Οι Ευρωπαιοι αιρετοι μιλουν για την ενσωματωση μεταναστων
Μπορεί η πολυπολιτισμική κοινωνία να είναι το σύγχρονο μοντέλο συνύπαρξης πολιτών διαφορετικής πολιτισμικής αφετηρίας στη σύγχρονη Ευρώπη η πραγματικότητα όμως αποδεικνύει ότι υπάρχουν πολλά βήματα που πρέπει να γίνουν. Βασικό ρόλο στο να ζουν και να δημιουργούν όλοι οι κάτοικοι αρμονικά διαδραματίζει η αυτοδιοίκηση, ειδικά οι δήμοι, όπως καταγράφηκε μέσα από την ημερίδα που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο στην Κομοτηνή για την πολυπολιτισμική κοινωνία και την τοπική αυτοδιοίκηση.
«Πολυπολιτισμική Κοινωνία και Τοπική Αυτοδιοίκηση στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Παράδειγμα Δήμου Φραγκφούρτης Μάιν»
Γρηγόρης Ζαρκάδας, Δημοτικός Σύμβουλος στο Δήμο Φραγκφούρτης,
Μέλος του Προεδρείου της Δημοτικής Βουλής
Ο κ. Ζαρκάδας παρουσίασε μια πολύ ενδιαφέρουσα εισήγηση, ξεκινώντας από τη μεταναστευτική εξέλιξη στη Γερμανία μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, περιγράφοντας εν συντομία την κατάσταση που επικράτησε μετά τον πόλεμο στην κατεστραμμένη Γερμανία. Στη δυτική Γερμανία είχαν αρχίσει να λειτουργούν οι διοικήσεις των δήμων και ήταν εμφανής η έλλειψη εργατικών χεριών η οποία οδήγησε σε αθρόα προσέλευση εργατών. Συνάφθηκαν τότε μια σειρά από συμβάσεις εργασίας με χώρες, όπως η Ιταλία, η Ελλάδα, η Ισπανία, η Τουρκία, το Μαρόκο κ.α. Μέχρι το 1998 ο «Νόμος περί αλλοδαπών» καθόριζε τη δραστηριότητα του μετανάστη στη Γερμανία ο οποίος ήταν από «ξένος» εργάτης «φιλοξενούμενος» εργάτης.
Στη συνέχεια μίλησε για τη «Μεταναστευτική Πολιτική της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης και των Ομόσπονδων Κρατών», τονίζοντας την αντιφατικότητα αυτής της πολιτικής:
«Η μεταναστευτική πολιτική των γερμανικών κυβερνήσεων μετά τον πόλεμο ήταν αντιφατική γιατί προς τα έξω υποστήριζε την κοινωνική ένταξη των μεταναστών στη γερμανική κοινωνία, στην πράξη όμως είχε ένα νομοθετικό πλαίσιο σαν αυτό που προαναφέραμε.
Η αντιφατικότητα στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της μετανάστευσης αποδεικνύεται και από την απόφαση της κεντρικής κυβέρνησης να αναθέσει την κοινωνική υποστήριξη των μεταναστών στους φιλανθρωπικούς οργανισμούς.
Σήμερα, δεδομένου ότι το κοινωνικό κράτος στη Γερμανία είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο στο Σύνταγμα και με την ύπαρξη του ομοσπονδιακού νόμου περί κοινωνικής πρόνοιας (BSHG), υπάρχει ένα δίχτυ κοινωνικής προστασίας των πολιτών, σχετικά πυκνό.
Το κοινωνικό δίχτυ εφαρμόζονταν μόνο για γερμανούς και απόκλειε τους μετανάστες σχεδόν παντελώς από τις κοινωνικές παροχές, η λήψη των οποίων ήταν και λόγος απέλασης.
Το άκρον άωτον του παραλογισμού του νόμου περί αλλοδαπών, ήταν η ελευθερία εφαρμογής του από τους εκάστοτε υπαλλήλους των ανάλογων υπηρεσιών.
Όλα αυτά τα χρόνια από το 1945 μέχρι και το 1997 υπήρχε ένα μωσαϊκό διαταγμάτων από τα κρατίδια, ανάλογα με τις πολιτικές δυνάμεις που ήταν στην εξουσία που εφήρμοζαν οι υπάλληλοι σύμφωνα με την κρίση τους, π.χ. η Βαυαρία, είχε το πιο περιορισμένο διάταγμα, η δε Βεστφαλία και για πολλά χρόνια η Έσση το πιο προοδευτικό.
