
•Προβλήματα
Περνώντας στα ιδιαίτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ως εταιρία η κ. Χριστοδούλου ανέφερε: «Ένα από τα προβλήματα που προσπαθούμε ν’ αντιμετωπίσουμε ως Εταιρεία Ελλήνων Μουσειολόγων αφορά ένα πρόγραμμα κατάρτισης του υπουργείου Εργασίας κι Απασχόλησης που έχει βγει μέσα από τα ΚΕΚ και είναι ένα είδος πιστοποιητικού μουσειολογίας, με πολύ λίγες ώρες κατάρτισης. Δεν γνωρίζω κατά πόσο αυτή η κατάρτιση μπορεί να θεωρηθεί επαρκής, γιατί γίνεται πάνω σε συγκεκριμένα και περιορισμένα σημεία της Μουσειολογίας. Ως εταιρία ενημερώσαμε το υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο μας παρέπεμψε στο υπουργείο Εργασίας, όπου αποτανθήκαμε αλλά δεν έχουμε λάβει μέχρι στιγμής απάντηση».
Κι ενώ θέματα κατάρτισης περνούν από τον Άννα στον Καϊάφα στην Ελλάδα και η επιμόρφωση δείχνει την ανωριμότητα της ελληνικής πολιτείας απέναντι στις επιστήμες, καθώς το υπουργείο Παιδείας είχε την ιδέα να ιδρύσει ένα ΤΕΙ Μουσειολογίας. «Το δεύτερό μας πρόβλημα σχετίζεται με τη δημιουργία ενός ΤΕΙ Μουσειολογίας στην Πάτρα, για το οποίο θεωρούμε ότι δε μπορεί η Μουσειολογία ν’ ανήκει στην τεχνολογική εκπαίδευση. Υπάρχει ΑΕΙ Μουσειακών Επιστημών. Υπάρχει ένα Τμήμα στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων κι ένα άλλο στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου στη Μυτιλήνη, το οποίο ασχολείται μόνο με την τεχνολογία στα μουσεία» εξήγησε η κ. Χριστοδούλου.
Διαμαρτυρήθηκαν απέναντι στη δημιουργία ΤΕΙ Μουσειολογίας τόσο το Διατμηματικό Πρόγραμμα Μουσειακών Σπουδών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών όσο και το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μουσειολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μετέφερε η Κατερίνα Γιόφτσαλη. «Έχουμε στείλει διαμαρτυρία στην υπουργό Παιδείας, αλλά δε λάβαμε σχετική απάντηση. Η Μουσειολογία έχει ένα διεπιστημονικό χαρακτήρα γι’ αυτό και βασική προϋπόθεση είναι ένας μουσειολόγος να έχει κάποιες βασικές σπουδές, είτε στην αρχαιολογία, είτε στην παιδαγωγική, είτε στην ιστορία τέχνης, είτε στην αρχιτεκτονική, είτε στην πληροφορική. Πρόκειται για βασικά γνωστικά αντικείμενα, από τα οποία κάποιος οφείλει να κατέχει και στη συνέχεια να ειδικευτεί στη Μουσειολογία».
Η κ. Καράουστα θέλησε να σημειώσει ότι υπάρχει ένα κομμάτι της Μουσειολογίας που βασίζεται στην τεχνολογία και την πρακτική αλλά ένα ΤΕΙ δε μπορεί να το υποστηρίξει θεωρητικά.
Η κ. Χριστοδούλου μίλησε για τα κίνητρα που μπορούν να δοθούν από ένα μουσείο στους επισκέπτες, μέσα από την εμπειρία που σχημάτισε στο Δημοτικό Μουσείο Κομοτηνής. «Εάν ασχοληθούμε με τον επισκέπτη θα επιστρέψει. Όσα σχολεία επισκέφθηκαν μία φορά το Δημοτικό Μουσείο ήρθαν και την επόμενη χρονιά και μάλιστα περισσότερες τάξεις. Πρώτα πρέπει να γίνει η δουλειά καταγραφής και τεκμηρίωσης, αν και στην Ελλάδα πρώτα ιδρύουμε ένα μουσείο και μετά γίνεται η δουλειά βάσης. Αφού γίνει η οργάνωση χρειάζεται ένα χρονικό διάστημα για να προχωρήσουμε στα εκπαιδευτικά προγράμματα. Παρόλο που οι επισκέψεις στο μουσείο ήταν υποτυπώδεις τα παιδιά ήρθαν και ξαναήρθαν». Η κ. Χριστοδούλου σημείωσε ότι είναι πολύ σημαντική η παρουσία ενός ανθρώπου που θα βρίσκεται μέσα σ’ ένα μουσείο και θα εξηγεί στον επισκέπτη τι βλέπει.
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