Η πρώτη περίοδος μέχρι την πολιτική εναλλαγή και τον πρώτο μεγάλο συνασπισμό Σοσιαλδημοκρατών το 1966, χαρακτηρίζεται σαν περίοδος απομόνωσης των μεταναστών χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα και κοινωνικές εξάρσεις λόγω της οικονομικής ευημερίας.
Οι μετανάστες ήταν ενσωματωμένοι στην παραγωγή, σχεδόν σε όλους τους κλάδους, ιδιαίτερα στην βαριά βιομηχανία χωρίς δραστηριότητες στον κοινωνικό ιστό της Γερμανίας.
Η δεύτερη περίοδος είναι η περίοδος από το 1966 έως το 1982, που αρχίζουν οι συζητήσεις σε ομοσπονδιακό επίπεδο για την περαιτέρω διαμόρφωση πολιτικής ενσωμάτωσης ή εναλλαγής (Rotation = περιοδική μετανάστευση ) των μεταναστών σύμφωνα με το ελβετικό μοντέλο. Ιδιαίτερα ο συνασπισμός των σοσιαλδημοκρατών και των φιλελευθέρων το 1969-1981 έβαλε τις βάσεις για μια ξεκάθαρη πολιτική ενσωμάτωσης, χωρίς όμως να κάνει μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις που θα επέτρεπαν την κοινωνική εξίσωση μεταναστών και αυτοχθόνων.
Την περίοδο αυτή θεσπίζεται ο επιτετραμμένος της ομόσπονδης κυβέρνησης για θέματα μεταναστών, θεσμοθετείται η επιτροπή της ομοσπονδίας και των κρατιδίων, με τη συμμετοχή των φιλανθρωπικών οργανισμών που είχαν αναλάβει την κοινωνική στήριξη των μεταναστών, των συνδικάτων και των εργοδοτών.
Στην επιτροπή αυτή επεξεργάζονται μέτρα για την ενσωμάτωση, καθιερώνουν τη χρηματοδότηση των μέτρων από κοινού Ομοσπονδία και κρατίδια, δημιουργούν τον φορέα οργάνωσης μαθημάτων της γερμανικής γλώσσας, προτείνουν δραστηριότητες με τη συμμετοχή των μεταναστών σε δημοτικό επίπεδο.
Το 1973 εκδίδεται το πρώτο μνημόνιο του πρώτου επιτετραμμένου της ομόσπονδης κυβέρνησης που πρότεινε μέτρα και ιδιαίτερα παραχώρηση δικαιωμάτων στους μετανάστες που θα οδηγήσουν στην πραγματική ένταξή τους στη γερμανική κοινωνία. Την περίοδο αυτή αναπτύσσονται πρωτοβουλίες πολιτών και αρχίζει η αυτοοργάνωση των μεταναστών.
Εγείρονται από όλες τις προοδευτικές δυνάμεις αιτήματα για το δικαίωμα ψήφου στις δημοτικές εκλογές, την ίση μεταχείριση στην αγορά εργασίας, την απαγόρευση απέλασης, ιδιαίτερα των νέων που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη Γερμανία και πολλά άλλα.
Το 1973 είναι και το έτος της μονόπλευρης καταγγελίας όλων των συμβάσεων εργασίας και η απόφαση να δοθεί τέρμα στην προσπάθεια εργατικού δυναμικού από το εξωτερικό.
Σε επίπεδο δήμων άρχισε η οργάνωση των συμβουλευτικών επιτροπών των μεταναστών, με προτεινόμενα μέλη από τα κόμματα, τα συνδικάτα, τα βιομηχανικά επιμελητήρια και τους φιλανθρωπικούς φορείς.
Αργότερα θα αρχίσει από το κρατίδιο της Έσσης και την πόλη του Κάσσελ να ψηφίζεται η επιτροπή αλλοδαπών από τους ίδιους τους αλλοδαπούς και να είναι πλέον, συμβουλευτικό όργανο, της δημοτικής βουλής και της δημοτικής διοίκησης.
Στο ίδιο κρατίδιο θα θεσμοθετηθεί το έτος 1990 επιτροπή αλλοδαπών, θα συμπεριληφθεί στον κώδικα τοπικής αυτοδιοίκησης και θα γίνει υποχρεωτικός θεσμός σε όλους τους δήμους, που κατοικούν πάνω από 1000 μετανάστες.
Η τρίτη περίοδος 1982-1998 μπορεί να χαρακτηρισθεί ως περίοδος στασιμότητας σύμφωνα με την ρήση του τότε καγκελάριου Κολλ «όλα θα έρθουν δεξιά». Είναι η περίοδος που παραιτήθηκε και η επιτετραμμένη της κυβέρνησης για θέματα αλλοδαπών, από αγανάκτηση για την απραξία της κυβέρνησης.
Από το 1998 διανύουμε την τέταρτη περίοδο στην μεταναστευτική πολιτική της ομόσπονδης κυβέρνησης, που συμπίπτει και με σημαντικές ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες».
Μετά την καθαρή εικόνα που μετέφερε για τη μεταναστευτική πολιτική ο κ. Ζαρκάδας αναφέρθηκε στην «Κοινωνική Θέση και τα Πολιτικά Δικαιώματα των Μεταναστών», λέγοντας: «Ήδη από την μέχρι τώρα περιγραφή μπορούμε να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι στη Γερμανία μία αρκετά μεγάλη μερίδα πολιτών θεωρούσαν και θεωρούν τους μετανάστες ανθρώπους δεύτερης κατηγορίας. Το παράδοξο είναι ότι ενώ οι μετανάστες είναι καταξιωμένοι στον τόπο εργασίας, εντούτοις είναι περισσότεροι οι άνεργοι. Στη γερμανική κοινωνία υπάρχει ακόμη σε μεγάλο βαθμό ο ρατσισμός, οι φυλετικές διακρίσεις, η ξενοφοβία και ο αντισημιτισμός.
Αυτά που ζήσαμε μετά τη γερμανογερμανική ένωση στο 1989-1990 δεν ήταν τυχαία και ουρανοκατέβατα. Οι εμπρησμοί κατοικιών πολιτικών προσφύγων (Hohes werder) ή μεταναστών (Σόλιγκεν) και η βία εναντίον αλλοδαπών στους δρόμους μεγάλων και μικρών πόλεων από νεοναζιστές, είχαν προβληματίσει όλο το πολιτικό φάσμα στη Γερμανία και έγιναν μια σειρά από παρεμβάσεις με αποκορύφωμα τις δύο μεγάλες μεταρρυθμίσεις: Α. στη νομοθεσία παροχής της γερμανικής υπηκοότητας και
Β. μεταναστευτικός νόμος και ενσωμάτωση.
Στην πρώτη μεταρρύθμιση άλλαξε τελείως το καθεστώς και από την εξ αίματος αρχή της καταγωγής ισχύει η αρχή του τόπου γέννησης.
Έτσι λοιπόν όλα τα παιδιά αλλοδαπών που γεννιούνται στη Γερμανία μετά την 1-01-2000 παίρνουν τη γερμανική υπηκοότητα, οι δε υπόλοιποι μπορούν να ζητήσουν την υπηκοότητα και τους εγκρίνεται πιο εύκολα από πριν.
Η δεύτερη μεταρρύθμιση θεσμοθετεί πλέον το δικαίωμα του αλλοδαπού να παραμείνει στη Γερμανία, αναγνωρίζεται η Γερμανία σαν χώρα μετανάστευσης και κατοχυρώνει μέτρα υποστήριξη για την ενσωμάτωση του μετανάστη στη γερμανική κοινωνία. Μ’ αυτά καλυτέρευσε η κοινωνική θέση του μετανάστη εν μέρει, γιατί πολιτικά δικαιώματα μπορεί να αποκτήσει μόνο μέσω της γερμανικής υπηκοότητας. Η νομοθετική αυτή ρύθμιση ισχύει από την 1-1-2003. Στον τομέα αυτό θα υπάρξει καλυτέρευση, μόνο με ευρωπαϊκή πρωτοβουλία».
Ο κ. Ζαρκάδας εξήγησε ότι οι μετανάστες κατοικούν στα αστικά κέντρα και τις βιομηχανικές περιοχές και η τρίτη γενιά μεταναστών αναζητεί τη θέση της στον κοινωνικό ιστό. Οι δήμοι έχουν την ευθύνη να καθορίσουν την ειρηνική διαβίωση ντόπιων και μεταναστών. Παρουσίασε, στη συνέχεια το παράδειγμα του δήμου Φραγκφούρτης όπου υπηρετεί επί 15 χρόνια αρχικά ως πρόεδρος της Επιτροπής Αλλοδαπών και στη συνέχεια ως δημοτικός σύμβουλος. Εκεί, σημείωσε, ότι τα προβλήματα αντιμετωπίζονται τουλάχιστον πιο ανθρώπινα ενώ υπάρχει συνεργασία του δήμου με κοινωνικούς φορείς.
«Η Τοπική Αυτοδιοίκηση στη Σουηδία – Εκλογικό Σύστημα»
Εμμανουήλ Μορφιαδάκης, Αντιδήμαρχος στο Δήμο Μάλμοε
Ο κ. Μορφιαδάκης παρουσίασε το ιστορικό της τοπικής αυτοδιοίκησης στη Σουηδία (από τον 16ο αιώνα), σημειώνοντας ότι ο όρος δημαρχία ισχύει από το 1863 και ανέπτυξε τις υποχρεώσεις των δήμων και της πολιτείας.
«Σύμφωνα με το νόμο οι δήμοι έχουν αρμοδιότητες, όπως:
• Κοινωνική υπηρεσία (φροντίδα παιδιών προσχολικής ηλικίας και γερόντων, βοήθεια απόρων)
• Πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια εκπαίδευση κι εκπαίδευση ενηλίκων
• Πολεοδομία και ανοικοδόμηση
• Υγεία και ιατρική περίθαλψη
• Καθαριότητα και περισυλλογή- βιολογικό καθαρισμό λυμάτων
• Ύδρευση και αποχέτευση
• Διατήρηση οδικού δικτύου (αφορά τους μεγάλους δήμους όπως το Μάλμοε)
• Αστική συγκοινωνία (αφορά τους μεγάλους δήμους όπως το Μάλμοε)
Υποχρεώσεις τις οποίες αναλαμβάνει το κράτος, όπως:
• Νομοθεσία
• Δημόσια τάξη και Ασφάλεια
• Οικονομική πολιτική, συμπεριλαμβανομένου του άμεσου και έμμεσου φόρου
• Εξωτερική πολιτική
• Εθνική άμυνα
• Πολιτική αγορά εργασίας
• Ανώτατη παιδεία
• Κρατικές επιχειρήσεις
Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο οι δημόσιες υπηρεσίες αναπτύχθηκαν σημαντικά και έφτασαν σε πολύ υψηλά επίπεδα. Ως τα μέσα της δεκαετίας του 50, το κράτος είχε την ευθύνη για το μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων υπηρεσιών. Σήμερα οι δήμοι και οι νομαρχίες έχουν αναλάβει τα 2/3 των δημοσίων υπηρεσιών. Το 1992 έφτασε το κρατικό μερίδιο του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος κοντά στο 10%. Το μερίδιο των δήμων και νομαρχιών ήταν 20,6%. Σήμερα, μόνο το μερίδιο των δήμων από το ακαθάριστο εθνικό προϊόν, φτάνει σχεδόν το 20%».
«Οι Αρμοδιότητες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην Ιταλία. Δραστηριότητες – Οικονομικοί Πόροι»
Ελευθέριος Πρεζαλής, Δήμαρχος Καμιζάνο
Ο κ. Πρεζαλής εξήγησε ότι η Ιταλική Δημοκρατία δομείται σε δήμους, επαρχίες, περιφέρειες και κράτος, μίλησε για το ρόλο τους και στη συνέχεια αναφέρθηκε στη συνταγματική μεταρρύθμιση του 2001 και τις οργανικές περιουσίες που απαιτούν αυτές οι δομές.
«Η συνταγματική μεταρρύθμιση του 2001 απέδωσε στο δήμο το ρόλο του βασικού δικαιούχου της άσκησης των διοικητικών λειτουργιών, καθορίζοντας ότι οι άλλοι οργανισμοί, εδαφικά ανώτεροι, πρέπει να ασκούν μόνο μία «ενισχυτική» λειτουργία, δηλαδή να παρεμβαίνουν μόνο όταν ο δήμος δεν είναι σε θέση να επιτελέσει τα καθήκοντά του.
Σύμφωνα με την αρχή της Προσαρμοστικότητας, κάθε Οργανισμός πρέπει να έχει μια οργάνωση ανθρώπων και μέσων, ικανών να εγγυηθούν την άσκηση των λειτουργιών. Αυτό σημαίνει ότι εφόσον ο Δήμος είναι ο Οργανισμός που βρίσκεται πιο κοντά στις ανάγκες των ατόμων, οι άλλοι Οργανισμοί μπορούν να διεξάγουν απευθείας τις διοικητικές δράσεις που απαιτούν μια ενιαία λύση, σε μια εδαφική κλίμακα πιο ευρεία από του δήμου, με οικονομικά, οργανικά και οργανωτικά μέσα πιο ουσιώδη και διαρθρωμένα.
Η διοικητική δραστηριότητα ταξινομείται σε Άμεση διοίκηση και Έμμεση διοίκηση με βάση τους Οργανισμούς που την εκτελούν. Άμεση είναι η δραστηριότητα που εφαρμόζεται από το Κράτος. Είναι κεντρική αν πραγματοποιείται από την κυβέρνηση, είναι περιφερειακή αν πραγματοποιείται από το νομάρχη ή το δήμαρχο.
Έμμεση είναι η δράση που εφαρμόζεται από τους άλλους οργανισμούς εδαφικούς (Δήμος, επαρχία) και μη εδαφικούς (εμπορικό επιμελητήριο κτλ).
Όλοι οι οργανισμοί που ενεργοποιούν και ασκούν τη διοικητική δράση αποτελούν μέρος της Δημόσιας Διοίκησης.
Για να είναι εφικτή η ικανοποίηση των αναγκών της κοινότητας, το κράτος και οι δήμοι, οι επαρχίες και οι περιφέρειες έχουν ανάγκη από οργανικές περιουσίες. Οργανικές ιδιοκτησίες μπορούν να είναι οι Κρατικές περιουσίες και οι Κληρονομικές περιουσίες.
• Κρατικές περιουσίες είναι εκείνες στις οποίες το Κράτος, η περιφέρεια, οι επαρχίες και οι δήμοι εκφράζουν την απόλυτη εξουσία τους προς τα άτομα που έρχονται σε επαφή με αυτές τις περιουσίες, με το σκοπό να τις κηδεμονεύσει, να τις προφυλάξει ή να τις κάνει προσιτές ή εκμεταλλεύσιμες από όλους. Σύμφωνα με το άρθρο 822 του αστικού κώδικα, για παράδειγμα, κρατικές περιουσίες είναι: Ο αιγιαλός και οι παραλίες, τα λιμάνια, οι λιμνοθάλασσες, οι εκβολές των ποταμών, οι ποταμοί, οι λίμνες, οι χείμαρροι και οι πάγοι, οι δημόσιες οδοί, τα αεροδρόμια, τα κοιμητήρια, οι δημοτικές αγορές, τα υδραγωγεία, οι περιουσίες ιστορικού ενδιαφέροντος.
• Κληρονομικές ορίζονται όλες οι περιουσίες που ανήκουν στο Κράτος, περιφέρεια, επαρχίες και δήμους οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στις κρατικές που περιγράφονται στον Αστικό Κώδικα. Οι κληρονομικές περιουσίες μπορούν να είναι: α)Μη διαθέσιμες (δημαρχιακή έδρα, σχολεία…), β) Διαθέσιμες (εδάφη, οικοδομήματα, χρήματα…)
Για να αποκτηθούν οι ακίνητες περιουσίες, τα πραγματικά δικαιώματα, τα πιστωτικά δικαιώματα και τα χρήματα οι δημόσιοι οργανισμοί συμπεριφέρονται όπως οι πολίτες, δηλαδή δρουν αγοράζοντας και πουλώντας αυτές τις περιουσίες. Αυτά τα έσοδα αποτελούν τα φορολογικά έσοδα. Αυτά επιτρέπουν να πραγματοποιηθούν οι δημόσιοι τελικοί σκοποί κάθε οργανισμού, να προσφέρουν υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο και να διαθέσουν με δίκαιο τρόπο τις πηγές σε όλο το έδαφος».
Επίσης αναφέρθηκε στα περιφερειακά έσοδα, που προέρχονται από τις μεταβιβάσεις του κράτους, τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, το Ευρωπαϊκό Ταμείο για την Περιφερειακή Ανάπτυξη, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αγροτικής Κατεύθυνσης κι Εγγύησης.
«Πολυπολιτισμική Κοινωνία και Τοπική Αυτοδιοίκηση»
Κάτια Δαυίδ – Χαρμαντά, Δημοτική Σύμβουλος Δήμου Μπαρνέτ (Λονδίνο)
Η κ. Χαρμαντά μίλησε για το προφίλ των οικονομικών μεταναστών στη Μ. Βρετανία και την «επικοινωνία» τους με τους ντόπιους.
«Το οικονομικό πολιτικό διάγραμμα των οικονομικών μεταναστών στη Μεγάλη Βρετανία είναι εξαιρετικά διαφορετικό. Το 90% των οικονομικών μεταναστών από την Ασία και από την Ανατολική Ευρώπη είναι συγκεντρωμένο κυρίως στο Λονδίνο και στη νότιο-ανατολική γωνία της Αγγλίας. Το ποσοστό αυτό φτάνει το 95% στους οικονομικούς μετανάστες-μειονότητες από την Αφρικανική Ήπειρο.
Αυτή η συγκέντρωση δημιουργεί μια ιδιαίτερη πίεση στις πόλεις και στους δήμους αυτής της περιοχής στο να προσαρμοστούν, να αναγνωρίσουν την κουλτούρα αυτών των ανθρώπων, ώστε να περιληφθεί μέσα στο κοινωνικό και οικονομικό πλέγμα της κάθε τοπικής κοινωνίας.
Στην Ευρώπη η κατάσταση είναι παρόμοια. Η διαφορετικότητα έγκειται στη σοβαρότητα του κράτους και τους πόρους που διατίθενται, ώστε οι οικονομικοί μετανάστες και τα παιδιά τους να αισθανθούν ότι μοιράζονται πλέον την πολιτική ταυτότητα της χώρας στην οποία εργάζονται και διαβιούν.
Στο Λονδίνο και στη Μεγάλη Βρετανία γενικότερα, το κράτος και η τοπική αυτοδιοίκηση προσπαθούν να προσεγγίσουν τους οικονομικούς μετανάστες με σεβασμό και θέλοντας να αναγνωρίσουν τις ιδιαιτερότητές τους, χωρίς αυτές να αποτελούν εμπόδιο στο να θεωρούνται οι ίδιοι Βρετανοί.
Π.χ. η γιορτή της διαφορετικής κουλτούρας, ο σεβασμός της γλώσσας και της θρησκείας στα σχολεία, των χαρακτηριστικών ενδυμασιών στους χώρους εργασίας. Η ανοχή, η αποδοχή και ο σεβασμός δεν είναι εξαγγελίες αλλά νόμοι, πολιτικά “Blueprint” όπου ωθούν, ακολουθούν και σέβονται.
Αυτή τη στιγμή στη Βρετανία διενεργήθηκε ένας σημαντικός διάλογος για τα πρότυπα στα οποία πρέπει να κινηθεί η πολυπολιτισμική κοινωνία της χώρας. Με ποια χαρακτηριστικά και αξίες.
Ο Trevor Phillips, πρόεδρος του Συμβουλίου για την εθνικότητα κάλεσε την κοινωνία να οδεύσει προς το «τέλος» της πολυπολιτισμικότητας της και να αγκαλιάσει και τις «βρετανικές αξίες».
Η αμαγαλματοποίηση της κοινωνίας κάτω από την ομπρέλα της “Union Flag”. Ο κύριος Philips πιστεύει ότι όπου η πολιτισμικότητα δηλώνει διαχωρισμό και σηκώνει τείχη ασυνεννοησίας ανάμεσα σε πολίτες της ίδιας κοινωνίας θα πρέπει να εγκαταλειφθεί. Δεν πιστεύει σε πολιτισμικά στεγανά.
Ιδιαίτερο πρόβλημα στην αποδοχή της παραπάνω αντίληψης έχουν οι Ασιατικής καταγωγής οικονομικοί μετανάστες πρώτης, δεύτερης και τρίτης γενιάς. Πολλοί από αυτούς καθημερινά βρίσκονται στο δίλημμα από τη μία να αρνηθούν στοιχεία της ταυτότητάς τους, της κουλτούρας των γονιών τους και από την άλλη να αποδεχθούν την πραγματικότητα της σημερινής Βρετανικής κοινωνίας».
Η κ. Χαρμαντά πρότεινε τον ουσιαστικό διάλογο και δράση στα κράτη της Ευρώπης, «ώστε οι κοινωνίες των διαφορετικών πολιτισμών να μη βουλιάζουν σ’ ένα τέλμα που θα φέρει αναστάτωση, παρακμή και συγκρούσεις».
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
